Θ
θάβου και θάφτου (ρ.) : α. σκεπάζω με χώμα, β. ενταφιάζω, κηδεύω, γ. συκοφαντώ, δ. χαντακώνω – ζημιώνω κάποιον, ε. αποκρύβω κάτι.
θάμα (του) : α. θαυμάσιο, β. υπέροχο, γ. θαύμα.
θαματ(ι)κά : θεαματικά ,ταχυδακτυλουργικά
θαμάζουμι : αγωνιώ , προσπαθώ να βρώ λύση
θαρρώ (ρ.) : α. νομίζω, β. έχω τη γνώμη ότι … , γ. πιστεύω, δ. φαντάζομαι, ε. υποθέτω, στ. έχω την εντύπωση.
θέρμασʼ (η) : α. η θερμότητα που εκπέμπει η σόμπα ή το τζάκι, β. το ζεμάτισμα από καυτό υγρό.
θέρους (του) : α. ο θερισμός, β. το καλοκαίρι.
θιά και θχιά (η) : α. η θεία, β. (lias : «τζιτζίκου» είναι η ηλικιωμένη θεία )
θιρίσκα (ρ.) : α. έπαθα τροφική δηλητηρίαση, β. έχω έντονες στομαχικές διαταραχές.< Μι θέρσι ρε πιδί…..>
θιρμασιά (η) : α. ο υψηλός πυρετός, β. το μαγκάλι.
(ρ.) : α. ζεσταίνω, β. καίω, γ. ξηραίνω (για φυτά),
θκώς : δικό σου ( αναφέρεται σε πράγμα " ίνι θκώς αυτό του κασκέτου ; " )
θκώμ : δικό μου ''' ''
θκώζουμ : δικός μου ( αναφέρεται σε πρόσωπο )
θλιά (η) : α. η θηλιά με σκοινί, β. θλιάσκα (ρ) τυλίχτηκα με σχοινί.
θλίκʼ (του) : α. κουμπότρυπα, β. θλικώνου (ρ.) = 1. κουμπώνω, 2. πιάνω κάποιον σε παγίδα.
θρασκιάς : βόρθιος άνεμος ,βαρδάρης
θύρα (η) : α. η εσωτερική πόρτα, β. η πόρτα του δωματίου.
Κυριακή 29 Αυγούστου 2010
Ι
Ί. (στιγμιαίο επίφών.) : η απόρριψη αυτών που ακούγονται ή γίνονται.
Ιίίί... (συρόμενο επιφών.) : ο θαυμασμός.
ιά (συνοδεύεται με κίνηση χεριών) : α. να τόσο, β. τόσο δα, γ. ορίστε (με αγένεια).
ιάτουσ-ά (επίρ.) : νά τος (Παπασιώπης).
ιγραίνουμι (ρ.) : α. ιδρώνω, β. δροσίζομαι, γ. βρέχομαι.
ίγκλα : (η) : α. λουρί του σαμαριού ή της σέλας των ζώων που περνά κάτω από την κοιλιά του αλόγου, β. δερμάτινο λουρί που περνούσε κάτω από την κοιλιά του ζώου για να κρατάει το σαμάρι, γ. Προέλευση: από το λατ. Cingula, πηγή : ΙΝΒΑ,
ίδγιασμα (του) : α. το πέρασμα του στημονιού στον ιστό του αργαλειού, β. Προέλευση : από το διάζομαι,
ιδώια (επίρ.) : α. σʼ αυτό το σημείο, β. εδώ πέρα.
ιδώθι (επίρ.) : α. πιο εδώ, β. προς τα εδώ, γ. από τότε ως τώρα (φράση : «απʼ του ʼ12 κʼ ιδώθι» = από το 1912 και μετά).
ιέτσιαϊά (επίρ.) : α. νά έτσι, β. μʼ αυτό τον τρόπο, γ. τοιουτοτρόπως.
ικείθι : (επίρ.) : α. πιο ʼκεί, β. προς τα ʼκεί.
ιλιάτσʼ (του) α. το εμπειρικό ή πρακτικό φαρμακευτικό παρασκεύασμα, β. (Παπασιώπης = γιατροσόφια, φάρμακα), γ. Δημητράκος από το ίλαος και ιλασθήσομαι = εξιλεώνω, καταπραΰνω, ε. (σημ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ).
ιλλινικούρις (οι) : εξεζητημένες λέξεις που ενώ αγνοούμε το νόημά τους τις εκστομίζουμε για να φανούμε σπουδαίοι και, συνήθως γινόμαστε καταγέλαστοι.
ιμάνʼ (του) : α. το φιλότιμο, β. το έλεος, γ. Φράση : «δεν έχʼ ιμάν αφτός!» = είναι σκληρόκαρδος.
ιμιράδʼ (του) : α. το εξημερωμένο ζώο, β. ξυλεία από φυτεία (συνήθως χωρίς ρόζους).
ιντιρέσου (του) : α. το κέρδος, β. το ενδιαφέρον, γ. το διάφορο, δ. Προέλευση : από το αγγλ. interesting, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ιξιτάζου (ρ.) : α. δίνω σημασία σε κάτι (οιωνό, σημάδι κτλ.), β. Φράση : «φλάξʼ αυτός τα ιξιτάζʼ αυτά!» = πρόσεχε, αυτός δίνει μεγάλη σημασία, τα ελέγχει.
ιπρουψές (επίρ.) α. προχθές το βράδυ, β. προψές (Παπασιώπης).
ιργαλεία : (τα) : α. τα σύνεργα του τεχνίτη, β. μετ. τα γεννητικά όργανα.
ιρίφς (επίθ.) : α. ο κακομοίρης, β. ο φουκαράς, γ. ο ανόητος, δ. ο ψεύτης, ε. ο κουτοπόνηρος, στ. Προέλευση : από το τουρκ. erif, πηγή : ΑΠΘ.
Ίσιουμα : (του) :α. ο επίπεδος χώρος, β. περιοχή του αγροκτήματος της Επανομής γ. η ισοπέδωση, δ. Φράση : «τα πήρις όλα ίσιουμα» = τα ισοπέδωσες όλα.
ίσκας : ικανοποίηση ,ευχαρίστηση
ίσκιους : α. η σκιά, β. ίσκιουμα (του) = 1. το σκιερό μέρος, 2. το ανήλιο, 3. το φάντασμα, το στχειό*.
ισνάφʼ (του) : α. η συντεχνία, β. Προέλευση : από το τουρ. esnaf , πληθ. του sinif = συντεχνία, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, γ. (σημ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ : ίδε Δημητράτος : συνάφεια = άμεση σχέση, συνένωση, σύνδεση. (lias :Τα κάναμε όλα τούρκικα… σέρβικα, κουτσοβλάχικα…. Άντε μην πώ καμμιά βαρειά κουβέντα…. ).
ιτς : καθόλου ,τίποτα
ιχούμινους (επίθ.) : ο εύπορος.
ιψες : χθές το βράδυ
Ί. (στιγμιαίο επίφών.) : η απόρριψη αυτών που ακούγονται ή γίνονται.
Ιίίί... (συρόμενο επιφών.) : ο θαυμασμός.
ιά (συνοδεύεται με κίνηση χεριών) : α. να τόσο, β. τόσο δα, γ. ορίστε (με αγένεια).
ιάτουσ-ά (επίρ.) : νά τος (Παπασιώπης).
ιγραίνουμι (ρ.) : α. ιδρώνω, β. δροσίζομαι, γ. βρέχομαι.
ίγκλα : (η) : α. λουρί του σαμαριού ή της σέλας των ζώων που περνά κάτω από την κοιλιά του αλόγου, β. δερμάτινο λουρί που περνούσε κάτω από την κοιλιά του ζώου για να κρατάει το σαμάρι, γ. Προέλευση: από το λατ. Cingula, πηγή : ΙΝΒΑ,
ίδγιασμα (του) : α. το πέρασμα του στημονιού στον ιστό του αργαλειού, β. Προέλευση : από το διάζομαι,
ιδώια (επίρ.) : α. σʼ αυτό το σημείο, β. εδώ πέρα.
ιδώθι (επίρ.) : α. πιο εδώ, β. προς τα εδώ, γ. από τότε ως τώρα (φράση : «απʼ του ʼ12 κʼ ιδώθι» = από το 1912 και μετά).
ιέτσιαϊά (επίρ.) : α. νά έτσι, β. μʼ αυτό τον τρόπο, γ. τοιουτοτρόπως.
ικείθι : (επίρ.) : α. πιο ʼκεί, β. προς τα ʼκεί.
ιλιάτσʼ (του) α. το εμπειρικό ή πρακτικό φαρμακευτικό παρασκεύασμα, β. (Παπασιώπης = γιατροσόφια, φάρμακα), γ. Δημητράκος από το ίλαος και ιλασθήσομαι = εξιλεώνω, καταπραΰνω, ε. (σημ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ).
ιλλινικούρις (οι) : εξεζητημένες λέξεις που ενώ αγνοούμε το νόημά τους τις εκστομίζουμε για να φανούμε σπουδαίοι και, συνήθως γινόμαστε καταγέλαστοι.
ιμάνʼ (του) : α. το φιλότιμο, β. το έλεος, γ. Φράση : «δεν έχʼ ιμάν αφτός!» = είναι σκληρόκαρδος.
ιμιράδʼ (του) : α. το εξημερωμένο ζώο, β. ξυλεία από φυτεία (συνήθως χωρίς ρόζους).
ιντιρέσου (του) : α. το κέρδος, β. το ενδιαφέρον, γ. το διάφορο, δ. Προέλευση : από το αγγλ. interesting, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ιξιτάζου (ρ.) : α. δίνω σημασία σε κάτι (οιωνό, σημάδι κτλ.), β. Φράση : «φλάξʼ αυτός τα ιξιτάζʼ αυτά!» = πρόσεχε, αυτός δίνει μεγάλη σημασία, τα ελέγχει.
ιπρουψές (επίρ.) α. προχθές το βράδυ, β. προψές (Παπασιώπης).
ιργαλεία : (τα) : α. τα σύνεργα του τεχνίτη, β. μετ. τα γεννητικά όργανα.
ιρίφς (επίθ.) : α. ο κακομοίρης, β. ο φουκαράς, γ. ο ανόητος, δ. ο ψεύτης, ε. ο κουτοπόνηρος, στ. Προέλευση : από το τουρκ. erif, πηγή : ΑΠΘ.
Ίσιουμα : (του) :α. ο επίπεδος χώρος, β. περιοχή του αγροκτήματος της Επανομής γ. η ισοπέδωση, δ. Φράση : «τα πήρις όλα ίσιουμα» = τα ισοπέδωσες όλα.
ίσκας : ικανοποίηση ,ευχαρίστηση
ίσκιους : α. η σκιά, β. ίσκιουμα (του) = 1. το σκιερό μέρος, 2. το ανήλιο, 3. το φάντασμα, το στχειό*.
ισνάφʼ (του) : α. η συντεχνία, β. Προέλευση : από το τουρ. esnaf , πληθ. του sinif = συντεχνία, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, γ. (σημ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ : ίδε Δημητράτος : συνάφεια = άμεση σχέση, συνένωση, σύνδεση. (lias :Τα κάναμε όλα τούρκικα… σέρβικα, κουτσοβλάχικα…. Άντε μην πώ καμμιά βαρειά κουβέντα…. ).
ιτς : καθόλου ,τίποτα
ιχούμινους (επίθ.) : ο εύπορος.
ιψες : χθές το βράδυ
Κ
καβάκʼ (του) : η λεύκα.
καβουρμάς (ου) : α. παρασκεύασμα χοιρινού κρέατος, β. καβουρντισμένο χοιρινό κρέας που διατηρείται σε τσουκάλι και είναι σκεπασμένο με λίπος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kavurma, πηγή : ΑΠΘ.
καβαδούρα : αμάνικό ρούχο
καγκανένας (αντων.) : α. κανένας, β. ουδείς, γ. (Παπασιώπης : μόνο επί αρνήσεως).
καγκαμνιάφουρας (επίρ.) : ποτέ των ποτών, β. με καμιά κυβέρνηση, γ. καμιά φορά.
καγκέλʼ : α. (ΑΡ « αμά αυτοί νιέ σκόρδου ιέφαγαν νιέ σκουρδές βρουμούσαν, δεν σταματούσαν τα καγκέλια.»). (τα καμώματα ; ) (lias : αυτή τη λέξη δεν μπόρεσα να μου εξηγηθεί από κανένα).
καγκιλουτό (του) : α. εργόχειρο με δαντελωτή μπορντούρα, β. συνών. τσιγκιλουτό*.
καδίσιου (του) : α. τυρί φέτα βαρελίσια, (όχι τελεμές = τυρί σε λαμαρινένιο δοχείο), β. καδί (του) = 1. το ανοιχτό ξύλινο, μακρόστενο και όρθιο δοχείο που σκεπάζεται με κινητό καπάκι, 2. (σημ. lias : εκεί χτυπούσαν το γάλα για να βγει το βούτυρο αλλά και υπήρχε και παρόμοιο δοχείο με κάνουλα στο κάτω μέρος όπυ έβαζαν τα λάχανα για την αρμιά), γ. Προέλευση : από το κάδος.
καζαναργιό (του) : α. ο χώρος που είναι στημένο το καζάνι του τσίπουρου, β. (σημ. lias : παλιότερα, που δεν υπήρχαν τα πλυντήρια οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν τον χώρο αυτό για το πλύσιμο της μπουγάδας επειδή εκεί μπορούσαν να ζεστάνουν άφθονο νερό μέσα στα καζάνια).
καζάντζμα (του) : α. η απόκτηση πλούτου, β. καζαντίζου (ρ.) = πλουτίζω, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kazandim<από το περσ. kazanmak, πηγή : ΑΠΘ.
καζίκʼ (του) : α. το παλούκι, β. η απροσδόκητη κακοτυχία, γ. η αποτυχία, δ. το κάζο, ε. τν καζικώνου (ρ.)= 1. την κοπανάω, 2. αποφεύγω κάτι, στ. Φράση : «έπαθα ιένα καζίκʼ!» = έπαθα μία ζημιά! ζ. Προέλευση : από το τουρκ. kazik = παλούκι, πηγή : ΑΠΘ.
καθαρνώ (ρ.) : α. απαλλάσσω από βρωμιές, β. ξεφλουδίζω, γ. ξεδιαλέγω από τα άχρηστα τα καλλίτερα (π.χ. κρεμμύδια, πατάτες), δ. μετ. δολοφονώ.
καϊκιώνου (ρ.) : α. ανταλλάσσω βρισιές, β. γίνομαι κακός, γ. κρατώ κακία, δ. κρατώ μούτρα, ε. θυμώνω,
κακάδ(ι) : ξεραμένο έκκριμα της μύτης
κακαβούλ(ι) : μικρή χύτρα ( εξ ου και Κακαβούλης)
κακανέλια (τα) : α. τα ζαχαρωτά, β. οι ξηροί καρποί, γ. τα μπισκοτάκια, δ. οι καραμέλες, ε. (σημ. lias : γενικά τα τραγανιστά φαγώσιμα που προκαλούν θόρυβο όταν τρώγονται), στ. μετ. τα ηχηρά γέλια. κακαράτζια (οι) : α. οι ξεραμένες λάσπες ή βρωμιές στα ρούχα, β. μικρά κόπρανα ζώου (των προβάτων και των γιδιών).
κακάρουμα (του) : α. ο ξαφνικός θάνατος, β. κακαρώνου (ρ.) = υπερβολικός φόβος, γ. Φράση : «τα κακάρουσιν» = πέθανε.
Κακανίζουμι : γελώ δυνατά
καλά (τα) : α. τα γιορτιάτικα ρούχα, β. οι προκομμένες πράξεις.
καλαμίδʼ (του) : α. το κόκαλο της κνήμης, β. μετ. ψηλός και αδύνατος άνθρωπος, γ. μακρύ καλάμι. καλαμπαλίκʼ (του) : α. συγκέντρωση μεγάλου πλήθους ανθρώπων, β. οχλαγωγία, γ. σωρός αχρείαστων αντικειμένων, δ. συρφετός, ε. Προέλευση : από το τουρκ. kalabalik, πηγή : ΑΠΘ. κουλαούσους (ου) : α. ο επικεφαλής της, β. ο οδηγός, γ. καλαούης = 1. ο κολαούζος, 2. υποζύγιο που πήγαινε μπροστά και οδηγούσε τα άλλα (Χ.Χ.).
καλαφάτζμα : α. το πάκτωμα, το γέμισμα των κενών των αρμών με ξένη ύλη (βαμβάκι, στόκο κτλ.), β. η στεγανοποίηση ξύλινων κατασκευών (βαρέλι, καδί, βάρκα, κτλ.), γ. μετ. η ερωτική πράξη. καλέμʼ : α. η σμίλη (μυτερό σιδερένιο εργαλείο για τον μαρμαρά ή και τον ξυλουργό), β. μονάδα μέτρησης επιφάνειας (φράση : «Τʼν έταξιν πέντι καλέμια χουράφʼ κι δγιό φτιά»), γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάλαμος, πηγή : ΑΠΘ.
καλίγουμα : α. το πετάλωμα των ζώων, β. μετ. η ερωτική πράξη, γ. καλιγώνου (ρ.) = α. πεταλώνω, 2. μεταφ. γ**ώ, δ. Προέλευση : από το ελνστ. καλλίγη = παπούτσι, πηγή : ΑΠΘ # Δημητράκος. καλίνγκα (η). το ρόδι, β. καλινγκιά (η) = η ροδιά.
καλκαμπάκ(ι) : κολοκύθα αρκετά μεγάλη ,κύρίως για παρασκευή κολοκυθόπιτας
καλούδγια (τα) : α. τα ευπρόσδεκτα δώρα (γλυκά, παιχνιδάκια κτλ. που προκαλούν χαρά, ιδίως στα παιδιά), β. τα αγαθά του σπιτιού, γ. Φράση : «ιέχουμι ένα σωρό καλούδια!» =δεν μας λείπει τίποτε. Καλουπίχιρου : καλοφτιαγμένο καλπάκʼ (του) : α. γυναικείο κάλυμμα του κεφαλιού, β. καπέλο χωρίς γύρο από τσόχα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kalpac, πηγή : ΑΠΘ.
καλτσιούνια (τα) : (πάντα στον πληθ. γιατί ήτανε ζευγάρι) : α. οι μάλλινες πλεχτές και χοντρές κάλτσες ως τον αστράγαλο, για χρήση εντός του σπιτιού, β. Προέλευση : από το ιταλ. calza, πηγή : ΑΠΘ.
κάλφας (ου) : α. ο αρχιμάστορας (σε οικοδομή), β. ο τεχνίτης (για ράφτη ή παπουτσή).
κάμα (του) : α. η ζέστη, β. Προέλευση : από το αρχ. καύμα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
καμάρουμα (του) : α. η περηφάνια, β. η εκδήλωση ικανοποίησης για κάτι προσωπικό, το καμάρι, γ. μετ. ο θάνατος, (φράσεις : «τς καμάρουσι», «καμάρουσι τς μασκαράδις» = πέθανε, (σημ. lias : από την εντύπωση που δίνει ο νεκρός πως κοιτάει τις άκρες των παπουτσιών του).
καμλιάφ(ι) : το κλιμαύχι του παππα
καμπόσους (αντων.) :α. αρκετός, β. μπόλικος.
καμπάθκους (επίθ.) : α. ο ακατέργαστος, β. μετ. ο κεκές, ο τσιβδός, γ. ο χοντροκομμένος , δ. ο παράφωνος, ε. καμπάθκου (του) = πυκνοϋφασμένο, χοντρό ρούχο.
καμπαρντίζου (ρ.) : α. καμαρώνω, β. περιαυτολογώ, γ. περηφανεύομαι.
Καμπάριμ : Ας γίνει Προέλευση : από το τουρκ. bari, barim, πηγή : ΑΠΘ.
καμπούλ(ι) : υποχώρηση , παραδοχή
κάμσκου : κάμνω
κανακιέυου (ρ.) : α. χαϊδεύω, β. φροντίζω υπερβολικά (ιδίως μικρό παιδί ή γέροντα), γ. κάμω όλα τα χατίρια σε κάποιον.
κανάτʼ (του) : η πήλινη κανάτα, β. Προέλευση : από το λατιν. cannata, πηγή : ΑΠΘ.
κανάτʼ (του) : α. το συμπαγές φύλλο του παράθυρου ή της δίφυλλης πόρτας χωρίς γρίλιες, β. τα πλαϊνά παράπετα του κάρου που άνοιγαν στα πλάγια για να είναι η καρότσα πιο ευρύχωρη, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kanat, πηγή : ΑΠΘ. κανέστρα (η) : α. το πανέρι, β. πλατύ και ρηχό καλάθι χωρίς λαβές, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάνιστρον, πηγή: ΑΠΘ.
κανένας (αντων.) : α κανένας. β καγκανένας( υπερθετικός βαθμός του κανένας)
κανέλα : 1 κάνουλα ,2 στρόφιγγα
κανίσʼ : (του) α. το δώρο που προσφέρεται σε μικρό πανέρι, σκεπασμένο με κεντητό ύφασμα σε επίσημες περιστάσεις (γάμους, βαπτίσια, αρραβώνες κτλ.), ήταν συνήθως είδη χρήσιμα για το νέο νοικοκυριό ή είδη ρουχισμού (σημ. lias : αν τα δώρα ήταν εδώδιμα – γλυκά, ποτά, μεζέδες κλπ – λέγονταν πεσκέσια* και προσφέρονταν στις γιορτές κυρίως, αλλά και τα γεννητούρια), β. κανίσια (τα) = τα δώρα που κάνουν στον αραβώνα κάποιου ζευγαριού, γ. Προέλευση : από το αρχ. κανίσκιον = καλαμένιο καλαθάκι, πηγή : ΑΠΘ.
κανουνάρχισμα (του) : α. η συμβουλή, β. το δασκάλεμα, γ. το ψάλσιμο κάποιου προς υποβοήθηση του κυρίως ψάλτη, δ. (σημ. lias : εκκλησιαστικά = οδηγία ή υποβολή του ιερέα προς τον ψάλτη για τον τόνο ή/και τη σειρά της Ακολουθίας).
κανουνκό : το δικαίωμα κάνουρα : είδος νήματος για ύφανση
κάνουρα : κλώστή για ύφανση κυρίως
καντάρʼ (του) : α. είδος ζυγού χωρίς τάσι αλλά με τρεις γάντζους και με αντίβαρο σιδερένιο βαρίδι, β. μέτρο βάρους ίσο με 44 οκάδες (σημ. lias : 58 κιλά περίπου), γ. κανταρόξυλου (του) = το ξύλο όπου κρεμούσαν το καντάρι για το ζύγισμα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κεντηνάριον, λατιν. centenarium = εκατό ουγγιές, πηγή : ΑΠΘ ).
καντίζου : 1.καταφέρνω 2.χορταίνω
καντίλα (η) : α. το καντήλι, β. ίχνος λαδιού στη σούπα, γ. το πετυχημένο πέταγμα του χαρταετού (όταν μένει ακίνητος στον ουρανό), γ. το μεγάλο καντήλι των εκκλησιών.
καντίπουτα και κάνκαντίπουτα (αντων.) : τίποτε απολύτως. καπαμάς (ου) : είδος φαγητού με κρέας αρνιού και σάλτσα.
καπάκ(ι) : γάστρα .Το σιδερένιο καπάκι που έμπαινε πάνω από το ταψι που περιείχε το φαγητό.
( Εφκιασα ένα φαι στου καπάκ(ι) που δε λιέιτι)
καπσαλιάς : α. ο κακόμοιρος,
καρά (επίθ.) : α. τα μαύρα αλλά και τα άσχημα, β. καράς (ου) = 1. το μαύρο άλογο, 2. μετ. το τραίνο που λειτουργεί με κάρβουνα, γ. καρά (η) = η καρυδιά,
καραβουλιάζου : παραμονεύω ,παρατηρώ ( Από το καραούλι)
καραγάτσʼ (του) : α. η φτελιά, β. το ξύλο της φτελιάς που είναι εξαιρετικά σκληρό.
καραδόντας (επίθ. ) : άνθρωπος με άσχημα ή στραβά δόντια.
καρακαϊπκιώνιου (ρ.) : α. κρύβω πολύ καλά, β. παραχώνω.
καρακόλʼ (του) : α. ο αστυνομικός, β. η αστυνομική περιπολία, γ. η σκοπιά, δ. το αστυνομικό φυλάκιο, ε. Προέλευση : από το βενετ. caraguol, πηγή : ΑΠΘ.
καρακουσʼκά (τα) : α. τα ακατανόητα, β. τα ακαταλαβίστικα λόγια, γ. φράσεις που λέγονταν επίτηδες αλλοιωμένα για να μην καταλαβαίνονται από τρίτα πρόσωπα, δ. (σημ. lias : στην παλιά Επανομή κάθε ομάδα [γειτονιά, παρέα κτλ.] είχε το δικό της συνθηματικό τρόπο για να συνεννοείται. ΄Ισως γι αυτό υπάρχουν και πολλές λέξεις στο ιδίωμα που δυσκολεύουν την κατανόησή του), ε. Προέλευση : από το σύνθ. καρά+ακουστικά.
καρακούσ" : εξόγκωμα
καραμπάσκου (του) : α. το μαύρο αρνί, β. Προέλευση : από το τουρ. karabas. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. καραμπέρας (επίθ.) : α. ο ηλικιωμένος, β. ο γκριζομάλλης, γ. καραμπέρκου (του) = ράτσα περιστεριών.
καραμπουιά (η) : α. μαύρη μπογιά, β. η σκούρα μπογιά γενικώς, γ. μετ. ο μελαψός ή ό έχων κατάμαυρα μαλλιά.
καραμπουρνάτου (του) : α. η σόδα του φαγητού, β. Προέλευση : από το γαλλ. carbonate, το ιταλ. carbonato. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 254, γ. (Παπασιώπης : ανθρακικόν άλας).
καραμπουρτσιάκʼ (του) : α. ο βίκος, β. χόρτο για ζωοτροφή, η ρόβι, γ. η αλεσμένη ζωοτροφή
καραντάρα (η) : α. μεγάλο χάλκινο και βαρύ αντικείμενο (με ιδιαίτερο ήχο), β. μικρής αξίας αλλά μεγάλου μεγέθους νόμισμα, γ. μεταφ. άχρηστο αντικείμενο.
καρίκ(ι) :σειρά στο χωράφι
καριουφύλʼ : α. το μπαχαρικό γαρύφαλλο, β. είδος εμπροσθογεμούς τουφεκιού με μακριά κάνη που εκπυρσοκροτούσε με φυτίλι.
καρκάλʼ (του) : α. το δυνατό γέλιο, β. καρκαλιούμι (ρ.) = γελώ δυνατά, γ. καρκάλας (επίθ.) = αυτός που γελάει δυνατά.
καρκάτζαλους : καλικάντζαρος
καρμίρς (επίθ.) : α. ο μίζερος, β. ο φιλάργυρος, γ. ο τσιγκούνης, δ. ο κακομοίρης.
καρότσα (η) : α. φανάρι με σήτα για τη φύλαξη των τροφίμων, β. τετράτροχο είδος κάρου που το έσερνε άλογο για τη μεταφορά φορτίων.
κάρου (του) : α. το κάρο, β. το αυτοκίνητο όπως το αποκαλούσαν οι Ελληνοαμερικανοί, γ. υβρ. η παλιογύναικα.
καρούλʼ (του) : α. η τροχαλία, β. κύλινδρος για το τύλιγμα του σχοινιού ή του σύρματος, γ. το πηνίο, δ. ο μακαράς*, ε. καρούλια (τα)(ειρων.) = τα πεταχτά αυτιά.στ. είδος νήματος
καρούτα και καρούτʼ (η) : το πατητήρι των σταφυλιών (σημ. lias : ήταν σχήματος μισού οριζόντιου βαρελιού, σανιδωμένο στον πάτο για να εξέρχεται ο μούστος).
καρουτουστάσʼ (του) : ο χώρος όπου τοποθετούσαν την καρούτα* και πατούσαν τα σταφύλια στον τρύγο (συνήθως υπαίθριος), αλλά και ο υπόγειος χώρος της αποθήκευσης των αντικειμένων του τρύγου (καρούτα, γαλίκια κτλ.).
καρουφύλʼ (του) : το μπαχαρικό γαρύφαλλο β.το λούλούδι γαρύφαλο .
καρόφυλλου (του) : το φύλλο της καρυδιάς αλλά και οι φλούδες του καρυδιού που χρησιμοποιούνταν ως χρωστική ουσία.
καρπιρός (επίθ.) : α. ο γόνιμος αγρός, β. ο πολύτεκνος.
καρπουλόι (του) : α. το δικράνι, β. γεωργικό εργαλείο (μοιάζει με μεγάλο πιρούνι με δύο ή τρεις αιχμές) για τη διαλογή του σταριού κατά το αλώνισμα, γ. Προέλευση : από το συνθ. καρπός+συλλογή. καρσί (επίρ) : α. απέναντι, β. Προέλευση : από το τουρκ. karci, πηγή : ΑΠΘ.
καρσιλαντώ : σημαδεύω
καρτιρώ : (ρ.) : α. περιμένω, β. παραφυλάγω, γ. υπομένω, δ. Προέλευση : από το αρχαίο καρτερία = υπομονή, πηγή : ΑΠΘ.
Καρσιλάντω : σημαδεύω και πετυχίνω ένα στόχο
κασίδʼ (του) : α. το κράνος (Δημητρ.), το κρανίο, β. [b]κασίδα[/] (η) = τριχοφάγος>αλωπεκίαση, γ. κασιδιάρς (επίθ.) = 1. ο ψωριάρης, 2. ο ψωροπερήφανος δ. Προέλευση: από το βυζ. κασσίδιον, πηγή : ΑΠΘ.
κασκαρίκα : α. η στημένη πλάκα, β. ο αστεϊσμός, γ. η φάρσα, δ. το φιάσκο, ε. το πάθημα, στ. απερισκεψία.
κασκό : α. γερό, β. αθάνατο, γ. εύρωστο.
κασκέτου : καπέλο ,κυρίως η τραγιάσκα
κασιλάκʼ (του) : μικρό στολισμένο ξύλινο κουτί για την φύλαξη των κοσμημάτων, (σημ. lias : το αστόλιστο χρησίμευε για το συμμάζεμα των ειδών ραπτικής (καρούλια, βελόνες, κλωστές κτλ.).
κασνάκʼ (του) α. το τελάρο της σήτας κοσκινίσματος, β. η φόρμα για την παρασκευή κασεριού ή άλλων στρόγγυλων τυριών (κεφαλοτύρι, γραβιέρα κτλ.), γ. Προέλευση : από το τουρ. kasnak, πηγή : X.X.
κασταλαή (η) : α. σταχτόνερο, β. τα καθαρά υπολείμματα στάχτης από ξύλα, γ. η αλισίβα, δ. (Ηλ.Ν.Π.: Χρησιμοποιούνταν ως καθαριστικό για το γυάλισμα των χάλκινων, αλλά και ως συστατικό για την παρασκευή γλυκισμάτων (σαλιάργια, μουσταλευριά κτλ.), ε. Προέλευση : από το κατασταλάζω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
καταρουή (η) : α. το συνάχι, β. η συνεχής βροχή, γ. δες και κατούργιασμα*.
κατασάρκʼ (του) : α. το κασκορσέ, β. η φανέλα (το εσώρουχο).
κατέβασʼ (η) : α. τα ορμητικά απόνερα της βροχής, β. συνών. ου απόιρας*, γ. το αυλάκι που δημιουργείται από τα νερά της βροχής, δ. κατιβασιά (η) = 1. το συνάχι, 2. το λούκι που έρχεται από τα κεραμίδια στη γη, 3. η θυελλώδης εφόρμηση του κυνηγού στο ποδόσφαιρο.
κάτʼ - καλά (φρ.) : ευτυχώς.
κατλίκʼ (του) : α. ο άνευ λόγου φόβος, β. ο χαλασμός Κυρίου, γ. Φράση : «μας ίφιρις του κατλίκʼ» = μας έφερες συμφορά.
κατόπʼ (του) : α. η παρακολούθηση, β. το ακολούθημα κάποιου, γ. Φράση : «τουν πήρα στου κατόπʼ» = τον πήρα από πίσω, τον ακολούθησα.
κατόφλιους (ου) : α. το πλατύσκαλο της εξώπορτας, το κατώφλι, β. το χοντρό ξύλο που βρίσκεται στο κάτω μέρος της κάσας της εξώπορτας.
Κατούνια : πράγματα διάφορα που κουβαλάει κάποιος
κατράμʼ (του) : η πίσσα.
κατραπάκιασμα (του) : α. το δυνατό ξύλο στο κεφάλι με τα χέρια, β. το λαίμαργο και υπερβολικό φαγητό, γ. μετ. η κακοδαιμονία, δ. κατραπακιά (η) = η καρπαζιά, ε. Φράση : «έφαγα μια κατραπακιά…» = έπαθα μεγάλη ζημιά.
κατρουφτίτσια : μανητάρια
κατσαρό (του) : το σγουρό μαλλί.
κατσάρουμα (του) : α. το καμάρωμα, β. το φούσκωμα, γ. κατσιαρώνουμι (ρ.) 1. καμαρώνω, 2. περηφανεύομαι, δ. κατσιαρώνου (ρ.) = ανοίγω τα σκέλη μου.
κατσιά (η) : α. η ποσότητα του φαγητού που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα, β. η παρέα που καταναλώνει την ποσότητα αυτή, γ. η καθισιά,
κατσιάκς (επίθ.) : α ο φοβητσιάρης, β. ο λαγός, γ. ο φυγάς.
κατσιαμάκι (η) : α. είδος φαγητού με καλαμποκίσιο πλιγούρι, β. κατσιαμάκας (επίθ.) = 1. ο ναζιάρης, 2. ο αμόρφωτος, 3. ο αγροίκος.
κατσιαούλʼ (του) : α. το σαγόνι, β. το πηγούνι.
κατσιαμούρ(ι) : ψυλόβροχο
κατσιάρτζμα (του) : α. η τρέλα, β. η παράνοια, γ. κατσιαρντίζου = 1. σιουρδίζου*, 2. χάνω το μυαλό μου,.
κατσίρτσι : 1. το έχασα, 2. τρελάθηκα.
κάτσι καλά (φρ.) : α. ανεπανάληπτα, β. τα πολύ καλά, τα εξαιρετικά, γ. αυτά που δύσκολα περιγράφονται. δ βέβαια και κάθησε καλά
κατσιούλʼ (του) : στρόγγίλη πέτρα από κεραμίδι κυρίως
κουτσλιά : κουτσουλιά
κουτσουγκέλα (η) : ο ελιγμός.
κατσουλιέρς (ου) : ο κορυδαλλός ο λοφιοφόρος.
κατφές (ου) : α. η καλέντουλα, είδος κίτρινου λουλουδιού που ανθίζει όλο το καλοκαίρι, β. το μεταξωτό βελούδο (Δημητράκος).
κάτχια (τα) : μετ. οι στρώσεις με φύλλα της πίττας η μαλιού
κατσ(ι)φός :αλλήθωρος
κατώι (του) : υπόγειος χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται ως αποθήκη.
καφέθκου (του) : α. το τέως Χιλιόδραχμο επειδή είχε καφέ χρώμα, β. το καφετί χρώμα π.χ. καφέθκου πουλόβερ.
καφκαλιά (η) : α. δυνατό χτύπημα με το κεφάλι, β. η κεφαλιά.
καφκί (του) : μικρό χάλκινο σκεύος (σαν μικρό ποτιστήρι) για τη μεταφορά του λαδιού, το ρόι.
καφτάνʼ (του) : α. μακρύς μανδύας με μανίκια, β. ο ξυλοδαρμός στο κεφάλι.
καψαλνώ (ρ.) : α. καίω κάποιον επιφανειακά, β. καψαλίζω, γ. μετ. το σκάω, δ. καψάλτ΄ (του) = η φευγάλα, ε. καψαλιάρδις (οι) = (ειρων.) = οι κάτοικοι του χωριού Κρόκου.
κέντημα (του) : α. το εργόχειρο, β. το γλυπτό σκάλισμα με σχέδιο σε ξύλο, γ. το σχέδιο με κανέλα στο ρυζόγαλο, δ. το σχεδίασμα, ε. στ. Προέλευση : από το ελνστ. κεντώ, πηγή : ΑΠΘ.
κιαϊμέτʼ (επίρ.) : α. πολύ, β. ένα σωρό, γ. μεγάλη ποσότητα, δ. πλήθος, ε. Φράση : "ιένα κιαϊμέτ'" = ένα σωρό.
κιβούρ (του) : α. ο χώρος όπου τοποθετείται η σωρός, β. (ΑΠΘ = φέρετρο και με επέκταση ο τάφος. Από το βυζ. κιβώριον = θολωτή κατασκευή που στηρίζεται σε μικρούς κίονες και καλύπτει την Αγία Τράπεζα).
κιζάπʼ και γκιζάπʼ* (του) : α. το υδροχλωρικό οξύ, β. Προέλευση : από το τουρκ. kezzap, πηγή : ΑΠΘ.
κικιρίκια (τα) : α. τα φιστίκια, β. οι ξηροί καρποί με σκληρό περίβλημα (φιστίκια, καρύδια, Αιγίνης, φουντούκια κλπ ), γ. αράπικα φιστίκια, δ. Προέλευση : από το παρήχ. καρυδάκια.
κικλής (ου): α. το πουλί κιρκινέζι (μικρό είδος γερακιού) β. μικρός και αδύνατος άνθρωπος.
κιλάρʼ (του) : α. αποθήκη τροφίμων μέσα στο σπίτι, β. Προέλευση : από το λατιν. cellarium, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253, γ. (σημ. lias : γιατί όχι από το ελληνικό κελίον;).
κιλίμʼ (του) : ο υφαντός μάλλινος διάδρομος με λωρίδες παλιών υφασμάτων (σεντονιών, πλεκτών κτλ.).
κιλό (του) : α. μονάδα βάρους ίση με είκοσι δύο οκάδες (σημ. lias : είκοσι οκτώ κιλά περίπου), β. το κιλό που αντικατέστησε την οκά στη μέτρηση του βάρους.
κινάργια (τα) : παιχνίδι με κότσια ζώων.
κινώνω : σερβίρω
κ(ι)νώ (ρ.) : α. αρχίζω κάτι (π.χ. μια δουλειά), β. ξεκινώ να πάω κάπου,
κινώνου (ρ.) : σερβίρω, β. κοινοποιώ, γ. κένουσι (προστ.)= 1. άδειασε, 2. σερβίρισε, δ. (lias = είναι διαφορετική λέξη : κοινό – κενό ) δες κοινώνου* και κοινουνώ*.
κιόλας (επίρ.) : α. κιόλας, β. (Παπασιώπης) : αμέσως – αμέσως, τόσο γρήγορα.
κιούγκʼ (του) :α. πήλινος σωλήνας αποχέτευσης, γυαλισμένες με τκάλ*, β. (lias : χρησιμοποιούνταν κυρίως από τους βυρσοδέψες).
κιουμέρʼ και κιμέρʼ (του) : πάνινο ή δερμάτινο πορτοφόλι που φυλάγονταν μέσα από το ζωνάρι.
κιούπʼ (του) : πήλινο κιούπι με μεγάλο στόμιο, (lias : παλιά αποθήκευαν εκεί το αλεύρι).
Κιουσπέτ(ι) : καοπληρωτής
κιουστέκʼ (του) : α. επιστήθιο ασημένιο γυναικείο κόσμημα (πηγή : Σιαμπανόπουλος), β. (Χ.Χ.= πέτσινη ζώνη με τις φυσιγγιοθήκες που φοριούνταν σταυρωτά).
Κιουσπέτ : χωρίς μπέσα ανθρωπος
κιουτέβου (ρ.) : α. αδρανώ, β. μένω αμήχανος, γ. τα χάνω και δεν κάνω τίποτα, δ. δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, ε. φοβούμαι, στ. δειλιάζω, ζ. κιουτής (επίθ.) = ο δειλός, η. Προέλευση από το τουρκ. kotu = κακός, πηγή : ΑΠΘ ).
κιπέγκʼ (του) : α. ξύλινα τάβλα μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού, β. ο ξύλινος μπάγκος των φούρνων για την τοποθέτηση των φρέσκων καρβελιών, γ. προεξέχουσα βάση του παραθύρου του καταστήματος (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το τούρκ. kepeng = καταπακτή, θυρόφυλλο, ε. δες και κάτχια*.
κιπαζές (ου) : α. το ρεζιλίκι, το ρεζίλι, β. ο περίγελως, γ. Φράση : «κιπιζιές γίνκαμι σʼ όλου του μαχαλά» = ρεζιλευτήκαμε στη γειτονιά.
κιπρί (του) : το μεγάλο κουδούνι με άλλο μικρότερο στο εσωτερικό του που φορούσε το επικεφαλής ζώο του κοπαδιού.
κιπτσές (ου) : τρυπητή κουτάλα, (Δημητράκος).
κιρά (του) : α. το ενοίκιο, β. Προέλευση : από την αρχ. κύριος = κάτοχος.
κιρχανατζής (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν συμπεριφέρεται σαν κύριος, β. άνθρωπος τεμπέλης που φορτώνεται στους άλλους, γ. ο φαντασιόπληκτος, ο παραμυθάς, δ. γενικά είναι βρισιά που μπορεί να ειπωθεί με πολλές έννοιες.
κισάτ(ι) :1.στενοχώρια 2.ανδουλιές
κισές (ου) : α. ο κεσές, β. αβαθές πήλινο δοχείο για την παρασκευή γιαουρτιού, ρυζόγαλου κτλ.
κισλάς : βοσκότοπος ,λιβάδι
κιτσές (ου) : α. είδος χοντρού υφάσματος από συμπιεσμένες τρίχες ή μαλλί, β. Προέλευση : από το τούρκ. kece, πηγή : ΑΠΘ.
κιφάλας (ου) : άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι.
κιφαλάρʼ (του) : α. η νερομάνα, β. πηγή με άφθονο νερό, γ. το ξύλο του κρεβατιού όπου ακουμπάει το κεφάλι, δ. κιφαλαριά (η) = το μέρος του χαλιναριού που εφάπτεται στο μέτωπο του αλόγου, (πηγή : Καραντάνας).
κιφτιδις (ου) : κεφτέδες, β. μετ. οι πλαδαρόι, οι χοντροί, γ. ο δυσκίνητος, δ. ο καταβραχθίζων ευμεγέθη κομμάτια κρέατος,
κιχαϊάς : α. δημογέροντας με χρέη επιτρόπου, β. αυτός που κάνει κουμάντο σε ένα νοικοκυριό, γ. ο επιστάτης, δ. ο οικονόμος.
κʼχ (επιφών.) : α. κίχ, β. τσιμουδιά, γ. τίποτε, δ. κʼκ – μʼκ = 1. μισόλογα, 2. μασημένα λόγια, δ. δες και γκʼκ*.
κλανιάρς (επίθ.) : ο δειλός.
κλαρίζου (ρ.) : α. καθαρίζω τα δέντρα από τα περιττά κλαδιά του κορμού, β. κλαδεύω.
κλειδουμάχειρου (του) : α. ο σουγιάς, β. το μαχαιράκι που η λάμα του κρύβεται στο χερούλι.
κλειδουπνάκʼ (του) : α. σύστημα 3 - 4 βαθιών αλουμινιένιων πιάτων (που έμοιαζαν με κεσέδες ο ένας επάνω στον άλλον) και ασφαλίζονταν για τη μεταφορά του φαγητού από το σπίτι στο μαγαζί ή στο χωράφι, β. (σημ. lias : παλιά δούλευαν από το πρωί ως τα μεσάνυχτα και τους κουβαλούσαν το φαγητό στη δουλειά!).
κλησιά : εκκλησία
κλησιάρς : νεοκόρος
κλόκ(ι) : κυκλικό σχήμα
κλουκουτώ : ανακατώνω
κλιά (η) : α. η κοιλιά, β. κλιές = φαγητό με αρνίσιες ή κατσικίσιες κοιλιές (όχι μπουμπάρ*).
κʼλίφʼ και κλιούφʼ (του) : α. η μαξιλαροθήκη, β. Προέλευση : από το αρχ. κελύφιον<κέλυφος, πηγή : ΑΠΘ.
κόπα : σωρός
κόρφους : ο χώρος μεταξύ ενός πουκάμισου και του στήθους
κουλόθρα (η) : η δερματική πάθηση του κεφαλιού (λεπίαση του τριχωτού) κάτι σαν έντονη πιτυρίδα.
κλόστς (ου) : α. ο πλάστης για το άπλωμα του φύλλου της πίτας, β. μακρύ στρόγγυλο ξύλο για το άπλωμα του φύλλου της πίτας.
κλούτσα (η) : αναπηρία ( "από του κάτσμου κλούτσιασαν τα πουδαριάμ").
κλώθου (ρ.) : α. κλώθω, β. επεξεργάζομαι το νήμα.
κλώθουμι (ρ.) : α. κωλυσιεργώ, β. περιτριγυρίζω άσκοπα, γ. καθυστερώ, δ. (Νιάνια : «κλώσκις» = γύρισες, στριφογύρισες), ε. κλώστα (προστ.) = μην καθυστερείς.
κλώτσ(ι)κα : γυροβολιά ,γύρα
κλώσις (οι) : α. οι πλεξούδες των μαλλιών, β. (lias : και του τσουρεκιού, του ψωμιού, κτλ.), γ. οι κότες που γενούν και επωάζουν, δ. οι κότες που έχουν κοτοπουλάκια, ε. κλώσα (η) = ειρ. ανόητη, αφελής γυναίκα, στ. κλουσαριά (η) = η κότα που κλωσάει τα αυγά.
κνούπʼ (του) : α. το κουνούπι ή και η σκνίπα, β. μετ. ο υπερβολικά μεθυσμένος.
κόβουμι (ρ.) : α. κόβομαι (στο χέρι, στο πόδι κτλ.), β. μετ. ενδιαφέρομαι υπερβολικά για κάποια κοπέλλα.
κόθρους (ου) : α. η τραγανή στριφογυριστή άκρη της πίτας που εφάπτεται στα χείλη του σινιού, β. κόθρις = οι στεγνές κόρες του ψωμιού (χρησίμευαν στην παπάρα*), γ. Προέλευση από το αρχαίο κόθρος = χείλος ταψιού, πηγή : Δημητράκος /// Π.Λ.Μπ.: κώθα = ποτήρι. κοινουνώ (ρ.) : μεταλαμβάνω.
κοινώνου (ρ.) : α. σερβίρω, β. ανακοινώνω, δημοσιοποιώ, γ.μεταλαβαίνω Προέλευση : από το αρχαίο κενώ, δ. δες κινώνου*.
κόκκαλου (του) : α. το κόκαλο, β. το γλωσσίδι για το φόρεμα των παπουτσιών, γ. το κουκούτσι των φρούτων, δ. (σημ. lias : λέγεται και γλώσσα, γλουσίδʼ και κλιτσιμπί [κλίτς+μπει]).
κόμπους (ου) : α. ο κόμπος του σχοινιού, β. πολύ μικρή ποσότητα, γ. το «στέγνωμα» του λαιμού από τη στενοχώρια, δ. μετ. το μικρό κομπόδεμα (συνήθως σε ένα δεμένο μαντήλι), ε. Φράσεις : «τόδισα κόμπου» = δεν πρόκειται να το ξεχάσω, «έχου ένα κόμπου στου λιμό» = έχω μεγάλη στενοχώρια, στ. (Νιάνια : κόμπος = η σταλαγματιά), ζ. (Χ.Χ. κεφάλι καρφίτσας – κομπόδεμα).
κόπανους (ου) : α. πλατύ και χοντρό ξύλο για το χτύπημα των ρούχων ή κλινοσκεπασμάτων όταν τα έπλεναν για να καθαρίσουν καλλίτερα, β. μετ. ο ανέντιμος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κόπανον = γουδοχέρι, πηγή : ΑΠΘ.
κόπιλους (επίθ.) : α. ο κακοήθης, β. ο ανήθικος, γ. κουπέλ (του) = ο βοηθός, γ. Προέλευση : από το αλβ. kopil,= δούλος, πηγή : ΑΠΘ.
κόπτσα (η) : α. γάντζος και κρίκος που αντικαθιστά το κουμπί στον γυναικείο ρουχισμό, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopca, πηγή : ΑΠΘ.
κόρδα : α. η χορδή, το τέλι, β. μετ. η πείνα γ. το σχοινί της ρόδας του τσικρικιού*, δ. το κουράγιο, ε. Φράσεις : 1. «ιέχου κάτʼ κόρδις!» = πεινώ πολύ, 2. «μι κόπκαν οι κόρδις» = δεν έχω κουράγιο, τέλειωσαν οι δυνάμεις μου, ε. (σημ lias : οι χορδές των οργάνων παλαιότερα γίνονταν με στεγνά έντερα ζώων).
κόρις (οι) : α. οι στεγνές κόρες ψωμιού, β. μικρές φέτες κυδωνιού, μήλου κλπ. γ. κόρις μι πιτμέζʼ = είδος γλυκού με φέτες κυδωνιού, στεγνών δαμάσκηνων, βερίκοκων κτλ. μαζί με πετιμέζι,
κόρτσα (η) : ο κοριός.
κόσα (η) : α. είδος μεγάλου δρεπανιού με μακρύ στειλιάρι για το κόψιμο των αγριόχορτων, β. Προέλευση : από το βουλγ. kosa, πηγή : ΑΠΘ.
κότσʼ (του) : α. το κόκαλο του αστράγαλου, β. μετ. το τσαγανό, γ. Φράση : «δεν έχς τα κότσια ρα» = δεν έχεις το σθένος, δ. το στέλεχος του καρπού του καλαμποκιού που χρησίμευε σαν πώμα σε μπουκάλια, ε. κουτσνάρʼ* (του) = η άκρη του κόκαλου της φτερούγας των πουλιών.
κουβαλνιούμι (ρ.) : επισκέπτομαι απρόσκλητος κάποιον.
κουζιάκς (επίθ.) : ο κοντός.
κουκόνα (η) : α. η μικρή όμορφη κοπέλα, β. μορφή κοριτσιού με το οποίο στόλιζαν τα λαήνια , γ. Φράση : «κουκόνα απου λαϊνʼ" = πολύ όμορφο κορίτσι.
κουκούδʼ (του) : α. το ξεραμένο αίμα μίας πληγής, β. ξεραμένο φλέγμα της μύτης, γ. το εξάνθημα. κουκούλʼ (του) : α. η φούσκα, β. το βομβύκιο του μεταξοσκώληκα, γ. μάλλινος σκούφος, δ. ο όρχις. κουκλώνουμι (ρ.) : σκεπάζομαι, β. τυλίγομαι, γ. κουκουλώθκιν = τον τύλιξαν και τον πάντρεψαν, δ. κουκλώνου (ρ.) 1. αποκρύβω κάτι, 2. «τυλίγω» κάποιον ερωτικά.
κούκους (η) : α. ο κότσος των μαλλιών, β. (Ζ.Κ. αφήγηση) οι κοπέλες όταν αρραβωνιάζονταν έκαναν τα μαλλιά τους κούκο, ήταν δηλαδή δηλωτικό, όπως και η βέρα, γ. δες και ξικουκούμʼ*, δ. ειρ. Φράση : «η κούκου στʼ φαλάκρα» = τα μαλλιά που σκεπάζουν τη φαλάκρα, δ. μετ. η γενετήσια ορμή (φράση : «σε κάνι κούκου;» = σου σηκώνεται το πέος;
κούκους (ου) : α. το πουλί κούκος, β. το ρολόι, γ. ο κότσος των μαλλιών, δ. η στοίβα διαφόρων αντικειμένων ιδίως (πολλών πιάτων αλλά ακόμη και χρημάτων), ε. η ντάνα.
Κουκουναρς : άνδρας από την πόλη
Κουκόνα : γυναίκα από την πόλη
κουκότα : πέτρα για σφενδόνα κυρίως
κουλαίνουμι (ρ.) : α. μου «κόβονται» τα πόδια, β. Προέλευση από το κουλός.
κουλάζουμι : αμαρτάνω
κουλαούζους (επίθ.) : ο καθοδηγητής, β. ο οδηγός.
κουλάϊ :κουράγιο, μέθοδος ,λύση
κουλμπίσια : βαφτίσια
κουλί (του) : α. ο γλουτός, β. το γυμνό πίσω μέρος του μπουτιού, γ. το κωλομέρι, δ. ο πισινός, ε. Προέλευση : από το κοίλος, πηγή Π.Λ.Μπ.
κουλουκίθα (η) : α. η ξερή κολοκύθα (για γλυκό, πίτα κλπ.), β. μετ. ο κουτός άνθρωπος, γ. η φλάσκα κολοκύθα (η νεροκολοκύθα) που αφού την ξέραναν, καθάριζαν εσωτερικά την ψίχα της και τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά νερού, κρασιού κτλ., δ. κουλουκίθʼ (του) = 1. το κολοκύθι, 2. μετ. ο χαζός, ε. κουλουκθάτου (του) = γλυκό του κουταλιού με κολοκύθα, ε. (lias : Προσοχή ! Ενώ για τα γλυκά προσδιορίζουμε την προέλευσή τους από τον καρπό που αποτελεί την πρώτη ύλη, π.χ. κυδουνάτου, καρυδάτου, κουλουκθάτου κτλ. δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα φαγητά. Δεν λέμε στα Επανομίτικα πρασάτου, λαχανάτου κτλ. αλλά λέμε γρουν μι λάχανου κτλ.)
κουλουργιάζου (ρ) : α. τυλίγω, β. καταφέρνω και πείθω κάποιον, γ. μπερδεύω, δ. κάνω μία δουλειά πρόχειρα και με βιασύνη, ε. καταφέρνω κάποιον για παντρειά.
κουλουμέρια : τα οπίσθια
κουλουμπουρντώ :αναποδογυρίζω
κουλουρίζʼ (του) : η παραφυάδα.
κουλσούνʼ (επιφών.) : μπράβο!
κουλόθα : δερματοπάθεια
κουμαρτζής (επίθ.) : α. ο μανιώδης χαρτοπαίκτης, β. ο τζογαδόρος, γ. κουμάρου (του) = η μανιώδης χαρτοπαιξία (ή άλλο τυχερό παιχνίδι [π.χ. ζάρια]) με σκοπό το εύκολο κέρδος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. kumar = χαρτοπαιξία, πηγή: ΑΠΘ.
κ(ι)μάσʼ (του) : α. μικρός προστατευμένος χώρος για χρήση από πτηνά (κότες, περιστέρια, χήνες κτλ. – όχι ζώα), β. ο ορνιθώνας, γ. μετ. ο βρώμικος, ο ύπουλος άνθρωπος, δ. ο παλιοχαρακτήρας. κουμασλίκʼ : α. κομμάτι υφάσματος αρκετό για ένα φόρεμα, β. (σημ. lias : Ο Ηλιαδ. στη «χαρά» εξειδικεύει ότι πρόκειται για δώρα (κουμασλίκια) της νύφης στους οικείους του γαμπρού που στέλνονταν το Σαββατόβραδο πριν από το γάμο), γ. Προέλευση : από το τουρκ. kumas = ύφασμα, πηγή : ΑΠΘ.
κουματσιούλʼ (του) : α. το κομματάκι, β. κουματσιούλια (τα) = σπασμένα μικρά κομμάτια (από γυαλιά, κεραμικά, ψωμί κτλ.) Κουματσιόλα =Μεγάλο κομμάτι
κουμπάκ(ι) : ο καρπός του καλαμποκιού
κουμπγιάζουμι (ρ.) : α. δυσκολεύομαι να καταπιώ, β. διστάζω, γ. μιλώ με δυσκολία ή με διακοπές, δ. Προέλευση : από το κόμπος, πηγή : ΑΠΘ.
κουμπίνα : θεριζοαλωνιστική μηχανή
Κουμούλα : γεμάτο υπερβολικά
κουνίστρα : (η) : α. η προκλητική γυναίκα (που κουνάει υπερβολικά τους γοφούς της), β. μετ. ο ομοφυλόφιλος, γ. το κουνιστό αλογάκι, προβατάκι ή άλλο παιχνίδι των μωρών, δ. το κρεβατάκι του μωρού που κινείται για να ηρεμήσει, ε. το μπισίκʼ*.
κουντίλʼ (του) : α. μολύβι, β. κιμωλία, γ.κομάτια στρόγγυλου ξύλου. Προέλευση : από το υποκ. της λ. κοντός = κοντάρι, πηγή : Π.Λ.Μπ.
κουντλώ : παραπατώ
κουντό (του) : α. το κοντάρι, β. η λαβή του σκεπαρνιού, γ. Φράση : «θέλς αν σι δ'ωσου μια μι του κουντό» = απειλή ξυλοδαρμού, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κοντός = κοντάρι, πηγή : ΑΠΘ. κουντόγνουμους (επίθ.) : ο στενόμυαλος.
κουντουγούνʼ (του) : α. η κοντή γούνα, β. το γούνινο ημίπαλτο (μέχρι τα γόνατα).
κουπάνα (η) : α. η ξύλινη σκάφη, β. μετ. το σκασιαρχείο από τη δουλειά ή το σχολείο, γ. κουπανατζής (επίθ.) = αυτός που αποφεύγει μία ομαδική εργασία, δ. η ζμπόμπα*.
κουπανίζου (ρ.) : α. χτυπώ δυνατά, β. ανταπαντώ με σκληρά λόγια, γ. Φράση : «μνιά χαρά τςτα κουπάνσα…» = πολύ καλά έκανα και την μάλωσα.
κουπανστιά :πέσιμο
κουπέλʼ (του) : α. το μπάσταρδο, β. το εξώγαμο, γ. ο υπηρέτης (και μάλιστα για βαριές δουλειές) δ. Φράση : «ιέχου ιένα κουπέλ πʼ όλις τς δλιές μιτς φκιάν!», ε. (σημ. lias : το κοπέλι = αγόρι μόνο στην Κρήτη συνηθίζεται, ε. Προέλευση : από το αλβ. kopil = υπηρέτης, πηγή : ΑΠΘ.
κουπιλόπλου (του) : α. το σκανδαλιάρικο παιδί, β. ο αντιπαθητικός πιτσιρικάς.
κουπούκʼ : (του) : α. ο αλητόβιος, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopuk, πηγή : ΑΠΘ.
κουπόϊ : κυνηγιτικό σκυλί
κουραδιασμένους (επίθ.) : α. ο ξεραμένος, β. μετ. ο λερωμένος που ξεράθηκαν οι βρωμιές επάνω του.
κουραχάνʼ : α. το ανέκδοτο, β. η χοντροκομμένη πλάκα.
κουρασάνʼ (του) : α. το αμμοκονίαμα για το σοβάτισμα των τοίχων, β. μίγμα ασβέστη και άμμου. κουρδέλια (τα) : α. τα παπούτσια με κορδόνι, β. Φράση : «ιού λιανό κουρδέλʼ…» = υποτιμ. κατώτερος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το βενετ. cordella, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 254.
κουρδώνου (ρ.) : α. ερεθίζω το πέος σε στύση, β. τεντώνω αγέρωχα (το σώμα, το κορμί κτλ.), γ. κουρδώνουμι (ρ.) = 1. καμαρώνω, 2. περηφανεύομαι.
κουριά :κόρα του ψωμιού
κούρκους (ου) : α. η γαλοπούλα, β. συνών. μισίρκους*, τούρκους*.
κουρκούτʼ (του) : α. ο χυλός, β. Φράση : «μʼ έκανις του μιαλό κουρκούτʼ» = με ζάλισες ), γ. κουρκούτας (επίθ.) = 1. ο ακάθαρτος, 2. (Χ.Χ.) = ο λερωμένος, δ. κουρκουτάζουμι (ρ.) = 1. ζαλίζομαι, 2. μπερδεύομαι.
κούρκους : γαλοπούλα
κουρκούτ(ι) :χυλός από αλεύρι και νερό
κουρμός (επίρ.) : Ο κορμός του φυτού
κούρβα. η στροφή του δρόμου, β. η καμπύλη, γ. μετ. η σωματώδης πόρνη, δ. Προέλευση : από το λατιν. curvus = λυγισμένος, πηγή : ΑΠΘ.
κουρμπάνʼ (του) : α. εκλεκτά κομμάτια κρέατος που προορίζονται για συνεισφορά σε φαγοπότι ή γλέντι πανηγύρια (πηγή lias από Καραντάνα),
κούρμπέτ : α. η πιάτσα, β. η βιοπάλη, γ. γκουρμπέτς (επίθ.) = 1. ο περπατημένος, 2. ο αλανιάρης, 3. ο πλανόδιος, 4. ο γύφτος, δ. Προέλευση : από το τούρκ. gurbet = ξενιτιά, πηγή : ΑΠΘ.
κουρνιαχτός : σκόνη
κουρντίζου : : α. κουρδίζω (το ρολόι, το πιάνο, την κιθάρα κτλ.), β. μετ. πειράζω τον άλλο ώστε να τεντωθούν τα νεύρα του, γ. εκνευρίζω, δ. (Χ.Χ. : κουρντίζου = γεννάω), ε. (Παπασιώπης : κουρντίζν = φορούν επιδεικτικά ), στ. Προέλευση : από το αρχαίο κόρδα = χορδή, πηγή : ΑΠΘ.
κούρπιτους (ου) : α. το έντομο σκνίπα, β. ο μεθυσμένος, γ. (Μαλούτας : προέλευση από το αγγλ. carpet, ιταλ. carpeto = ήπιε τόσο πολύ που έπεσε στο χαλί και δεν μπορεί να σηκωθεί απ΄ αυτό). κουρόνα (η) : α. παιδικό παιχνίδι με νομίσματα, β. δες πιχνίδγια*.
κουρσιούμ(ι) :μεταλική μπίλια
κουρτσιαβέλ(ι) : κοριτσάκι
κουρφή (η) : α. η κορυφή, β. το πάνω και πίσω μέρος του τριχωτού της κεφαλής (φράση : «άμα έχς δυό κουρφές… δυό φουρές τα παντριφτείς!».
κουσια (η) : Η πλεξούδα
κουσκιντστή (η) : α. η ποσότητα που ρίχνουμε με το πιάτο για να κοσκινίσουμε κάτι, β. επαναλαμβανόμενη ρίψη μικροποσότητας υλικών για κοσκίνισμα, γ. (Νιάνια : κουσκιντστές = ποσότητες αλευριού για κοσκίνισμα).
κουσούρʼ (του) : το ελάττωμα.
κούσπα (η) : α. η τούμπα από κόπρανα, β. μετ. κούσπαρς (ου) 1. ο πλαδαρός άνθρωπος, 2. ο δυσκίνητος, γ. κούσπου και κουσπαρέλου (η) = η κωλαρού και δυσκίνητη γυναίκα.
κούτιου (του) : α. η κουτή, β. μετ. το άδειο κεφάλι, γ. το αδέσποτο μικρό σκυλί, δ. Φράση : «χαμένου κούτιου» = χαμένο σκυλί.
κουτκας(ου) : α. το πίσω μέρος του κεφαλιού, β. μετ. άνθρωπος με άδειο κεφάλι, γ. Προέλευση : από το αρχ. κοττίς, = ινίο, πηγή : Χ.Χ.
κουτρουβαλιάζουμι (ρ.) : α. κατρακυλώ με το κεφάλι κάτω, β. Χ.Χ.: κουτρουβάλα = κούτσουρο. κούτσκους (επίθ.) : ο μικρός.
κουτσνάρ (του) : α. η άσαρκη άκρη των άκρων των πτηνών (ποδιών και πτερών), β. τα ακροδάχτυλα, γ. το μέρος των ζώων από τον αστράγαλο μέχρι την πατούσα.
κουτσούλα (η) : α. το περίττωμα των πουλιών, β. μετ. η μικρή ποσότητα, (φράση : «μʼ έδουκι μιά κουτσούλια φαΐ»), γ. κουτσουλιάης (ου) = αυτός που κάνει μισές δουλειές. κουτσουμίτς (επίθ.) : ο άνθρωπος με μικρή μύτη.
κουτζιαμάν : ολόκληρος(η) ,μεγάλος
κουτσουπέτνους (ου) : α. άτομο που φοράει κοντά παντελόνια ή φοράει το παντελόνι με γυρισμένα τα ριβέρ, με τον τρόπο που τα γυρίζουν οι ψαράδες, β. μετ. ο κουτσός.
κούτσουρου (του) : α. ξερό ξύλο κληματαριάς για κάψιμο, β. άνθρωπος ανεπίδεκτος μαθήσεως, γ. μετ. ο ξεροκέφαλος, δ. Φράση : «έκαμα του κούτσουρου» = προσποιήθηκα τον ανήξερο. κουτσουρέινιους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που επιμένει στην άποψή του έστω κι αν είναι λαθεμένη, β. ο ισχυρογνώμων, γ. ο ξεροκέφαλος, δ. ο άξεστος, ε. συνών. : του ντβάρʼ*.
κουτσουδούλια : μικροδουλιές
κουτσουφόκαλου (του) : α. φαγωμένη χορτάρινη σκούπα, β. ειρων. ο κοντός.
κφογρούνου (του) : α. ο περιφρονημένος άνθρωπος, β. ο άνθρωπος που του δίνουμε λίγη αξία, γ. ο αργόστροφος.
κουφουτίλʼ (του) : το πώμα (με τρύπα στο κέντρο όπου έμπαινε ένα μικρό ξυλάκι για να τη βουλώσει) στη θέση της κάνουλας του βαρελιού.
κόχʼ (η) : α. το κοίλωμα του τοίχου, β. η στρογγυλεμένη γωνία μεταξύ δύο τοίχων, γ. θέση δίπλα στο τζάκι, δ. Φράση : «τουν έβαλα ζτ κόχʼ» = τον τίμησα, τον περιποιήθηκα., ε. (lias : στη παλιά Επανομή η θέση που προορίζονταν για τον παππού ή τον επισκέπτη ήταν δίπλα στο τζάκι).
κόψιμου (του) : α. το κόψιμο, β. η διάρροια, γ. μετ. το ενδιαφέρον για εκπρόσωπο του άλλου φύλου, δ. η εμφάνιση.
κράζου (ρ.) : α. φωνάζω πολύ δυνατά, β. επιτιμώ κάποιον με δυνατές φωνές, γ. καλώ κάποιον από μακριά να έλθει προς το μέρος μου, δ. Φράση : «έφαγα ένα κράξμου…» = με κορόιδεψαν αλλά και με μάλωσαν.
κράνου (του) : α. ο καρπός της κρανιάς, β. ειρων. ο εγωιστής, γ. κρανίσια (η) = βέργα φτιαγμένη με κλωνάρι κρανιάς, διακρίνεται για το μικρό βάρος, την μεγάλη αντοχή και τους πολλούς κόμπους, γ. κρανιά (η) = το δέντρο κόρνος ο άρρην.
κράνιασμα : πιάσιμο (κρανιάσκι του χέρι 'μ = πιάστικε το χέρι μου
κριτσιανός (επίθ.) : α. ο τραγανός, β. κριτσιανό (του) = ο χόνδρος του κρέατος των πουλερικών (το άσπρο μαλακό κόκαλο), γ. μετ. το κοριτσάκι.
Κριτσιάντα :Το τραγανο μέρος του ψωμιού
κρέμασʼ (η) : η κλίση του εδάφους και της σκεπής, β. βαριά σύννεφα για βροχή, γ. η ασθένεια κήλη. κρένου (ρ.) : α. μιλώ, β. εκθέτω την άποψή μου, γ. κρίνω, δ. Προέλευση : από το αρχ. κρίνω, πηγή : Π.Λ.Μπ. κρέχτους (επίθ.) α. ο δροσερός, β. ο φρέσκος, ο νωπός γ. ο τρυφερός, δ. μετ. κρέχτʼ (η) = η ξανθιά όμορφη γυναίκα, ε. κριχτάδα (η) = 1. η ζωηράδα, 2. η φρεσκάδα,
κρέπ(ι) : μαντήλα γυναικία
κρίνα : κουτί ( μια κρίνα σπίρτα)
κρικέλα (η) : α. κρίκος εντοιχισμένος για το πρόχειρο δέσιμο των ζώων στην αυλή, β. στρόγγυλος κρίκος στη πόρτα για ρόπτρο.
κριτσιανίζου (ρ.) : μασώ κάτι τραγανό.
κριτσνώ : τριζω
κριτσμάς (ου) : α. ο σταυρός από άχυρα που τον τοποθετούσαν στην κορυφή της τούμπας των δεματιών του σιταριού, β. το φαγοπότι μετά το τέλος του θερισμού.
κρούου (ρ.) : α. χτυπώ, β. δέρνω, γ. βαράω, δ. κρούουμι (ρ.) = χτυπιέμαι από πόνο κυρίως, ε. Φράση : «του κρούει του μπακράτσʼ» = είναι κίναιδος.
κρουσταλίθρα : παγοσταλακτίτης που γινόταν στις στέγες με το κρύο του χειμώνα
κρυάδα (η) : α. το ψύχος, β. μετ. η ψυχρολουσία, γ. κρυαδίζʼ (ρ.) = αρχίζει να κάνει κρύο.
κρυψώνα (η) : α. το σκασιαρχείο, β. η κρύπτη, η κρυψώνα, γ. (lias : επί τουρκοκρατίας συνήθιζαν τα σπίτια να διαθέτουν μία κρυψώνα ιδίως για τα πολύτιμα αντικείμενα, διότι γινόταν πολλές επιδρομές και λεηλασίες.
κτάρʼ (του) : το κατακάθι του ξυδιού που χρησιμοποιείται ως μαγιά για άλλο ξύδι.
κτί (του) : α. το κουτί, β. η κάλπη, γ. το τηλέφωνο, δ. γενικά κάθε τι ηλεκτρονικό όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κτλ. ε. κτούκʼ (του) = 1. το κουτάκι, 2. μετ. το άδειο κεφάλι, 3. ειρων. = ο κουτός.
κ'τσάκ(ι) :κουτσ.ο
κυδουνάτου (του) : α. γλυκό του κουταλιού με τριμμένα κυδώνια και ξηρούς καρπούς (αμύγδαλα ή φιστίκια), β. φαγητό φούρνου με κρέας αλλά αντί για πατάτες έβαζαν χοντρές φέτες κυδωνιά, γ. Φράση : «κυδουνάτου φαΐ» = εξαιρετικά ωραία γυναίκα.
κυπρουκούδουνου (του) : α. το μεγάλο κουδούνι που φορούσαν στα μεγάλα ζώα, β. μετ. ο κοντόγνωμος,
κιφάλας (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν εννοεί να καταλάβει κάτι, β. ο άνθρωπος που δύσκολα μπορεί να συνετιστεί, γ. κιφάλας* = άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι, δ. (ΧΧ = κουφός ), ε. Προέλευση : από το κούφιος>κουφάλα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
κφός (επίθ.) : α. α κουφός, β. μετ. ο απρόσιτος τύπος.
καβάκʼ (του) : η λεύκα.
καβουρμάς (ου) : α. παρασκεύασμα χοιρινού κρέατος, β. καβουρντισμένο χοιρινό κρέας που διατηρείται σε τσουκάλι και είναι σκεπασμένο με λίπος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kavurma, πηγή : ΑΠΘ.
καβαδούρα : αμάνικό ρούχο
καγκανένας (αντων.) : α. κανένας, β. ουδείς, γ. (Παπασιώπης : μόνο επί αρνήσεως).
καγκαμνιάφουρας (επίρ.) : ποτέ των ποτών, β. με καμιά κυβέρνηση, γ. καμιά φορά.
καγκέλʼ : α. (ΑΡ « αμά αυτοί νιέ σκόρδου ιέφαγαν νιέ σκουρδές βρουμούσαν, δεν σταματούσαν τα καγκέλια.»). (τα καμώματα ; ) (lias : αυτή τη λέξη δεν μπόρεσα να μου εξηγηθεί από κανένα).
καγκιλουτό (του) : α. εργόχειρο με δαντελωτή μπορντούρα, β. συνών. τσιγκιλουτό*.
καδίσιου (του) : α. τυρί φέτα βαρελίσια, (όχι τελεμές = τυρί σε λαμαρινένιο δοχείο), β. καδί (του) = 1. το ανοιχτό ξύλινο, μακρόστενο και όρθιο δοχείο που σκεπάζεται με κινητό καπάκι, 2. (σημ. lias : εκεί χτυπούσαν το γάλα για να βγει το βούτυρο αλλά και υπήρχε και παρόμοιο δοχείο με κάνουλα στο κάτω μέρος όπυ έβαζαν τα λάχανα για την αρμιά), γ. Προέλευση : από το κάδος.
καζαναργιό (του) : α. ο χώρος που είναι στημένο το καζάνι του τσίπουρου, β. (σημ. lias : παλιότερα, που δεν υπήρχαν τα πλυντήρια οι νοικοκυρές χρησιμοποιούσαν τον χώρο αυτό για το πλύσιμο της μπουγάδας επειδή εκεί μπορούσαν να ζεστάνουν άφθονο νερό μέσα στα καζάνια).
καζάντζμα (του) : α. η απόκτηση πλούτου, β. καζαντίζου (ρ.) = πλουτίζω, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kazandim<από το περσ. kazanmak, πηγή : ΑΠΘ.
καζίκʼ (του) : α. το παλούκι, β. η απροσδόκητη κακοτυχία, γ. η αποτυχία, δ. το κάζο, ε. τν καζικώνου (ρ.)= 1. την κοπανάω, 2. αποφεύγω κάτι, στ. Φράση : «έπαθα ιένα καζίκʼ!» = έπαθα μία ζημιά! ζ. Προέλευση : από το τουρκ. kazik = παλούκι, πηγή : ΑΠΘ.
καθαρνώ (ρ.) : α. απαλλάσσω από βρωμιές, β. ξεφλουδίζω, γ. ξεδιαλέγω από τα άχρηστα τα καλλίτερα (π.χ. κρεμμύδια, πατάτες), δ. μετ. δολοφονώ.
καϊκιώνου (ρ.) : α. ανταλλάσσω βρισιές, β. γίνομαι κακός, γ. κρατώ κακία, δ. κρατώ μούτρα, ε. θυμώνω,
κακάδ(ι) : ξεραμένο έκκριμα της μύτης
κακαβούλ(ι) : μικρή χύτρα ( εξ ου και Κακαβούλης)
κακανέλια (τα) : α. τα ζαχαρωτά, β. οι ξηροί καρποί, γ. τα μπισκοτάκια, δ. οι καραμέλες, ε. (σημ. lias : γενικά τα τραγανιστά φαγώσιμα που προκαλούν θόρυβο όταν τρώγονται), στ. μετ. τα ηχηρά γέλια. κακαράτζια (οι) : α. οι ξεραμένες λάσπες ή βρωμιές στα ρούχα, β. μικρά κόπρανα ζώου (των προβάτων και των γιδιών).
κακάρουμα (του) : α. ο ξαφνικός θάνατος, β. κακαρώνου (ρ.) = υπερβολικός φόβος, γ. Φράση : «τα κακάρουσιν» = πέθανε.
Κακανίζουμι : γελώ δυνατά
καλά (τα) : α. τα γιορτιάτικα ρούχα, β. οι προκομμένες πράξεις.
καλαμίδʼ (του) : α. το κόκαλο της κνήμης, β. μετ. ψηλός και αδύνατος άνθρωπος, γ. μακρύ καλάμι. καλαμπαλίκʼ (του) : α. συγκέντρωση μεγάλου πλήθους ανθρώπων, β. οχλαγωγία, γ. σωρός αχρείαστων αντικειμένων, δ. συρφετός, ε. Προέλευση : από το τουρκ. kalabalik, πηγή : ΑΠΘ. κουλαούσους (ου) : α. ο επικεφαλής της, β. ο οδηγός, γ. καλαούης = 1. ο κολαούζος, 2. υποζύγιο που πήγαινε μπροστά και οδηγούσε τα άλλα (Χ.Χ.).
καλαφάτζμα : α. το πάκτωμα, το γέμισμα των κενών των αρμών με ξένη ύλη (βαμβάκι, στόκο κτλ.), β. η στεγανοποίηση ξύλινων κατασκευών (βαρέλι, καδί, βάρκα, κτλ.), γ. μετ. η ερωτική πράξη. καλέμʼ : α. η σμίλη (μυτερό σιδερένιο εργαλείο για τον μαρμαρά ή και τον ξυλουργό), β. μονάδα μέτρησης επιφάνειας (φράση : «Τʼν έταξιν πέντι καλέμια χουράφʼ κι δγιό φτιά»), γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάλαμος, πηγή : ΑΠΘ.
καλίγουμα : α. το πετάλωμα των ζώων, β. μετ. η ερωτική πράξη, γ. καλιγώνου (ρ.) = α. πεταλώνω, 2. μεταφ. γ**ώ, δ. Προέλευση : από το ελνστ. καλλίγη = παπούτσι, πηγή : ΑΠΘ # Δημητράκος. καλίνγκα (η). το ρόδι, β. καλινγκιά (η) = η ροδιά.
καλκαμπάκ(ι) : κολοκύθα αρκετά μεγάλη ,κύρίως για παρασκευή κολοκυθόπιτας
καλούδγια (τα) : α. τα ευπρόσδεκτα δώρα (γλυκά, παιχνιδάκια κτλ. που προκαλούν χαρά, ιδίως στα παιδιά), β. τα αγαθά του σπιτιού, γ. Φράση : «ιέχουμι ένα σωρό καλούδια!» =δεν μας λείπει τίποτε. Καλουπίχιρου : καλοφτιαγμένο καλπάκʼ (του) : α. γυναικείο κάλυμμα του κεφαλιού, β. καπέλο χωρίς γύρο από τσόχα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kalpac, πηγή : ΑΠΘ.
καλτσιούνια (τα) : (πάντα στον πληθ. γιατί ήτανε ζευγάρι) : α. οι μάλλινες πλεχτές και χοντρές κάλτσες ως τον αστράγαλο, για χρήση εντός του σπιτιού, β. Προέλευση : από το ιταλ. calza, πηγή : ΑΠΘ.
κάλφας (ου) : α. ο αρχιμάστορας (σε οικοδομή), β. ο τεχνίτης (για ράφτη ή παπουτσή).
κάμα (του) : α. η ζέστη, β. Προέλευση : από το αρχ. καύμα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
καμάρουμα (του) : α. η περηφάνια, β. η εκδήλωση ικανοποίησης για κάτι προσωπικό, το καμάρι, γ. μετ. ο θάνατος, (φράσεις : «τς καμάρουσι», «καμάρουσι τς μασκαράδις» = πέθανε, (σημ. lias : από την εντύπωση που δίνει ο νεκρός πως κοιτάει τις άκρες των παπουτσιών του).
καμλιάφ(ι) : το κλιμαύχι του παππα
καμπόσους (αντων.) :α. αρκετός, β. μπόλικος.
καμπάθκους (επίθ.) : α. ο ακατέργαστος, β. μετ. ο κεκές, ο τσιβδός, γ. ο χοντροκομμένος , δ. ο παράφωνος, ε. καμπάθκου (του) = πυκνοϋφασμένο, χοντρό ρούχο.
καμπαρντίζου (ρ.) : α. καμαρώνω, β. περιαυτολογώ, γ. περηφανεύομαι.
Καμπάριμ : Ας γίνει Προέλευση : από το τουρκ. bari, barim, πηγή : ΑΠΘ.
καμπούλ(ι) : υποχώρηση , παραδοχή
κάμσκου : κάμνω
κανακιέυου (ρ.) : α. χαϊδεύω, β. φροντίζω υπερβολικά (ιδίως μικρό παιδί ή γέροντα), γ. κάμω όλα τα χατίρια σε κάποιον.
κανάτʼ (του) : η πήλινη κανάτα, β. Προέλευση : από το λατιν. cannata, πηγή : ΑΠΘ.
κανάτʼ (του) : α. το συμπαγές φύλλο του παράθυρου ή της δίφυλλης πόρτας χωρίς γρίλιες, β. τα πλαϊνά παράπετα του κάρου που άνοιγαν στα πλάγια για να είναι η καρότσα πιο ευρύχωρη, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kanat, πηγή : ΑΠΘ. κανέστρα (η) : α. το πανέρι, β. πλατύ και ρηχό καλάθι χωρίς λαβές, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάνιστρον, πηγή: ΑΠΘ.
κανένας (αντων.) : α κανένας. β καγκανένας( υπερθετικός βαθμός του κανένας)
κανέλα : 1 κάνουλα ,2 στρόφιγγα
κανίσʼ : (του) α. το δώρο που προσφέρεται σε μικρό πανέρι, σκεπασμένο με κεντητό ύφασμα σε επίσημες περιστάσεις (γάμους, βαπτίσια, αρραβώνες κτλ.), ήταν συνήθως είδη χρήσιμα για το νέο νοικοκυριό ή είδη ρουχισμού (σημ. lias : αν τα δώρα ήταν εδώδιμα – γλυκά, ποτά, μεζέδες κλπ – λέγονταν πεσκέσια* και προσφέρονταν στις γιορτές κυρίως, αλλά και τα γεννητούρια), β. κανίσια (τα) = τα δώρα που κάνουν στον αραβώνα κάποιου ζευγαριού, γ. Προέλευση : από το αρχ. κανίσκιον = καλαμένιο καλαθάκι, πηγή : ΑΠΘ.
κανουνάρχισμα (του) : α. η συμβουλή, β. το δασκάλεμα, γ. το ψάλσιμο κάποιου προς υποβοήθηση του κυρίως ψάλτη, δ. (σημ. lias : εκκλησιαστικά = οδηγία ή υποβολή του ιερέα προς τον ψάλτη για τον τόνο ή/και τη σειρά της Ακολουθίας).
κανουνκό : το δικαίωμα κάνουρα : είδος νήματος για ύφανση
κάνουρα : κλώστή για ύφανση κυρίως
καντάρʼ (του) : α. είδος ζυγού χωρίς τάσι αλλά με τρεις γάντζους και με αντίβαρο σιδερένιο βαρίδι, β. μέτρο βάρους ίσο με 44 οκάδες (σημ. lias : 58 κιλά περίπου), γ. κανταρόξυλου (του) = το ξύλο όπου κρεμούσαν το καντάρι για το ζύγισμα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κεντηνάριον, λατιν. centenarium = εκατό ουγγιές, πηγή : ΑΠΘ ).
καντίζου : 1.καταφέρνω 2.χορταίνω
καντίλα (η) : α. το καντήλι, β. ίχνος λαδιού στη σούπα, γ. το πετυχημένο πέταγμα του χαρταετού (όταν μένει ακίνητος στον ουρανό), γ. το μεγάλο καντήλι των εκκλησιών.
καντίπουτα και κάνκαντίπουτα (αντων.) : τίποτε απολύτως. καπαμάς (ου) : είδος φαγητού με κρέας αρνιού και σάλτσα.
καπάκ(ι) : γάστρα .Το σιδερένιο καπάκι που έμπαινε πάνω από το ταψι που περιείχε το φαγητό.
( Εφκιασα ένα φαι στου καπάκ(ι) που δε λιέιτι)
καπσαλιάς : α. ο κακόμοιρος,
καρά (επίθ.) : α. τα μαύρα αλλά και τα άσχημα, β. καράς (ου) = 1. το μαύρο άλογο, 2. μετ. το τραίνο που λειτουργεί με κάρβουνα, γ. καρά (η) = η καρυδιά,
καραβουλιάζου : παραμονεύω ,παρατηρώ ( Από το καραούλι)
καραγάτσʼ (του) : α. η φτελιά, β. το ξύλο της φτελιάς που είναι εξαιρετικά σκληρό.
καραδόντας (επίθ. ) : άνθρωπος με άσχημα ή στραβά δόντια.
καρακαϊπκιώνιου (ρ.) : α. κρύβω πολύ καλά, β. παραχώνω.
καρακόλʼ (του) : α. ο αστυνομικός, β. η αστυνομική περιπολία, γ. η σκοπιά, δ. το αστυνομικό φυλάκιο, ε. Προέλευση : από το βενετ. caraguol, πηγή : ΑΠΘ.
καρακουσʼκά (τα) : α. τα ακατανόητα, β. τα ακαταλαβίστικα λόγια, γ. φράσεις που λέγονταν επίτηδες αλλοιωμένα για να μην καταλαβαίνονται από τρίτα πρόσωπα, δ. (σημ. lias : στην παλιά Επανομή κάθε ομάδα [γειτονιά, παρέα κτλ.] είχε το δικό της συνθηματικό τρόπο για να συνεννοείται. ΄Ισως γι αυτό υπάρχουν και πολλές λέξεις στο ιδίωμα που δυσκολεύουν την κατανόησή του), ε. Προέλευση : από το σύνθ. καρά+ακουστικά.
καρακούσ" : εξόγκωμα
καραμπάσκου (του) : α. το μαύρο αρνί, β. Προέλευση : από το τουρ. karabas. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. καραμπέρας (επίθ.) : α. ο ηλικιωμένος, β. ο γκριζομάλλης, γ. καραμπέρκου (του) = ράτσα περιστεριών.
καραμπουιά (η) : α. μαύρη μπογιά, β. η σκούρα μπογιά γενικώς, γ. μετ. ο μελαψός ή ό έχων κατάμαυρα μαλλιά.
καραμπουρνάτου (του) : α. η σόδα του φαγητού, β. Προέλευση : από το γαλλ. carbonate, το ιταλ. carbonato. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 254, γ. (Παπασιώπης : ανθρακικόν άλας).
καραμπουρτσιάκʼ (του) : α. ο βίκος, β. χόρτο για ζωοτροφή, η ρόβι, γ. η αλεσμένη ζωοτροφή
καραντάρα (η) : α. μεγάλο χάλκινο και βαρύ αντικείμενο (με ιδιαίτερο ήχο), β. μικρής αξίας αλλά μεγάλου μεγέθους νόμισμα, γ. μεταφ. άχρηστο αντικείμενο.
καρίκ(ι) :σειρά στο χωράφι
καριουφύλʼ : α. το μπαχαρικό γαρύφαλλο, β. είδος εμπροσθογεμούς τουφεκιού με μακριά κάνη που εκπυρσοκροτούσε με φυτίλι.
καρκάλʼ (του) : α. το δυνατό γέλιο, β. καρκαλιούμι (ρ.) = γελώ δυνατά, γ. καρκάλας (επίθ.) = αυτός που γελάει δυνατά.
καρκάτζαλους : καλικάντζαρος
καρμίρς (επίθ.) : α. ο μίζερος, β. ο φιλάργυρος, γ. ο τσιγκούνης, δ. ο κακομοίρης.
καρότσα (η) : α. φανάρι με σήτα για τη φύλαξη των τροφίμων, β. τετράτροχο είδος κάρου που το έσερνε άλογο για τη μεταφορά φορτίων.
κάρου (του) : α. το κάρο, β. το αυτοκίνητο όπως το αποκαλούσαν οι Ελληνοαμερικανοί, γ. υβρ. η παλιογύναικα.
καρούλʼ (του) : α. η τροχαλία, β. κύλινδρος για το τύλιγμα του σχοινιού ή του σύρματος, γ. το πηνίο, δ. ο μακαράς*, ε. καρούλια (τα)(ειρων.) = τα πεταχτά αυτιά.στ. είδος νήματος
καρούτα και καρούτʼ (η) : το πατητήρι των σταφυλιών (σημ. lias : ήταν σχήματος μισού οριζόντιου βαρελιού, σανιδωμένο στον πάτο για να εξέρχεται ο μούστος).
καρουτουστάσʼ (του) : ο χώρος όπου τοποθετούσαν την καρούτα* και πατούσαν τα σταφύλια στον τρύγο (συνήθως υπαίθριος), αλλά και ο υπόγειος χώρος της αποθήκευσης των αντικειμένων του τρύγου (καρούτα, γαλίκια κτλ.).
καρουφύλʼ (του) : το μπαχαρικό γαρύφαλλο β.το λούλούδι γαρύφαλο .
καρόφυλλου (του) : το φύλλο της καρυδιάς αλλά και οι φλούδες του καρυδιού που χρησιμοποιούνταν ως χρωστική ουσία.
καρπιρός (επίθ.) : α. ο γόνιμος αγρός, β. ο πολύτεκνος.
καρπουλόι (του) : α. το δικράνι, β. γεωργικό εργαλείο (μοιάζει με μεγάλο πιρούνι με δύο ή τρεις αιχμές) για τη διαλογή του σταριού κατά το αλώνισμα, γ. Προέλευση : από το συνθ. καρπός+συλλογή. καρσί (επίρ) : α. απέναντι, β. Προέλευση : από το τουρκ. karci, πηγή : ΑΠΘ.
καρσιλαντώ : σημαδεύω
καρτιρώ : (ρ.) : α. περιμένω, β. παραφυλάγω, γ. υπομένω, δ. Προέλευση : από το αρχαίο καρτερία = υπομονή, πηγή : ΑΠΘ.
Καρσιλάντω : σημαδεύω και πετυχίνω ένα στόχο
κασίδʼ (του) : α. το κράνος (Δημητρ.), το κρανίο, β. [b]κασίδα[/] (η) = τριχοφάγος>αλωπεκίαση, γ. κασιδιάρς (επίθ.) = 1. ο ψωριάρης, 2. ο ψωροπερήφανος δ. Προέλευση: από το βυζ. κασσίδιον, πηγή : ΑΠΘ.
κασκαρίκα : α. η στημένη πλάκα, β. ο αστεϊσμός, γ. η φάρσα, δ. το φιάσκο, ε. το πάθημα, στ. απερισκεψία.
κασκό : α. γερό, β. αθάνατο, γ. εύρωστο.
κασκέτου : καπέλο ,κυρίως η τραγιάσκα
κασιλάκʼ (του) : μικρό στολισμένο ξύλινο κουτί για την φύλαξη των κοσμημάτων, (σημ. lias : το αστόλιστο χρησίμευε για το συμμάζεμα των ειδών ραπτικής (καρούλια, βελόνες, κλωστές κτλ.).
κασνάκʼ (του) α. το τελάρο της σήτας κοσκινίσματος, β. η φόρμα για την παρασκευή κασεριού ή άλλων στρόγγυλων τυριών (κεφαλοτύρι, γραβιέρα κτλ.), γ. Προέλευση : από το τουρ. kasnak, πηγή : X.X.
κασταλαή (η) : α. σταχτόνερο, β. τα καθαρά υπολείμματα στάχτης από ξύλα, γ. η αλισίβα, δ. (Ηλ.Ν.Π.: Χρησιμοποιούνταν ως καθαριστικό για το γυάλισμα των χάλκινων, αλλά και ως συστατικό για την παρασκευή γλυκισμάτων (σαλιάργια, μουσταλευριά κτλ.), ε. Προέλευση : από το κατασταλάζω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
καταρουή (η) : α. το συνάχι, β. η συνεχής βροχή, γ. δες και κατούργιασμα*.
κατασάρκʼ (του) : α. το κασκορσέ, β. η φανέλα (το εσώρουχο).
κατέβασʼ (η) : α. τα ορμητικά απόνερα της βροχής, β. συνών. ου απόιρας*, γ. το αυλάκι που δημιουργείται από τα νερά της βροχής, δ. κατιβασιά (η) = 1. το συνάχι, 2. το λούκι που έρχεται από τα κεραμίδια στη γη, 3. η θυελλώδης εφόρμηση του κυνηγού στο ποδόσφαιρο.
κάτʼ - καλά (φρ.) : ευτυχώς.
κατλίκʼ (του) : α. ο άνευ λόγου φόβος, β. ο χαλασμός Κυρίου, γ. Φράση : «μας ίφιρις του κατλίκʼ» = μας έφερες συμφορά.
κατόπʼ (του) : α. η παρακολούθηση, β. το ακολούθημα κάποιου, γ. Φράση : «τουν πήρα στου κατόπʼ» = τον πήρα από πίσω, τον ακολούθησα.
κατόφλιους (ου) : α. το πλατύσκαλο της εξώπορτας, το κατώφλι, β. το χοντρό ξύλο που βρίσκεται στο κάτω μέρος της κάσας της εξώπορτας.
Κατούνια : πράγματα διάφορα που κουβαλάει κάποιος
κατράμʼ (του) : η πίσσα.
κατραπάκιασμα (του) : α. το δυνατό ξύλο στο κεφάλι με τα χέρια, β. το λαίμαργο και υπερβολικό φαγητό, γ. μετ. η κακοδαιμονία, δ. κατραπακιά (η) = η καρπαζιά, ε. Φράση : «έφαγα μια κατραπακιά…» = έπαθα μεγάλη ζημιά.
κατρουφτίτσια : μανητάρια
κατσαρό (του) : το σγουρό μαλλί.
κατσάρουμα (του) : α. το καμάρωμα, β. το φούσκωμα, γ. κατσιαρώνουμι (ρ.) 1. καμαρώνω, 2. περηφανεύομαι, δ. κατσιαρώνου (ρ.) = ανοίγω τα σκέλη μου.
κατσιά (η) : α. η ποσότητα του φαγητού που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα, β. η παρέα που καταναλώνει την ποσότητα αυτή, γ. η καθισιά,
κατσιάκς (επίθ.) : α ο φοβητσιάρης, β. ο λαγός, γ. ο φυγάς.
κατσιαμάκι (η) : α. είδος φαγητού με καλαμποκίσιο πλιγούρι, β. κατσιαμάκας (επίθ.) = 1. ο ναζιάρης, 2. ο αμόρφωτος, 3. ο αγροίκος.
κατσιαούλʼ (του) : α. το σαγόνι, β. το πηγούνι.
κατσιαμούρ(ι) : ψυλόβροχο
κατσιάρτζμα (του) : α. η τρέλα, β. η παράνοια, γ. κατσιαρντίζου = 1. σιουρδίζου*, 2. χάνω το μυαλό μου,.
κατσίρτσι : 1. το έχασα, 2. τρελάθηκα.
κάτσι καλά (φρ.) : α. ανεπανάληπτα, β. τα πολύ καλά, τα εξαιρετικά, γ. αυτά που δύσκολα περιγράφονται. δ βέβαια και κάθησε καλά
κατσιούλʼ (του) : στρόγγίλη πέτρα από κεραμίδι κυρίως
κουτσλιά : κουτσουλιά
κουτσουγκέλα (η) : ο ελιγμός.
κατσουλιέρς (ου) : ο κορυδαλλός ο λοφιοφόρος.
κατφές (ου) : α. η καλέντουλα, είδος κίτρινου λουλουδιού που ανθίζει όλο το καλοκαίρι, β. το μεταξωτό βελούδο (Δημητράκος).
κάτχια (τα) : μετ. οι στρώσεις με φύλλα της πίττας η μαλιού
κατσ(ι)φός :αλλήθωρος
κατώι (του) : υπόγειος χώρος του σπιτιού που χρησιμοποιείται ως αποθήκη.
καφέθκου (του) : α. το τέως Χιλιόδραχμο επειδή είχε καφέ χρώμα, β. το καφετί χρώμα π.χ. καφέθκου πουλόβερ.
καφκαλιά (η) : α. δυνατό χτύπημα με το κεφάλι, β. η κεφαλιά.
καφκί (του) : μικρό χάλκινο σκεύος (σαν μικρό ποτιστήρι) για τη μεταφορά του λαδιού, το ρόι.
καφτάνʼ (του) : α. μακρύς μανδύας με μανίκια, β. ο ξυλοδαρμός στο κεφάλι.
καψαλνώ (ρ.) : α. καίω κάποιον επιφανειακά, β. καψαλίζω, γ. μετ. το σκάω, δ. καψάλτ΄ (του) = η φευγάλα, ε. καψαλιάρδις (οι) = (ειρων.) = οι κάτοικοι του χωριού Κρόκου.
κέντημα (του) : α. το εργόχειρο, β. το γλυπτό σκάλισμα με σχέδιο σε ξύλο, γ. το σχέδιο με κανέλα στο ρυζόγαλο, δ. το σχεδίασμα, ε. στ. Προέλευση : από το ελνστ. κεντώ, πηγή : ΑΠΘ.
κιαϊμέτʼ (επίρ.) : α. πολύ, β. ένα σωρό, γ. μεγάλη ποσότητα, δ. πλήθος, ε. Φράση : "ιένα κιαϊμέτ'" = ένα σωρό.
κιβούρ (του) : α. ο χώρος όπου τοποθετείται η σωρός, β. (ΑΠΘ = φέρετρο και με επέκταση ο τάφος. Από το βυζ. κιβώριον = θολωτή κατασκευή που στηρίζεται σε μικρούς κίονες και καλύπτει την Αγία Τράπεζα).
κιζάπʼ και γκιζάπʼ* (του) : α. το υδροχλωρικό οξύ, β. Προέλευση : από το τουρκ. kezzap, πηγή : ΑΠΘ.
κικιρίκια (τα) : α. τα φιστίκια, β. οι ξηροί καρποί με σκληρό περίβλημα (φιστίκια, καρύδια, Αιγίνης, φουντούκια κλπ ), γ. αράπικα φιστίκια, δ. Προέλευση : από το παρήχ. καρυδάκια.
κικλής (ου): α. το πουλί κιρκινέζι (μικρό είδος γερακιού) β. μικρός και αδύνατος άνθρωπος.
κιλάρʼ (του) : α. αποθήκη τροφίμων μέσα στο σπίτι, β. Προέλευση : από το λατιν. cellarium, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253, γ. (σημ. lias : γιατί όχι από το ελληνικό κελίον;).
κιλίμʼ (του) : ο υφαντός μάλλινος διάδρομος με λωρίδες παλιών υφασμάτων (σεντονιών, πλεκτών κτλ.).
κιλό (του) : α. μονάδα βάρους ίση με είκοσι δύο οκάδες (σημ. lias : είκοσι οκτώ κιλά περίπου), β. το κιλό που αντικατέστησε την οκά στη μέτρηση του βάρους.
κινάργια (τα) : παιχνίδι με κότσια ζώων.
κινώνω : σερβίρω
κ(ι)νώ (ρ.) : α. αρχίζω κάτι (π.χ. μια δουλειά), β. ξεκινώ να πάω κάπου,
κινώνου (ρ.) : σερβίρω, β. κοινοποιώ, γ. κένουσι (προστ.)= 1. άδειασε, 2. σερβίρισε, δ. (lias = είναι διαφορετική λέξη : κοινό – κενό ) δες κοινώνου* και κοινουνώ*.
κιόλας (επίρ.) : α. κιόλας, β. (Παπασιώπης) : αμέσως – αμέσως, τόσο γρήγορα.
κιούγκʼ (του) :α. πήλινος σωλήνας αποχέτευσης, γυαλισμένες με τκάλ*, β. (lias : χρησιμοποιούνταν κυρίως από τους βυρσοδέψες).
κιουμέρʼ και κιμέρʼ (του) : πάνινο ή δερμάτινο πορτοφόλι που φυλάγονταν μέσα από το ζωνάρι.
κιούπʼ (του) : πήλινο κιούπι με μεγάλο στόμιο, (lias : παλιά αποθήκευαν εκεί το αλεύρι).
Κιουσπέτ(ι) : καοπληρωτής
κιουστέκʼ (του) : α. επιστήθιο ασημένιο γυναικείο κόσμημα (πηγή : Σιαμπανόπουλος), β. (Χ.Χ.= πέτσινη ζώνη με τις φυσιγγιοθήκες που φοριούνταν σταυρωτά).
Κιουσπέτ : χωρίς μπέσα ανθρωπος
κιουτέβου (ρ.) : α. αδρανώ, β. μένω αμήχανος, γ. τα χάνω και δεν κάνω τίποτα, δ. δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, ε. φοβούμαι, στ. δειλιάζω, ζ. κιουτής (επίθ.) = ο δειλός, η. Προέλευση από το τουρκ. kotu = κακός, πηγή : ΑΠΘ ).
κιπέγκʼ (του) : α. ξύλινα τάβλα μπροστά στη βιτρίνα του μαγαζιού, β. ο ξύλινος μπάγκος των φούρνων για την τοποθέτηση των φρέσκων καρβελιών, γ. προεξέχουσα βάση του παραθύρου του καταστήματος (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το τούρκ. kepeng = καταπακτή, θυρόφυλλο, ε. δες και κάτχια*.
κιπαζές (ου) : α. το ρεζιλίκι, το ρεζίλι, β. ο περίγελως, γ. Φράση : «κιπιζιές γίνκαμι σʼ όλου του μαχαλά» = ρεζιλευτήκαμε στη γειτονιά.
κιπρί (του) : το μεγάλο κουδούνι με άλλο μικρότερο στο εσωτερικό του που φορούσε το επικεφαλής ζώο του κοπαδιού.
κιπτσές (ου) : τρυπητή κουτάλα, (Δημητράκος).
κιρά (του) : α. το ενοίκιο, β. Προέλευση : από την αρχ. κύριος = κάτοχος.
κιρχανατζής (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν συμπεριφέρεται σαν κύριος, β. άνθρωπος τεμπέλης που φορτώνεται στους άλλους, γ. ο φαντασιόπληκτος, ο παραμυθάς, δ. γενικά είναι βρισιά που μπορεί να ειπωθεί με πολλές έννοιες.
κισάτ(ι) :1.στενοχώρια 2.ανδουλιές
κισές (ου) : α. ο κεσές, β. αβαθές πήλινο δοχείο για την παρασκευή γιαουρτιού, ρυζόγαλου κτλ.
κισλάς : βοσκότοπος ,λιβάδι
κιτσές (ου) : α. είδος χοντρού υφάσματος από συμπιεσμένες τρίχες ή μαλλί, β. Προέλευση : από το τούρκ. kece, πηγή : ΑΠΘ.
κιφάλας (ου) : άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι.
κιφαλάρʼ (του) : α. η νερομάνα, β. πηγή με άφθονο νερό, γ. το ξύλο του κρεβατιού όπου ακουμπάει το κεφάλι, δ. κιφαλαριά (η) = το μέρος του χαλιναριού που εφάπτεται στο μέτωπο του αλόγου, (πηγή : Καραντάνας).
κιφτιδις (ου) : κεφτέδες, β. μετ. οι πλαδαρόι, οι χοντροί, γ. ο δυσκίνητος, δ. ο καταβραχθίζων ευμεγέθη κομμάτια κρέατος,
κιχαϊάς : α. δημογέροντας με χρέη επιτρόπου, β. αυτός που κάνει κουμάντο σε ένα νοικοκυριό, γ. ο επιστάτης, δ. ο οικονόμος.
κʼχ (επιφών.) : α. κίχ, β. τσιμουδιά, γ. τίποτε, δ. κʼκ – μʼκ = 1. μισόλογα, 2. μασημένα λόγια, δ. δες και γκʼκ*.
κλανιάρς (επίθ.) : ο δειλός.
κλαρίζου (ρ.) : α. καθαρίζω τα δέντρα από τα περιττά κλαδιά του κορμού, β. κλαδεύω.
κλειδουμάχειρου (του) : α. ο σουγιάς, β. το μαχαιράκι που η λάμα του κρύβεται στο χερούλι.
κλειδουπνάκʼ (του) : α. σύστημα 3 - 4 βαθιών αλουμινιένιων πιάτων (που έμοιαζαν με κεσέδες ο ένας επάνω στον άλλον) και ασφαλίζονταν για τη μεταφορά του φαγητού από το σπίτι στο μαγαζί ή στο χωράφι, β. (σημ. lias : παλιά δούλευαν από το πρωί ως τα μεσάνυχτα και τους κουβαλούσαν το φαγητό στη δουλειά!).
κλησιά : εκκλησία
κλησιάρς : νεοκόρος
κλόκ(ι) : κυκλικό σχήμα
κλουκουτώ : ανακατώνω
κλιά (η) : α. η κοιλιά, β. κλιές = φαγητό με αρνίσιες ή κατσικίσιες κοιλιές (όχι μπουμπάρ*).
κʼλίφʼ και κλιούφʼ (του) : α. η μαξιλαροθήκη, β. Προέλευση : από το αρχ. κελύφιον<κέλυφος, πηγή : ΑΠΘ.
κόπα : σωρός
κόρφους : ο χώρος μεταξύ ενός πουκάμισου και του στήθους
κουλόθρα (η) : η δερματική πάθηση του κεφαλιού (λεπίαση του τριχωτού) κάτι σαν έντονη πιτυρίδα.
κλόστς (ου) : α. ο πλάστης για το άπλωμα του φύλλου της πίτας, β. μακρύ στρόγγυλο ξύλο για το άπλωμα του φύλλου της πίτας.
κλούτσα (η) : αναπηρία ( "από του κάτσμου κλούτσιασαν τα πουδαριάμ").
κλώθου (ρ.) : α. κλώθω, β. επεξεργάζομαι το νήμα.
κλώθουμι (ρ.) : α. κωλυσιεργώ, β. περιτριγυρίζω άσκοπα, γ. καθυστερώ, δ. (Νιάνια : «κλώσκις» = γύρισες, στριφογύρισες), ε. κλώστα (προστ.) = μην καθυστερείς.
κλώτσ(ι)κα : γυροβολιά ,γύρα
κλώσις (οι) : α. οι πλεξούδες των μαλλιών, β. (lias : και του τσουρεκιού, του ψωμιού, κτλ.), γ. οι κότες που γενούν και επωάζουν, δ. οι κότες που έχουν κοτοπουλάκια, ε. κλώσα (η) = ειρ. ανόητη, αφελής γυναίκα, στ. κλουσαριά (η) = η κότα που κλωσάει τα αυγά.
κνούπʼ (του) : α. το κουνούπι ή και η σκνίπα, β. μετ. ο υπερβολικά μεθυσμένος.
κόβουμι (ρ.) : α. κόβομαι (στο χέρι, στο πόδι κτλ.), β. μετ. ενδιαφέρομαι υπερβολικά για κάποια κοπέλλα.
κόθρους (ου) : α. η τραγανή στριφογυριστή άκρη της πίτας που εφάπτεται στα χείλη του σινιού, β. κόθρις = οι στεγνές κόρες του ψωμιού (χρησίμευαν στην παπάρα*), γ. Προέλευση από το αρχαίο κόθρος = χείλος ταψιού, πηγή : Δημητράκος /// Π.Λ.Μπ.: κώθα = ποτήρι. κοινουνώ (ρ.) : μεταλαμβάνω.
κοινώνου (ρ.) : α. σερβίρω, β. ανακοινώνω, δημοσιοποιώ, γ.μεταλαβαίνω Προέλευση : από το αρχαίο κενώ, δ. δες κινώνου*.
κόκκαλου (του) : α. το κόκαλο, β. το γλωσσίδι για το φόρεμα των παπουτσιών, γ. το κουκούτσι των φρούτων, δ. (σημ. lias : λέγεται και γλώσσα, γλουσίδʼ και κλιτσιμπί [κλίτς+μπει]).
κόμπους (ου) : α. ο κόμπος του σχοινιού, β. πολύ μικρή ποσότητα, γ. το «στέγνωμα» του λαιμού από τη στενοχώρια, δ. μετ. το μικρό κομπόδεμα (συνήθως σε ένα δεμένο μαντήλι), ε. Φράσεις : «τόδισα κόμπου» = δεν πρόκειται να το ξεχάσω, «έχου ένα κόμπου στου λιμό» = έχω μεγάλη στενοχώρια, στ. (Νιάνια : κόμπος = η σταλαγματιά), ζ. (Χ.Χ. κεφάλι καρφίτσας – κομπόδεμα).
κόπανους (ου) : α. πλατύ και χοντρό ξύλο για το χτύπημα των ρούχων ή κλινοσκεπασμάτων όταν τα έπλεναν για να καθαρίσουν καλλίτερα, β. μετ. ο ανέντιμος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κόπανον = γουδοχέρι, πηγή : ΑΠΘ.
κόπιλους (επίθ.) : α. ο κακοήθης, β. ο ανήθικος, γ. κουπέλ (του) = ο βοηθός, γ. Προέλευση : από το αλβ. kopil,= δούλος, πηγή : ΑΠΘ.
κόπτσα (η) : α. γάντζος και κρίκος που αντικαθιστά το κουμπί στον γυναικείο ρουχισμό, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopca, πηγή : ΑΠΘ.
κόρδα : α. η χορδή, το τέλι, β. μετ. η πείνα γ. το σχοινί της ρόδας του τσικρικιού*, δ. το κουράγιο, ε. Φράσεις : 1. «ιέχου κάτʼ κόρδις!» = πεινώ πολύ, 2. «μι κόπκαν οι κόρδις» = δεν έχω κουράγιο, τέλειωσαν οι δυνάμεις μου, ε. (σημ lias : οι χορδές των οργάνων παλαιότερα γίνονταν με στεγνά έντερα ζώων).
κόρις (οι) : α. οι στεγνές κόρες ψωμιού, β. μικρές φέτες κυδωνιού, μήλου κλπ. γ. κόρις μι πιτμέζʼ = είδος γλυκού με φέτες κυδωνιού, στεγνών δαμάσκηνων, βερίκοκων κτλ. μαζί με πετιμέζι,
κόρτσα (η) : ο κοριός.
κόσα (η) : α. είδος μεγάλου δρεπανιού με μακρύ στειλιάρι για το κόψιμο των αγριόχορτων, β. Προέλευση : από το βουλγ. kosa, πηγή : ΑΠΘ.
κότσʼ (του) : α. το κόκαλο του αστράγαλου, β. μετ. το τσαγανό, γ. Φράση : «δεν έχς τα κότσια ρα» = δεν έχεις το σθένος, δ. το στέλεχος του καρπού του καλαμποκιού που χρησίμευε σαν πώμα σε μπουκάλια, ε. κουτσνάρʼ* (του) = η άκρη του κόκαλου της φτερούγας των πουλιών.
κουβαλνιούμι (ρ.) : επισκέπτομαι απρόσκλητος κάποιον.
κουζιάκς (επίθ.) : ο κοντός.
κουκόνα (η) : α. η μικρή όμορφη κοπέλα, β. μορφή κοριτσιού με το οποίο στόλιζαν τα λαήνια , γ. Φράση : «κουκόνα απου λαϊνʼ" = πολύ όμορφο κορίτσι.
κουκούδʼ (του) : α. το ξεραμένο αίμα μίας πληγής, β. ξεραμένο φλέγμα της μύτης, γ. το εξάνθημα. κουκούλʼ (του) : α. η φούσκα, β. το βομβύκιο του μεταξοσκώληκα, γ. μάλλινος σκούφος, δ. ο όρχις. κουκλώνουμι (ρ.) : σκεπάζομαι, β. τυλίγομαι, γ. κουκουλώθκιν = τον τύλιξαν και τον πάντρεψαν, δ. κουκλώνου (ρ.) 1. αποκρύβω κάτι, 2. «τυλίγω» κάποιον ερωτικά.
κούκους (η) : α. ο κότσος των μαλλιών, β. (Ζ.Κ. αφήγηση) οι κοπέλες όταν αρραβωνιάζονταν έκαναν τα μαλλιά τους κούκο, ήταν δηλαδή δηλωτικό, όπως και η βέρα, γ. δες και ξικουκούμʼ*, δ. ειρ. Φράση : «η κούκου στʼ φαλάκρα» = τα μαλλιά που σκεπάζουν τη φαλάκρα, δ. μετ. η γενετήσια ορμή (φράση : «σε κάνι κούκου;» = σου σηκώνεται το πέος;
κούκους (ου) : α. το πουλί κούκος, β. το ρολόι, γ. ο κότσος των μαλλιών, δ. η στοίβα διαφόρων αντικειμένων ιδίως (πολλών πιάτων αλλά ακόμη και χρημάτων), ε. η ντάνα.
Κουκουναρς : άνδρας από την πόλη
Κουκόνα : γυναίκα από την πόλη
κουκότα : πέτρα για σφενδόνα κυρίως
κουλαίνουμι (ρ.) : α. μου «κόβονται» τα πόδια, β. Προέλευση από το κουλός.
κουλάζουμι : αμαρτάνω
κουλαούζους (επίθ.) : ο καθοδηγητής, β. ο οδηγός.
κουλάϊ :κουράγιο, μέθοδος ,λύση
κουλμπίσια : βαφτίσια
κουλί (του) : α. ο γλουτός, β. το γυμνό πίσω μέρος του μπουτιού, γ. το κωλομέρι, δ. ο πισινός, ε. Προέλευση : από το κοίλος, πηγή Π.Λ.Μπ.
κουλουκίθα (η) : α. η ξερή κολοκύθα (για γλυκό, πίτα κλπ.), β. μετ. ο κουτός άνθρωπος, γ. η φλάσκα κολοκύθα (η νεροκολοκύθα) που αφού την ξέραναν, καθάριζαν εσωτερικά την ψίχα της και τη χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά νερού, κρασιού κτλ., δ. κουλουκίθʼ (του) = 1. το κολοκύθι, 2. μετ. ο χαζός, ε. κουλουκθάτου (του) = γλυκό του κουταλιού με κολοκύθα, ε. (lias : Προσοχή ! Ενώ για τα γλυκά προσδιορίζουμε την προέλευσή τους από τον καρπό που αποτελεί την πρώτη ύλη, π.χ. κυδουνάτου, καρυδάτου, κουλουκθάτου κτλ. δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα φαγητά. Δεν λέμε στα Επανομίτικα πρασάτου, λαχανάτου κτλ. αλλά λέμε γρουν μι λάχανου κτλ.)
κουλουργιάζου (ρ) : α. τυλίγω, β. καταφέρνω και πείθω κάποιον, γ. μπερδεύω, δ. κάνω μία δουλειά πρόχειρα και με βιασύνη, ε. καταφέρνω κάποιον για παντρειά.
κουλουμέρια : τα οπίσθια
κουλουμπουρντώ :αναποδογυρίζω
κουλουρίζʼ (του) : η παραφυάδα.
κουλσούνʼ (επιφών.) : μπράβο!
κουλόθα : δερματοπάθεια
κουμαρτζής (επίθ.) : α. ο μανιώδης χαρτοπαίκτης, β. ο τζογαδόρος, γ. κουμάρου (του) = η μανιώδης χαρτοπαιξία (ή άλλο τυχερό παιχνίδι [π.χ. ζάρια]) με σκοπό το εύκολο κέρδος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. kumar = χαρτοπαιξία, πηγή: ΑΠΘ.
κ(ι)μάσʼ (του) : α. μικρός προστατευμένος χώρος για χρήση από πτηνά (κότες, περιστέρια, χήνες κτλ. – όχι ζώα), β. ο ορνιθώνας, γ. μετ. ο βρώμικος, ο ύπουλος άνθρωπος, δ. ο παλιοχαρακτήρας. κουμασλίκʼ : α. κομμάτι υφάσματος αρκετό για ένα φόρεμα, β. (σημ. lias : Ο Ηλιαδ. στη «χαρά» εξειδικεύει ότι πρόκειται για δώρα (κουμασλίκια) της νύφης στους οικείους του γαμπρού που στέλνονταν το Σαββατόβραδο πριν από το γάμο), γ. Προέλευση : από το τουρκ. kumas = ύφασμα, πηγή : ΑΠΘ.
κουματσιούλʼ (του) : α. το κομματάκι, β. κουματσιούλια (τα) = σπασμένα μικρά κομμάτια (από γυαλιά, κεραμικά, ψωμί κτλ.) Κουματσιόλα =Μεγάλο κομμάτι
κουμπάκ(ι) : ο καρπός του καλαμποκιού
κουμπγιάζουμι (ρ.) : α. δυσκολεύομαι να καταπιώ, β. διστάζω, γ. μιλώ με δυσκολία ή με διακοπές, δ. Προέλευση : από το κόμπος, πηγή : ΑΠΘ.
κουμπίνα : θεριζοαλωνιστική μηχανή
Κουμούλα : γεμάτο υπερβολικά
κουνίστρα : (η) : α. η προκλητική γυναίκα (που κουνάει υπερβολικά τους γοφούς της), β. μετ. ο ομοφυλόφιλος, γ. το κουνιστό αλογάκι, προβατάκι ή άλλο παιχνίδι των μωρών, δ. το κρεβατάκι του μωρού που κινείται για να ηρεμήσει, ε. το μπισίκʼ*.
κουντίλʼ (του) : α. μολύβι, β. κιμωλία, γ.κομάτια στρόγγυλου ξύλου. Προέλευση : από το υποκ. της λ. κοντός = κοντάρι, πηγή : Π.Λ.Μπ.
κουντλώ : παραπατώ
κουντό (του) : α. το κοντάρι, β. η λαβή του σκεπαρνιού, γ. Φράση : «θέλς αν σι δ'ωσου μια μι του κουντό» = απειλή ξυλοδαρμού, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κοντός = κοντάρι, πηγή : ΑΠΘ. κουντόγνουμους (επίθ.) : ο στενόμυαλος.
κουντουγούνʼ (του) : α. η κοντή γούνα, β. το γούνινο ημίπαλτο (μέχρι τα γόνατα).
κουπάνα (η) : α. η ξύλινη σκάφη, β. μετ. το σκασιαρχείο από τη δουλειά ή το σχολείο, γ. κουπανατζής (επίθ.) = αυτός που αποφεύγει μία ομαδική εργασία, δ. η ζμπόμπα*.
κουπανίζου (ρ.) : α. χτυπώ δυνατά, β. ανταπαντώ με σκληρά λόγια, γ. Φράση : «μνιά χαρά τςτα κουπάνσα…» = πολύ καλά έκανα και την μάλωσα.
κουπανστιά :πέσιμο
κουπέλʼ (του) : α. το μπάσταρδο, β. το εξώγαμο, γ. ο υπηρέτης (και μάλιστα για βαριές δουλειές) δ. Φράση : «ιέχου ιένα κουπέλ πʼ όλις τς δλιές μιτς φκιάν!», ε. (σημ. lias : το κοπέλι = αγόρι μόνο στην Κρήτη συνηθίζεται, ε. Προέλευση : από το αλβ. kopil = υπηρέτης, πηγή : ΑΠΘ.
κουπιλόπλου (του) : α. το σκανδαλιάρικο παιδί, β. ο αντιπαθητικός πιτσιρικάς.
κουπούκʼ : (του) : α. ο αλητόβιος, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopuk, πηγή : ΑΠΘ.
κουπόϊ : κυνηγιτικό σκυλί
κουραδιασμένους (επίθ.) : α. ο ξεραμένος, β. μετ. ο λερωμένος που ξεράθηκαν οι βρωμιές επάνω του.
κουραχάνʼ : α. το ανέκδοτο, β. η χοντροκομμένη πλάκα.
κουρασάνʼ (του) : α. το αμμοκονίαμα για το σοβάτισμα των τοίχων, β. μίγμα ασβέστη και άμμου. κουρδέλια (τα) : α. τα παπούτσια με κορδόνι, β. Φράση : «ιού λιανό κουρδέλʼ…» = υποτιμ. κατώτερος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το βενετ. cordella, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 254.
κουρδώνου (ρ.) : α. ερεθίζω το πέος σε στύση, β. τεντώνω αγέρωχα (το σώμα, το κορμί κτλ.), γ. κουρδώνουμι (ρ.) = 1. καμαρώνω, 2. περηφανεύομαι.
κουριά :κόρα του ψωμιού
κούρκους (ου) : α. η γαλοπούλα, β. συνών. μισίρκους*, τούρκους*.
κουρκούτʼ (του) : α. ο χυλός, β. Φράση : «μʼ έκανις του μιαλό κουρκούτʼ» = με ζάλισες ), γ. κουρκούτας (επίθ.) = 1. ο ακάθαρτος, 2. (Χ.Χ.) = ο λερωμένος, δ. κουρκουτάζουμι (ρ.) = 1. ζαλίζομαι, 2. μπερδεύομαι.
κούρκους : γαλοπούλα
κουρκούτ(ι) :χυλός από αλεύρι και νερό
κουρμός (επίρ.) : Ο κορμός του φυτού
κούρβα. η στροφή του δρόμου, β. η καμπύλη, γ. μετ. η σωματώδης πόρνη, δ. Προέλευση : από το λατιν. curvus = λυγισμένος, πηγή : ΑΠΘ.
κουρμπάνʼ (του) : α. εκλεκτά κομμάτια κρέατος που προορίζονται για συνεισφορά σε φαγοπότι ή γλέντι πανηγύρια (πηγή lias από Καραντάνα),
κούρμπέτ : α. η πιάτσα, β. η βιοπάλη, γ. γκουρμπέτς (επίθ.) = 1. ο περπατημένος, 2. ο αλανιάρης, 3. ο πλανόδιος, 4. ο γύφτος, δ. Προέλευση : από το τούρκ. gurbet = ξενιτιά, πηγή : ΑΠΘ.
κουρνιαχτός : σκόνη
κουρντίζου : : α. κουρδίζω (το ρολόι, το πιάνο, την κιθάρα κτλ.), β. μετ. πειράζω τον άλλο ώστε να τεντωθούν τα νεύρα του, γ. εκνευρίζω, δ. (Χ.Χ. : κουρντίζου = γεννάω), ε. (Παπασιώπης : κουρντίζν = φορούν επιδεικτικά ), στ. Προέλευση : από το αρχαίο κόρδα = χορδή, πηγή : ΑΠΘ.
κούρπιτους (ου) : α. το έντομο σκνίπα, β. ο μεθυσμένος, γ. (Μαλούτας : προέλευση από το αγγλ. carpet, ιταλ. carpeto = ήπιε τόσο πολύ που έπεσε στο χαλί και δεν μπορεί να σηκωθεί απ΄ αυτό). κουρόνα (η) : α. παιδικό παιχνίδι με νομίσματα, β. δες πιχνίδγια*.
κουρσιούμ(ι) :μεταλική μπίλια
κουρτσιαβέλ(ι) : κοριτσάκι
κουρφή (η) : α. η κορυφή, β. το πάνω και πίσω μέρος του τριχωτού της κεφαλής (φράση : «άμα έχς δυό κουρφές… δυό φουρές τα παντριφτείς!».
κουσια (η) : Η πλεξούδα
κουσκιντστή (η) : α. η ποσότητα που ρίχνουμε με το πιάτο για να κοσκινίσουμε κάτι, β. επαναλαμβανόμενη ρίψη μικροποσότητας υλικών για κοσκίνισμα, γ. (Νιάνια : κουσκιντστές = ποσότητες αλευριού για κοσκίνισμα).
κουσούρʼ (του) : το ελάττωμα.
κούσπα (η) : α. η τούμπα από κόπρανα, β. μετ. κούσπαρς (ου) 1. ο πλαδαρός άνθρωπος, 2. ο δυσκίνητος, γ. κούσπου και κουσπαρέλου (η) = η κωλαρού και δυσκίνητη γυναίκα.
κούτιου (του) : α. η κουτή, β. μετ. το άδειο κεφάλι, γ. το αδέσποτο μικρό σκυλί, δ. Φράση : «χαμένου κούτιου» = χαμένο σκυλί.
κουτκας(ου) : α. το πίσω μέρος του κεφαλιού, β. μετ. άνθρωπος με άδειο κεφάλι, γ. Προέλευση : από το αρχ. κοττίς, = ινίο, πηγή : Χ.Χ.
κουτρουβαλιάζουμι (ρ.) : α. κατρακυλώ με το κεφάλι κάτω, β. Χ.Χ.: κουτρουβάλα = κούτσουρο. κούτσκους (επίθ.) : ο μικρός.
κουτσνάρ (του) : α. η άσαρκη άκρη των άκρων των πτηνών (ποδιών και πτερών), β. τα ακροδάχτυλα, γ. το μέρος των ζώων από τον αστράγαλο μέχρι την πατούσα.
κουτσούλα (η) : α. το περίττωμα των πουλιών, β. μετ. η μικρή ποσότητα, (φράση : «μʼ έδουκι μιά κουτσούλια φαΐ»), γ. κουτσουλιάης (ου) = αυτός που κάνει μισές δουλειές. κουτσουμίτς (επίθ.) : ο άνθρωπος με μικρή μύτη.
κουτζιαμάν : ολόκληρος(η) ,μεγάλος
κουτσουπέτνους (ου) : α. άτομο που φοράει κοντά παντελόνια ή φοράει το παντελόνι με γυρισμένα τα ριβέρ, με τον τρόπο που τα γυρίζουν οι ψαράδες, β. μετ. ο κουτσός.
κούτσουρου (του) : α. ξερό ξύλο κληματαριάς για κάψιμο, β. άνθρωπος ανεπίδεκτος μαθήσεως, γ. μετ. ο ξεροκέφαλος, δ. Φράση : «έκαμα του κούτσουρου» = προσποιήθηκα τον ανήξερο. κουτσουρέινιους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που επιμένει στην άποψή του έστω κι αν είναι λαθεμένη, β. ο ισχυρογνώμων, γ. ο ξεροκέφαλος, δ. ο άξεστος, ε. συνών. : του ντβάρʼ*.
κουτσουδούλια : μικροδουλιές
κουτσουφόκαλου (του) : α. φαγωμένη χορτάρινη σκούπα, β. ειρων. ο κοντός.
κφογρούνου (του) : α. ο περιφρονημένος άνθρωπος, β. ο άνθρωπος που του δίνουμε λίγη αξία, γ. ο αργόστροφος.
κουφουτίλʼ (του) : το πώμα (με τρύπα στο κέντρο όπου έμπαινε ένα μικρό ξυλάκι για να τη βουλώσει) στη θέση της κάνουλας του βαρελιού.
κόχʼ (η) : α. το κοίλωμα του τοίχου, β. η στρογγυλεμένη γωνία μεταξύ δύο τοίχων, γ. θέση δίπλα στο τζάκι, δ. Φράση : «τουν έβαλα ζτ κόχʼ» = τον τίμησα, τον περιποιήθηκα., ε. (lias : στη παλιά Επανομή η θέση που προορίζονταν για τον παππού ή τον επισκέπτη ήταν δίπλα στο τζάκι).
κόψιμου (του) : α. το κόψιμο, β. η διάρροια, γ. μετ. το ενδιαφέρον για εκπρόσωπο του άλλου φύλου, δ. η εμφάνιση.
κράζου (ρ.) : α. φωνάζω πολύ δυνατά, β. επιτιμώ κάποιον με δυνατές φωνές, γ. καλώ κάποιον από μακριά να έλθει προς το μέρος μου, δ. Φράση : «έφαγα ένα κράξμου…» = με κορόιδεψαν αλλά και με μάλωσαν.
κράνου (του) : α. ο καρπός της κρανιάς, β. ειρων. ο εγωιστής, γ. κρανίσια (η) = βέργα φτιαγμένη με κλωνάρι κρανιάς, διακρίνεται για το μικρό βάρος, την μεγάλη αντοχή και τους πολλούς κόμπους, γ. κρανιά (η) = το δέντρο κόρνος ο άρρην.
κράνιασμα : πιάσιμο (κρανιάσκι του χέρι 'μ = πιάστικε το χέρι μου
κριτσιανός (επίθ.) : α. ο τραγανός, β. κριτσιανό (του) = ο χόνδρος του κρέατος των πουλερικών (το άσπρο μαλακό κόκαλο), γ. μετ. το κοριτσάκι.
Κριτσιάντα :Το τραγανο μέρος του ψωμιού
κρέμασʼ (η) : η κλίση του εδάφους και της σκεπής, β. βαριά σύννεφα για βροχή, γ. η ασθένεια κήλη. κρένου (ρ.) : α. μιλώ, β. εκθέτω την άποψή μου, γ. κρίνω, δ. Προέλευση : από το αρχ. κρίνω, πηγή : Π.Λ.Μπ. κρέχτους (επίθ.) α. ο δροσερός, β. ο φρέσκος, ο νωπός γ. ο τρυφερός, δ. μετ. κρέχτʼ (η) = η ξανθιά όμορφη γυναίκα, ε. κριχτάδα (η) = 1. η ζωηράδα, 2. η φρεσκάδα,
κρέπ(ι) : μαντήλα γυναικία
κρίνα : κουτί ( μια κρίνα σπίρτα)
κρικέλα (η) : α. κρίκος εντοιχισμένος για το πρόχειρο δέσιμο των ζώων στην αυλή, β. στρόγγυλος κρίκος στη πόρτα για ρόπτρο.
κριτσιανίζου (ρ.) : μασώ κάτι τραγανό.
κριτσνώ : τριζω
κριτσμάς (ου) : α. ο σταυρός από άχυρα που τον τοποθετούσαν στην κορυφή της τούμπας των δεματιών του σιταριού, β. το φαγοπότι μετά το τέλος του θερισμού.
κρούου (ρ.) : α. χτυπώ, β. δέρνω, γ. βαράω, δ. κρούουμι (ρ.) = χτυπιέμαι από πόνο κυρίως, ε. Φράση : «του κρούει του μπακράτσʼ» = είναι κίναιδος.
κρουσταλίθρα : παγοσταλακτίτης που γινόταν στις στέγες με το κρύο του χειμώνα
κρυάδα (η) : α. το ψύχος, β. μετ. η ψυχρολουσία, γ. κρυαδίζʼ (ρ.) = αρχίζει να κάνει κρύο.
κρυψώνα (η) : α. το σκασιαρχείο, β. η κρύπτη, η κρυψώνα, γ. (lias : επί τουρκοκρατίας συνήθιζαν τα σπίτια να διαθέτουν μία κρυψώνα ιδίως για τα πολύτιμα αντικείμενα, διότι γινόταν πολλές επιδρομές και λεηλασίες.
κτάρʼ (του) : το κατακάθι του ξυδιού που χρησιμοποιείται ως μαγιά για άλλο ξύδι.
κτί (του) : α. το κουτί, β. η κάλπη, γ. το τηλέφωνο, δ. γενικά κάθε τι ηλεκτρονικό όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κτλ. ε. κτούκʼ (του) = 1. το κουτάκι, 2. μετ. το άδειο κεφάλι, 3. ειρων. = ο κουτός.
κ'τσάκ(ι) :κουτσ.ο
κυδουνάτου (του) : α. γλυκό του κουταλιού με τριμμένα κυδώνια και ξηρούς καρπούς (αμύγδαλα ή φιστίκια), β. φαγητό φούρνου με κρέας αλλά αντί για πατάτες έβαζαν χοντρές φέτες κυδωνιά, γ. Φράση : «κυδουνάτου φαΐ» = εξαιρετικά ωραία γυναίκα.
κυπρουκούδουνου (του) : α. το μεγάλο κουδούνι που φορούσαν στα μεγάλα ζώα, β. μετ. ο κοντόγνωμος,
κιφάλας (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν εννοεί να καταλάβει κάτι, β. ο άνθρωπος που δύσκολα μπορεί να συνετιστεί, γ. κιφάλας* = άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι, δ. (ΧΧ = κουφός ), ε. Προέλευση : από το κούφιος>κουφάλα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
κφός (επίθ.) : α. α κουφός, β. μετ. ο απρόσιτος τύπος.
Λ
λάβα (η) : α. η λάβα του ηφαιστείου, β. η μεγάλη ζέστη, γ. η οχλοβοή, η μεγάλη φασαρία σε κλειστό χώρο, δ. ο έντονος ερωτικός πόθος, ε. λαβακώθκα (ρ.) = ερωτεύτηκα σφοδρά, στ. λαβατίζου (ρ.) = ζεματίζω, ζ. Προέλευση : από το αρχ. λάβρος = σφοδρός, πηγή: ΑΠΘ.
λάβα :σιγανή κουβέντα
λαβόμανου (του) : πέτρινος νιπτήρας.
λαγκεύου :λιμπίζουμε
λαγγόνια :τα πλαϊνα της κοιλιάς
λαλαγγίτα (η) : α. είδος επίπεδου λουκουμά, β. τηγανίτα από αλεύρι περιχυμένη με μέλι, γ. Προέλευση : από το αρχ. λάγκη = πιατέλα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λαγουνίκα (η) : α. το εκπαιδευμένο σκυλί για το κυνήγι του λαγού, β. το λαγωνικό, γ. μετ. ο ντετέκτιβ.
λαγουτσίμμπιδου (του) : α. η τσιμπίδα ή η μικρή τανάλια για την εξαγωγή αγκίδων ή και δοντιών, β. Προέλευση : από το σύνθ. λαγός+συμπώ, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λαδιρό (του) : α. το μεταλλικό δοχείο του λαδιού, β. μετ. αυτός που ήπιε υπερβολικά και έγινε τύφλα στο μεθύσι.
λαδουκούκʼ (του) : α. μικρό δοχείο για το λάδωμα της μηχανής με μηχανέλαιο.
λαθούρʼ : α. ο αρακάς, β. το μπιζέλι, γ. μετ. χονδρή κρεατοελιά, δ. Προέλευση : από το αρχ. uλάθυρος, πηγή Π.Λ.Μπ.
λαΐνʼ (του) : α. πήλινο δοχείο νερού με στενό λαιμό, μικρότερο από τη στάμνα, β.
λαΐνούδʼ = μικρότερο από το λαΐνʼ αλλά πολλές φορές είχε και δύο στόμια, δώρο στα μικρά κατά το Πάσχα για να μεταφέρουν νερό από επτά βρύσες για το βάψιμο των αυγών αλλά και για να παίζουν μʼ αυτό, γ. Προέλευση : από το αρχαίο λάγυνος, πηγή : ΑΠΘ.
λακίζου και λακιάζω (ρ.) : α. φεύγω κρυφά, β. παίρνω δρόμο, γ. την κοπανώ, δ. το σκάω από κάπου, ε. Προέλευση : από το βυζ. εκλακώ, πηγή : ΑΠΘ.
λάκους (ου) : α. ο λάκκος, β. ο χείμαρρος, γ. βαθύ φυσικό όρυγμα που δημιουργήθηκε από τα νερά της βροχής.
λαλώ (ρ.) : α. παίζω κάποιο πνευστό μουσικό όργανο, β. κελαηδώ, γ. πολυλογώ, δ.
λάλσι (ρ.) = 1. λάλησε για πρώτη φορά, 2. μετ. τρελάθηκε
λαμνί (του) : ο σωρός του καθαρού σιταριού μετά το αλώνισμα.
λαμνός :φλόγα
λάμνια (η) : α. ο δράκος, 2. μετ. η μέγαιρα, η κακιά γυναίκα.
λάμω,α : δυνατό λέρωμα με βρωμιές
λανάρʼ (του) : α. το μηχάνημα που επεξεργάζονται το μαλλί, το βαμβάκι κτλ. ώστε να είναι έτοιμο για κλώσιμο, β. λαναράς (ου) : ο επαγγελματίας που λανάριζε το μαλλί, γ. λανάρα (η) = το εργαστήριο, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. λανάριος, λατιν. lanarius, πηγή : ΑΠΘ.
λάπατου (του) : α. ποώδες φυτό με μεγάλα, πλατιά φύλλα και υπόξινη γεύση για την παρασκευή ντολμάδων, χορτόπιτων κτλ. που βλαστάνει στις αρχές τη άνοιξης, β. Προέλευση : από το αρχ. λάπαθον, πηγή : ΑΠΘ.
λάσπʼ (η) : α. η λάσπη, β. μετ. η συκοφαντία, γ. μείγμα διάφορων υλικών και νερού για το χτίσιμο, γ. λάσπουμα (του) = 1. το λέρωμα από λάσπες, 2. η αποτυχία στην κατασκευή γλυκών ή ζυμαρικών, (φράση : «λάσπουσαν τα πέτουρα» = έγιναν σαν λάσπη οι χυλοπίτες).
λαχούρʼ (του) : α. λεπτό ύφασμα πολυτελείας (συνήθως μεταξωτό) για γυναικείο σάλι, β. το κασκόλ, γ. Προέλευση : από την πόλη του Πακιστάν Λαχώρη, πηγή : ΑΠΘ.
λέλικας (ου). ο πελαργός, β. μετ. ο ψηλός άντρας, γ. πληθ. τα λιλιέκια, δ. το δρεπάνι (λέλεκας - Σιαμπανόπουλος ), ε. δες λιλέκʼ*.
λέρα (η) : α. η κοπριά, β. το ζωικό λίπασμα, γ. μετ. γυναίκα με άσχημη γλώσσα, δ. το λέρωμα από ακαθαρσίες, ε. λιαρώνου (ρ.) = λερώνω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο ολερός = θολός, πηγή : ΑΠΘ.
λέσʼ (του) : α. το σάπιο, το άχρηστο κομμάτι κρέατος, β. η σαπίλα, η βρώμα, γ. το ψόφιο ζώο, το ψοφίμι, δ. Προέλευση : από το μσν. λέσι < τουρκ. les, πηγή ΑΠΘ. λιάκατα (τα) : α. τα εντόσθια (τα περιεχόμενα στην κοιλιακή χώρα-όχι τα τζιέργια*), β. τα πολτοποιημένα φαγητά, γ. λιακατίζου (ρ.) = 1. λιώνω, 2. πολτοποιώ, δ. Προέλευση : από τον αναγραμματισμό της λ. κοιλιά, πηγή Π.Λ.Μπ. λιακούτχια (τα) : α. άνοστα κι ανακατεμένα (πολτοποιημένα) φαγητά, β. ο λαπάς, γ. τα νερόβραστα, δ. (Παπασιώπης : λιακούτια = νεροπλύματα, άνοστα), ε. λιακούτʼ (του) = λιωμένο, πολτοποιημένο και νερόβραστο φαγητό. λιανίζου (ρ.) : α. τεμαχίζω σε μικρά κομμάτια, β. δέρνω πολύ άσχημα κάποιον, γ. λιανίσκα = χτύπησα πολύ άσχημα, τραυματίστηκα, δ. λιανά και λιανώματα και λιανούργια (τα) = 1. τα ψιλά και μικρά πράγματα, 2. τα μικρής αξίας κέρματα, 3. τα κομματάκια (κουματσιούλια*)
λιαμανίζου : διαλύω
λιανουκατούρμα (του) : α. η συχνουρία. λιβακουμός και λιβάκουμα (του) : α. η μεγάλη αφόρητη ζέστη, ο καύσωνας, β. η ηλίαση γ. λιβακώνουμι (ρ.) = ζεσταίνομαι υπερβολικά, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. λίψ > λίβας = νότιος άνεμος, από τη Λιβύη, πηγή : ΑΠΘ.
λίγδα (η) : α. χοιρινό μαγειρικό λίπος, (δες : Κοζανίτικες Συνταγές), β. λιγθώθκα (ρ.) = λερώθηκα από σταγόνες λιωμένης λίγδας, γ. λίγδιασμα (του) = το λέρωμα από λιπαρή ουσία.
λίγκαγμα (η) : λοξιγκας
λιγκιάζου (ρ.) : έχω λόξυγκα.
λιανουβιργώ (ρ.) : περπατώ προσεκτικά με μικρά βήματα (πάνω σε πάγο, λάδια κτλ.) προσπαθώντας να ισορροπήσω.
λίγουμα (του) : α. το αναφιλητό, β. το κόψιμο της αναπνοής των μωρών από το πολύ κλάψιμο, γ. η δυσάρεστη διάθεση από υπερβολική κατανάλωση γλυκών.
λιγούρα (η) : α. έντονη πείνα, β. έντονος ερωτικός πόθος, γ. λιγουρεύουμι (ρ.) = ορεξεύομαι.
λίθρους : (ΖΦ) α. αίμα και άμμος ( κατάρα ),
λικνίζου (ρ.) : α. νανουρίζω το μωρό κουνώντας την κούνια του, β. Προέλευση : από το αρχ. λίκνον, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λιλέκʼ (του) : α. το δρεπάνι χωρίς δόντια, β. ο μικρός πελαργός, γ. δες λέλεκας*.
λιλί (του) : α. το κόσμημα, β. το παράσημο, γ, το νόμισμα, δ. το κουμπί, ε. λιλίτσια = τα παγωμένα σταγονίδια στις άκρες των φύλλων,σπασμένα γυαλιά
λιλίτσια: καματάκια από γυαλί
λίμα (η) : α. η μεγάλη πείνα, β.
λιμάρς (επίθ.) = 1. ο λαίμαργος, 2. μετ. ο αρπαχτιάρης.
λιμαριά (η) : α. η δαντέλα του λαιμού, το περιλαίμιο, β. το κολάρο, γ. Παπασιώπης : επιστήθιο αντί υποκαμίσου, ωραιότατα κεντημένο), δ. η λαιμαριά των ζώων (αλόγων, μουλαριών κτλ.), δερμάτινο ύφασμα παραγεμισμένο με άχυρο που τοποθετούνταν στο λαιμό τους, ε. η γραβάτα, στ. (ΑΡ) = ο λαιμός.
λιμαγμένους :πολύ πεινασμένος
λιμές (επίθ.) : α. ο ξεπεσμένος, β. ο κατώτερος, γ. υβρ. ο αλήτης, δ. (Δημητράκος : η πρώτης ποιότητος σταφίδα), ε. (Μαλούτας : ο ελεμές = ο παλιάνθρωπος, ο ηθικώς αναξιόπιστος).
λιμπέβουμι (ρ.) : α. ορειξεύομαι, β. νοστιμεύομαι, γ. λαχταρώ, δ. ζηλεύω, ε.
λιμπίζουμι (ρ.) = επιθυμώ σφόδρα, στ. Τραγούδι : μηλίτσα μʼ πούσι στου γκριμό…έμ τα μήλα σου τα λιμπίζουμι, (αποκριάτικο), ζ. Προέλευση : από το ελληνστ. λιμβός = λαίμαργος, πηγή : ΑΠΘ.
Λιμκιάρς : αρωστιάρης
λιμός : ολαιμός
λιμούρα (η) : α. η διαρπαγή (Παπασιώπης), β. δες και αλιμούρα*.
Λίμπου : λεπτεπίλιπτος
λιούρτας : άχαρος
λιχνιούμι (ρ.) : α. ψευτοκλαίω, β. κλαίω με αναφιλητά.
λιχνού(ι) : βρέφος
λόγους (ου) : α. η ομιλία (πχ. του Δημάρχου στην πλατεία), β. η υπόσχεση για κάτι, γ. η υπόσχεση αρραβώνα, (φράση : «έδουκάμι λόγουν ιμείς!») δ. η αιτία για κάτι.
λόρδα (η) : α. η υπερβολική πείνα, β. (βεν. lorda, πηγή : ΑΠΘ).
Λουνγκούρς : ψηλός άνδρας
λουγιον – ντουλουιον ( αντων. εκφρ.) : α κάθε είδους, β. λογής – λογής, γ. (lias : το βρήκα και λουϊούν του λουϊούν).
λούκʼ (του) : η υδρορροή.
λουϊάζου : βλέπω
λουκάντα (η) : α. το κρασοπουλειό, β. το πανδοχείο, γ. το εστιατόριο, δ. Προέλευση : από το βενετ. locanda, πηγή : ΑΠΘ.
λουλάδα : τρέλα
λουλάκʼ (του) : α. γαλάζια χρωστική ουσία, β. σημ. lias : χρησιμοποιούνταν παλιά για το βάψιμο των ραλικιών* αλλά και στο ξέβγαλμα των ασπρορούχων).
λουλούδου (επίθ.) : α. (η) = η γυναίκα που της αρέσει το υπερβολικό στόλισμα, φτιασίδωμα, β. η προκλητική, γ. (ου) = ο κίναιδος.
λουλουπαντέρα (επίθ. προσδιορ.) : α. ο παλαβός, β. ο θεότρελος.
λουμάκʼ (του) : α. ξυλοκάρβουνο, β. καυσόξυλο, γ. δενδρύλλιο φυτωρίου για μεταφύτευση, δ. λεπτός κορμός από νεαρό δέντρο βελανιδιάς, ε. Προέλευση : από το αρχ. λείμαξ, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λούνʼ (του) : α. το κατακάθι, β. το ίζημα, γ. η λάσπη, δ. η θολούρα, ε. Προέλευση : από το ελνστ. λήνος = δίκτυον, πηγή : Δημητράκος.
λουρι : ζώνη
λουρίδα (η) : α. ο ζωστήρας, β. στενόμακρο κομμάτι από πανί, χαρτί, δέρμα κτλ.
λουσάρζμα (του) : α. το στόλισμα της γυναικός με κοσμήματα, β. η πολυτελής ενδυμασία, γ. Προέλευση : από το λούσο.
λουζουμι (ρ.) : λούζομαι.
λούστρους (επίθ.) : α. η σταθερή βροχή που ξεπλένει τους δρόμους, β. ο στιλβωτής, γ. λούστρους (ου) = 1. το βερνίκι, 2. η λάκα, δ. Φράσεις : «γίγκα λούστρους» = έγινα μούσκεμα, «τόκαμα λούστρουν» = το έπλυνα πολύ κακά, ε. (Μαλούτας : άνθρωπος που βράχηκε, ξεπλύθηκε και καθάρισε τελείως).
λουχιά : απότομος δυνατός πόνος
λύκους (ου) : α. ο λύκος, β. (Φράσεις : "λύκους μι τα πέταλα", «λύκους γκαβός», «ντούου ου λύκους», «λύκους τς Ιβγένας»...), γ. κίτρινο παράσιτο που σκαρφαλώνει στα φυτά και τα πνίγει (τα ξηραίνει), δ. λύκσα (η) = 1. η επίμονη γυναίκα, 2. η σεξομανής.
λυσσιάρκους (επίθ.) : α. ο μανιακός, β. ο επίμονος, γ. λυσσιάρου (η) = η νυμφομανής γυναίκα.
λυχτώ (ρ.) : α. ουρλιάζω, β. φωνάζω δυνατά χωρίς νόημα, γ. λίχτσμα (του) = το ούρλιαγμα του σκύλου, δ. Προέλευση : από το αρχ. υλακτώ, πηγή ΙΝΒΑ
λάβα (η) : α. η λάβα του ηφαιστείου, β. η μεγάλη ζέστη, γ. η οχλοβοή, η μεγάλη φασαρία σε κλειστό χώρο, δ. ο έντονος ερωτικός πόθος, ε. λαβακώθκα (ρ.) = ερωτεύτηκα σφοδρά, στ. λαβατίζου (ρ.) = ζεματίζω, ζ. Προέλευση : από το αρχ. λάβρος = σφοδρός, πηγή: ΑΠΘ.
λάβα :σιγανή κουβέντα
λαβόμανου (του) : πέτρινος νιπτήρας.
λαγκεύου :λιμπίζουμε
λαγγόνια :τα πλαϊνα της κοιλιάς
λαλαγγίτα (η) : α. είδος επίπεδου λουκουμά, β. τηγανίτα από αλεύρι περιχυμένη με μέλι, γ. Προέλευση : από το αρχ. λάγκη = πιατέλα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λαγουνίκα (η) : α. το εκπαιδευμένο σκυλί για το κυνήγι του λαγού, β. το λαγωνικό, γ. μετ. ο ντετέκτιβ.
λαγουτσίμμπιδου (του) : α. η τσιμπίδα ή η μικρή τανάλια για την εξαγωγή αγκίδων ή και δοντιών, β. Προέλευση : από το σύνθ. λαγός+συμπώ, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λαδιρό (του) : α. το μεταλλικό δοχείο του λαδιού, β. μετ. αυτός που ήπιε υπερβολικά και έγινε τύφλα στο μεθύσι.
λαδουκούκʼ (του) : α. μικρό δοχείο για το λάδωμα της μηχανής με μηχανέλαιο.
λαθούρʼ : α. ο αρακάς, β. το μπιζέλι, γ. μετ. χονδρή κρεατοελιά, δ. Προέλευση : από το αρχ. uλάθυρος, πηγή Π.Λ.Μπ.
λαΐνʼ (του) : α. πήλινο δοχείο νερού με στενό λαιμό, μικρότερο από τη στάμνα, β.
λαΐνούδʼ = μικρότερο από το λαΐνʼ αλλά πολλές φορές είχε και δύο στόμια, δώρο στα μικρά κατά το Πάσχα για να μεταφέρουν νερό από επτά βρύσες για το βάψιμο των αυγών αλλά και για να παίζουν μʼ αυτό, γ. Προέλευση : από το αρχαίο λάγυνος, πηγή : ΑΠΘ.
λακίζου και λακιάζω (ρ.) : α. φεύγω κρυφά, β. παίρνω δρόμο, γ. την κοπανώ, δ. το σκάω από κάπου, ε. Προέλευση : από το βυζ. εκλακώ, πηγή : ΑΠΘ.
λάκους (ου) : α. ο λάκκος, β. ο χείμαρρος, γ. βαθύ φυσικό όρυγμα που δημιουργήθηκε από τα νερά της βροχής.
λαλώ (ρ.) : α. παίζω κάποιο πνευστό μουσικό όργανο, β. κελαηδώ, γ. πολυλογώ, δ.
λάλσι (ρ.) = 1. λάλησε για πρώτη φορά, 2. μετ. τρελάθηκε
λαμνί (του) : ο σωρός του καθαρού σιταριού μετά το αλώνισμα.
λαμνός :φλόγα
λάμνια (η) : α. ο δράκος, 2. μετ. η μέγαιρα, η κακιά γυναίκα.
λάμω,α : δυνατό λέρωμα με βρωμιές
λανάρʼ (του) : α. το μηχάνημα που επεξεργάζονται το μαλλί, το βαμβάκι κτλ. ώστε να είναι έτοιμο για κλώσιμο, β. λαναράς (ου) : ο επαγγελματίας που λανάριζε το μαλλί, γ. λανάρα (η) = το εργαστήριο, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. λανάριος, λατιν. lanarius, πηγή : ΑΠΘ.
λάπατου (του) : α. ποώδες φυτό με μεγάλα, πλατιά φύλλα και υπόξινη γεύση για την παρασκευή ντολμάδων, χορτόπιτων κτλ. που βλαστάνει στις αρχές τη άνοιξης, β. Προέλευση : από το αρχ. λάπαθον, πηγή : ΑΠΘ.
λάσπʼ (η) : α. η λάσπη, β. μετ. η συκοφαντία, γ. μείγμα διάφορων υλικών και νερού για το χτίσιμο, γ. λάσπουμα (του) = 1. το λέρωμα από λάσπες, 2. η αποτυχία στην κατασκευή γλυκών ή ζυμαρικών, (φράση : «λάσπουσαν τα πέτουρα» = έγιναν σαν λάσπη οι χυλοπίτες).
λαχούρʼ (του) : α. λεπτό ύφασμα πολυτελείας (συνήθως μεταξωτό) για γυναικείο σάλι, β. το κασκόλ, γ. Προέλευση : από την πόλη του Πακιστάν Λαχώρη, πηγή : ΑΠΘ.
λέλικας (ου). ο πελαργός, β. μετ. ο ψηλός άντρας, γ. πληθ. τα λιλιέκια, δ. το δρεπάνι (λέλεκας - Σιαμπανόπουλος ), ε. δες λιλέκʼ*.
λέρα (η) : α. η κοπριά, β. το ζωικό λίπασμα, γ. μετ. γυναίκα με άσχημη γλώσσα, δ. το λέρωμα από ακαθαρσίες, ε. λιαρώνου (ρ.) = λερώνω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο ολερός = θολός, πηγή : ΑΠΘ.
λέσʼ (του) : α. το σάπιο, το άχρηστο κομμάτι κρέατος, β. η σαπίλα, η βρώμα, γ. το ψόφιο ζώο, το ψοφίμι, δ. Προέλευση : από το μσν. λέσι < τουρκ. les, πηγή ΑΠΘ. λιάκατα (τα) : α. τα εντόσθια (τα περιεχόμενα στην κοιλιακή χώρα-όχι τα τζιέργια*), β. τα πολτοποιημένα φαγητά, γ. λιακατίζου (ρ.) = 1. λιώνω, 2. πολτοποιώ, δ. Προέλευση : από τον αναγραμματισμό της λ. κοιλιά, πηγή Π.Λ.Μπ. λιακούτχια (τα) : α. άνοστα κι ανακατεμένα (πολτοποιημένα) φαγητά, β. ο λαπάς, γ. τα νερόβραστα, δ. (Παπασιώπης : λιακούτια = νεροπλύματα, άνοστα), ε. λιακούτʼ (του) = λιωμένο, πολτοποιημένο και νερόβραστο φαγητό. λιανίζου (ρ.) : α. τεμαχίζω σε μικρά κομμάτια, β. δέρνω πολύ άσχημα κάποιον, γ. λιανίσκα = χτύπησα πολύ άσχημα, τραυματίστηκα, δ. λιανά και λιανώματα και λιανούργια (τα) = 1. τα ψιλά και μικρά πράγματα, 2. τα μικρής αξίας κέρματα, 3. τα κομματάκια (κουματσιούλια*)
λιαμανίζου : διαλύω
λιανουκατούρμα (του) : α. η συχνουρία. λιβακουμός και λιβάκουμα (του) : α. η μεγάλη αφόρητη ζέστη, ο καύσωνας, β. η ηλίαση γ. λιβακώνουμι (ρ.) = ζεσταίνομαι υπερβολικά, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. λίψ > λίβας = νότιος άνεμος, από τη Λιβύη, πηγή : ΑΠΘ.
λίγδα (η) : α. χοιρινό μαγειρικό λίπος, (δες : Κοζανίτικες Συνταγές), β. λιγθώθκα (ρ.) = λερώθηκα από σταγόνες λιωμένης λίγδας, γ. λίγδιασμα (του) = το λέρωμα από λιπαρή ουσία.
λίγκαγμα (η) : λοξιγκας
λιγκιάζου (ρ.) : έχω λόξυγκα.
λιανουβιργώ (ρ.) : περπατώ προσεκτικά με μικρά βήματα (πάνω σε πάγο, λάδια κτλ.) προσπαθώντας να ισορροπήσω.
λίγουμα (του) : α. το αναφιλητό, β. το κόψιμο της αναπνοής των μωρών από το πολύ κλάψιμο, γ. η δυσάρεστη διάθεση από υπερβολική κατανάλωση γλυκών.
λιγούρα (η) : α. έντονη πείνα, β. έντονος ερωτικός πόθος, γ. λιγουρεύουμι (ρ.) = ορεξεύομαι.
λίθρους : (ΖΦ) α. αίμα και άμμος ( κατάρα ),
λικνίζου (ρ.) : α. νανουρίζω το μωρό κουνώντας την κούνια του, β. Προέλευση : από το αρχ. λίκνον, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λιλέκʼ (του) : α. το δρεπάνι χωρίς δόντια, β. ο μικρός πελαργός, γ. δες λέλεκας*.
λιλί (του) : α. το κόσμημα, β. το παράσημο, γ, το νόμισμα, δ. το κουμπί, ε. λιλίτσια = τα παγωμένα σταγονίδια στις άκρες των φύλλων,σπασμένα γυαλιά
λιλίτσια: καματάκια από γυαλί
λίμα (η) : α. η μεγάλη πείνα, β.
λιμάρς (επίθ.) = 1. ο λαίμαργος, 2. μετ. ο αρπαχτιάρης.
λιμαριά (η) : α. η δαντέλα του λαιμού, το περιλαίμιο, β. το κολάρο, γ. Παπασιώπης : επιστήθιο αντί υποκαμίσου, ωραιότατα κεντημένο), δ. η λαιμαριά των ζώων (αλόγων, μουλαριών κτλ.), δερμάτινο ύφασμα παραγεμισμένο με άχυρο που τοποθετούνταν στο λαιμό τους, ε. η γραβάτα, στ. (ΑΡ) = ο λαιμός.
λιμαγμένους :πολύ πεινασμένος
λιμές (επίθ.) : α. ο ξεπεσμένος, β. ο κατώτερος, γ. υβρ. ο αλήτης, δ. (Δημητράκος : η πρώτης ποιότητος σταφίδα), ε. (Μαλούτας : ο ελεμές = ο παλιάνθρωπος, ο ηθικώς αναξιόπιστος).
λιμπέβουμι (ρ.) : α. ορειξεύομαι, β. νοστιμεύομαι, γ. λαχταρώ, δ. ζηλεύω, ε.
λιμπίζουμι (ρ.) = επιθυμώ σφόδρα, στ. Τραγούδι : μηλίτσα μʼ πούσι στου γκριμό…έμ τα μήλα σου τα λιμπίζουμι, (αποκριάτικο), ζ. Προέλευση : από το ελληνστ. λιμβός = λαίμαργος, πηγή : ΑΠΘ.
Λιμκιάρς : αρωστιάρης
λιμός : ολαιμός
λιμούρα (η) : α. η διαρπαγή (Παπασιώπης), β. δες και αλιμούρα*.
Λίμπου : λεπτεπίλιπτος
λιούρτας : άχαρος
λιχνιούμι (ρ.) : α. ψευτοκλαίω, β. κλαίω με αναφιλητά.
λιχνού(ι) : βρέφος
λόγους (ου) : α. η ομιλία (πχ. του Δημάρχου στην πλατεία), β. η υπόσχεση για κάτι, γ. η υπόσχεση αρραβώνα, (φράση : «έδουκάμι λόγουν ιμείς!») δ. η αιτία για κάτι.
λόρδα (η) : α. η υπερβολική πείνα, β. (βεν. lorda, πηγή : ΑΠΘ).
Λουνγκούρς : ψηλός άνδρας
λουγιον – ντουλουιον ( αντων. εκφρ.) : α κάθε είδους, β. λογής – λογής, γ. (lias : το βρήκα και λουϊούν του λουϊούν).
λούκʼ (του) : η υδρορροή.
λουϊάζου : βλέπω
λουκάντα (η) : α. το κρασοπουλειό, β. το πανδοχείο, γ. το εστιατόριο, δ. Προέλευση : από το βενετ. locanda, πηγή : ΑΠΘ.
λουλάδα : τρέλα
λουλάκʼ (του) : α. γαλάζια χρωστική ουσία, β. σημ. lias : χρησιμοποιούνταν παλιά για το βάψιμο των ραλικιών* αλλά και στο ξέβγαλμα των ασπρορούχων).
λουλούδου (επίθ.) : α. (η) = η γυναίκα που της αρέσει το υπερβολικό στόλισμα, φτιασίδωμα, β. η προκλητική, γ. (ου) = ο κίναιδος.
λουλουπαντέρα (επίθ. προσδιορ.) : α. ο παλαβός, β. ο θεότρελος.
λουμάκʼ (του) : α. ξυλοκάρβουνο, β. καυσόξυλο, γ. δενδρύλλιο φυτωρίου για μεταφύτευση, δ. λεπτός κορμός από νεαρό δέντρο βελανιδιάς, ε. Προέλευση : από το αρχ. λείμαξ, πηγή : Π.Λ.Μπ.
λούνʼ (του) : α. το κατακάθι, β. το ίζημα, γ. η λάσπη, δ. η θολούρα, ε. Προέλευση : από το ελνστ. λήνος = δίκτυον, πηγή : Δημητράκος.
λουρι : ζώνη
λουρίδα (η) : α. ο ζωστήρας, β. στενόμακρο κομμάτι από πανί, χαρτί, δέρμα κτλ.
λουσάρζμα (του) : α. το στόλισμα της γυναικός με κοσμήματα, β. η πολυτελής ενδυμασία, γ. Προέλευση : από το λούσο.
λουζουμι (ρ.) : λούζομαι.
λούστρους (επίθ.) : α. η σταθερή βροχή που ξεπλένει τους δρόμους, β. ο στιλβωτής, γ. λούστρους (ου) = 1. το βερνίκι, 2. η λάκα, δ. Φράσεις : «γίγκα λούστρους» = έγινα μούσκεμα, «τόκαμα λούστρουν» = το έπλυνα πολύ κακά, ε. (Μαλούτας : άνθρωπος που βράχηκε, ξεπλύθηκε και καθάρισε τελείως).
λουχιά : απότομος δυνατός πόνος
λύκους (ου) : α. ο λύκος, β. (Φράσεις : "λύκους μι τα πέταλα", «λύκους γκαβός», «ντούου ου λύκους», «λύκους τς Ιβγένας»...), γ. κίτρινο παράσιτο που σκαρφαλώνει στα φυτά και τα πνίγει (τα ξηραίνει), δ. λύκσα (η) = 1. η επίμονη γυναίκα, 2. η σεξομανής.
λυσσιάρκους (επίθ.) : α. ο μανιακός, β. ο επίμονος, γ. λυσσιάρου (η) = η νυμφομανής γυναίκα.
λυχτώ (ρ.) : α. ουρλιάζω, β. φωνάζω δυνατά χωρίς νόημα, γ. λίχτσμα (του) = το ούρλιαγμα του σκύλου, δ. Προέλευση : από το αρχ. υλακτώ, πηγή ΙΝΒΑ
Μ
μά (επιφ.) : μαμά.
μαβράδʼ : α. η κόρη του ματιού, β. μετ. το μελαχροινάκι, γ. το μαύρο στίγμα στο δέρμα, δ. το μαύρο μικρό έντομο.
μαγαρσιά (τα) : α. κόπρανα (Παπασιώπης), β. μαγαρζμένους (επίθ.) 1. ο λερωμένος, 2. αυτός που αλλαξοπίστησε (lias : από το αγαρινός*).
μαγκάλʼ (του) : α. πλατιά σιδερένια λεκάνη με πόδια όπου έμπαινε η θράκα για θέρμανση δωματίων.
μαγκάνʼ (του) : α. ο σφικτήρας, β. το τελάρο των κεντημάτων, γ. μαγκώνου (ρ.) = αρπάζω.
μαγλίκʼ : α. μεταξωτός επίδεσμος από το σαγόνι ως την κορφή της γυναικείας κεφαλής, β. (σημ. lias : το φορούσαν οι αρραβωνιασμένες της παλιάς Κοζάνης), γ. Προέλευση : από το μάγουλο.
μαγειργιό (του) : α. η κουζίνα του σπιτιού (συνήθως έξω από το σπίτι), β. το λαϊκό εστιατόριο, γ. μαγέριμα (του) = το μαγείρεμα, δ. μαΐρσα και μαέρσα (η) = 1. η μαγείρισσα, 2. μετ. η καταφερτζού, 3. η τεχνίτρα και μερακλού.
μαγκουσάρα :αυτή που γυσεργιαναει συνέχεια
μαγρισμα : δυνατό νιαούρισμα
μαζώνου (ρ.) α. = συγκεντρώνω, β. τακτοποιώ, γ. αποταμιεύω, δ περιορίζω, ε. (τς) μαζώνου (ρ.) = τρώω ξύλο, στ. μαζώξʼ! (προστ.) = μην εξαχρειώνεσαι, ζ. (του) μαζώνου = φεύγω, η. μάζουμα (του) = η συνάθροιση, θ. τακτοποιώ, η. συμμαζεύω, θ. Προέλευση : από το ελνστ. μάζα, πηγή : ΑΠΘ.
Μαιμάρσα ; μαλαγάνα, καπάτσα
μαϊμού (η) : α. η μαϊμού, β. μετ. ο πονηρός ή κακός άνθρωπος, γ. μετ. ο ατσούμπαλος, δ. μαϊμένου (επίθ.) = το παλιόπαιδο.
μαλαθούνα :μεγάλο κεφάλι
μαϊμαρλούθκα :μαϊμοίστικα ,καλοπιάσματα
μαϊντάνʼ και μεϊντάνʼ (του) : α. δημόσιος χώρος, β. Φράση : «βγήκιν στου μαϊντάνʼ» = πολιτεύεται, γ. Προέλευση : από το τουρκ. meydan, πηγή : ΑΠΘ.
Μαΐσιους (επίθ.) : α. ο μαγιάτικος, β. μετ. ο αλλεργικός ανοιξιάτικος βήχας, γ. μαϊάτκα (τα) = τα πρωτολούλουδα, τα λουλούδια που ανθίζουν τον Μάιο, δ. μαΐσιου (του) = το κρασί από βαρέλι που ανοίγεται το Μάη συνήθως το τελευταίο).
μακαβάς (ου) : α. το χοντρό πεπιεσμένο χαρτόνι, β. είδος κόντρα πλακέ.
μακαράς (ου) α. το καρούλι κλωστής, β. ο τροχός, η τροχαλία, γ. ο επισκευαστής τροχών, ρουλεμάν κτλ.
μακάτʼ (του) : α. κεντημένα εργόχειρα που στρώνονται διακοσμητικά στο τραπέζι, τα ερμάρια, τους καναπέδες κτλ. β. (Ηλιαδ. : μακάτια = λευκά κεντητά «καρρέ» που έστρωναν επάνω στα μακριά μαξιλάρια πάνω στα μιντιρλίκια* σε επαφή κολλητά στον τοίχο.
μακιδουνίσʼ : α. ο μαϊντανός, β. μετ. το εκλεπτυσμένο, γ. (σημ. lias = Προέλευση : από το Μακεδονία, διότι οι αρχαίοι Μακεδόνες έτρωγαν μαϊντανό πριν τη μάχη για να τονωθούν).
μάκινα (η) : α. η ραπτομηχανή, β. μηχανισμός για το στρογγύλευμα του φεσιού, γ. Το φυτίλι της γκαζόλαμπας και της γκαζιέρας (αγγλ. mashine).
μάλαμα (του) : α. το χρυσάφι, β. μετ. ο εξαιρετικά καλός άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το ελνστ. μάλαγμα, πηγή: ΑΠΘ.
μαλάς (ου) : α. το μυστρί, β. εργαλείο για ανακάτεμα (λάσπης, ζύμης κτλ. – Δημητράκος), γ. μετ. ο ανακατωσούρας.
μάλια (η) : α. ο τερματοφύλακας, β. μαλιόμπακα (η) = ο τερματοφύλακας που έπαιζε και ως αμυντικός ελλείψει άλλων παικτών.
Μαλαθούνα : Οικιακό σκευος ( έτσι λέμε κάποιον που έχει μεγάλο ,βάρβαρο , κεφάλι
μαλλί (του) : α. το έριον, το μαλλί, β. μετ. το χρήμα σε μετρητά, γ. ως επιρ. = τίποτε, καθόλου, (φράση : «μαλλί τα πάρς» = δραχμή δεν θα πάρεις), δ. μαλλίτκους (επίθ.) = ολόμαλλος, ε. μαλλιώτου (του) = μάλλινη μπέρτα ή ζακέτα.
μαλαθούνα : μεγάλο κεφάλι
μάλτα (η) : α. χονδρό και ανθεκτικό ύφασμα, β. (lias : όπως αυτό των σημερινών μπλού τζήνς).
μαμαγκούτα (η) : το βρομόχορτο.
μαμάκα (η) : η μητέρα ( μα-μάκα).
μαμαλίγκα (η) : α. είδος εδέσματος (χυλός) με καλαμποκίσιο αλεύρι και λίπος, β. δόλωμα για ψάρεμα με αλεύρι καλαμποκιού, γ. πολτός καλαμποκάλευρου.
μάντζια : ποσότητα φαγητού για ένα γεύμα μιας οικογένειας
Μασκαραλικ(ι) : ντροπή
Μασλάτ(ι) : διήγηση ,ανέκδοτο ,αστείο
μανάρʼ (του) : α. το αρνί που καλοταϊζόταν για το Πάσχα ή για εξαιρετικές περιπτώσεις, β. μετ. το καλομαθημένο παιδί, γ. ο Βενιαμίν της οικογένειας, δ. το θρεφτάρι, ε. Προέλευση : από το μάνα.
μάναχουζουμ : α. μόνος μου, β. μοναχός μου (χωρίς βοήθεια) έκανα κάτι.
μανιφατούρα (η) : α. κυρ. το εργοστάσιο (από το αγγλ. manufacture), β. στην Επανομή εννοούν τον άνθρωπο που δημιουργεί χίλιες δύο δικαιολογίες για κάτι.
μανούρα (η) : α. η περίπλοκη κατάσταση, β. η δυσκολία, γ. ο μπελάς, δ. η φασαρία.
μανταλίδʼ (του) : το τούβλο (lias : παλιά γινόταν χωρίςενδιάμεσες τρύπες).
μανταλώνου (ρ.) : α. σφραγίζω την πόρτα εσωτερικά με χοντρό καδρόνι ή σιδερένια ράβδο, β. μάνταλου (του) = 1. το καδρόνι ή η σιδερένια βέργα της πόρτας, 2. ο σύρτης, γ. Προέλευση : από το βυζ. μάνδαλον, πηγή : ΑΠΘ.
μαντάρα (επίρ.) : α. γυαλιά – καρφιά, β. άνω κάτω, γ. (ουσ.) = μεγάλο μανιτάρι, δ. (Δημητράκος = τόπος αποψιλωμένος δέντρων), ε. Προέλευση : από το ελνστ. μαδαρώ = γυμνώνω, πηγή : Δημητράκος.
μαντέκα (η) : α. αλοιφή για τη στερέωση του μουστακιού, β. (ιταλ. manteca, πηγή : ΑΠΘ).
μαντζαφλάρʼ (του) : α. το ανταλλακτικό που δεν γνωρίζουμε ή έχουμε ξεχάσει την ονομασία του, β. το εξάρτημα, γ. το μαραφέτι.
Μασάλ(ι) : αστεία διηγηση
ματζιούνʼ (του) : α. παχύρρευστο γλυκό παρασκεύασμα, β. πρακτικό φάρμακο, γ. (Παπασιώπης : = φάρμακο που διαλύεται γλειφόμενο, παστέλι, έκλειγμα αρχ.), δ. Προέλευση από το τουρκ. macun = θεραπευτικό παρασκεύασμα με ζάχαρη, πηγή : ΑΠΘ.
μαντζίρς (επίθ.) : α. ο τσιγκούνης, β. ο κακόμοιρος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. muhasir = πρόσφυγας, πηγή : ΑΠΘ.
μάντου (η) : η μεγάλη.
μαντουμπάλα (η) : η τεράστια κεφτέδα, (πηγή : Κακραμάντς).
μαξούς (επίρ.) : α. σκόπιμα, β. επί τούτω, γ. επίτηδες, δ. Προέλευση : από το τουρκ. maksus, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256, ε. (Μαλούτας : μάξους από το τουρ. mahsus).
μάρʼ (επιφών.) : α. καλέ, β. μαρή, γ. αγενές κάλεσμα γυναίκας ή κοριτσιού, δ. (Παπασιώπης [τότι κι τώρα] : Προσφώνησις γυναικών εκ μέρους και ανδρών και γυναικών), ε (σημ. lias : τους άνδρες οι μεν γυναίκες τους προσφωνούν μπρε, οι δε άνδρες με το ρα ή αρά).
μαραφέτʼ και μουραφέτʼ (του) : α. το εργαλείο, β. ο μηχανισμός, γ. το κόλπο, δ. η μέθοδος, ε. η επιδεξιότητα, στ. εργαλείο που αγνοούμε την ονομασία του, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. marifet = επινόηση, μηχάνημα, πηγή : ΑΠΘ, η. δες και μαντζαφλάρʼ*.
μαριόλτς και καργιόλτς (επίθ.) : α. ο κατεργάρης, β. ο πονηρός, γ. Προέλευση : από το ιταλ. mariol = απατεώνας, πηγή : ΑΠΘ.
μαρουδίτσα : το έντομο πασχαλίτσα
μάρκα (η) α. η τρικλοποδιά, β. (μετ.) = ο έξυπνος, γ. ο άνθρωπος που σημειώνει την εξέλιξη του σκορ κάποιας αναμέτρησης, δ. Προέλευση : ιταλ. marca, πηγή : ΑΠΘ.
μαρκάλα (η) προβατίνα που είναι στον καιρό της πλέον να γονιμοποιηθεί.
μαρμάγκα (η) : α. είδος δηλητηριώδους αράχνης, β. μετ. η τυράνια αλλά και το μεγάλο κακό, γ. Φράση : «μʼ έφαγιν η μαρμάγκα» = έλιωσα στη δουλειά, παιδεύτηκα πάρα πολύ.
Μάρτς (ου) : α. ο Μάρτιος, β. μάρτς (ου) = ασπροκόκκινη μάλλινη κλωστή με τρύπιο κέρμα που βάζουν στα παιδιά σαν βέρα στο δάχτυλο ή βραχιόλι στο χέρι τις παραμονές του μήνα για να μη τα μαυρίσει ο δυνατός μαρτιάτικος ήλιος, γ. "μάρτʼ-μάρτʼ-μαρτʼ" (φράση) = το ξεγέλασμα την 1η Μαρτίου και όχι την Πρωταπριλιά όπως γίνεται αλλού, γ. (Σημ. lias = Ο Μάρτιος ήταν ο πρώτος μήνας του Ρωμαϊκού έτους).
μαρχάλιμα (του) : α. η ερωτική θωπεία, β. (από Βανίδη στο «Χρόνο», Φ. 2705).
μάσα (η) : α. τραπέζι και φαγητό (ΑΡ), β. χαμηλό τραπέζι μπροστά στο τζάκι, γ. μάγκικη λέξη της Νεοελληνικής που σημαίνει φαγητό, δ. Προέλευση : από το αρχ. μάσησις, πηγή Π.Λ.Μπ.
μασάλια (τα) (lias : στον πληθ. γιατί πάντοτε ήταν πολλά) : α. οι σαχλαμάρες, β. οι διηγήσεις με υπερβολές, γ. τα παραμύθια, δ. τα ανέκδοτα, τα αστεία, ε. Προέλευση : από το αραβ. mesel = ψέμα, πηγή : ΑΠΘ.
μασάτʼ (του) : α. στρόγγυλο ατσάλινο ακονιστήρι των χασάπηδων, β. μακρύ σκληρό σίδερο για να ακονίζουν τις κόρδες οι βυρσοδέψες, γ. ( τουρκ. masat).
μασιά (η) : α. χοντρή λαβίδα για το πιάσιμο των αναμμένων κάρβουνων, (σημ. lias : πιο μεγάλη και πιο βαρά από το τσιμπίδι), β. Προέλευση : από το τουρκ. masa, πηγή : ΑΠΘ.
μασιαλάς : 1φωτιστικό εποχής (ένα τενεκδάκι με στουπί βρεγμενο με πετρέλαιο) ,2 δαυλός
μασκαράς (επίθ.) : α. το καρναβάλι , β. ο μεταμφιεσμένος, γ. αυτός που κάνει ανεπίτρεπτες πράξεις ή λέει πρόστυχα λόγια, δ. μασκαραλίτκα (τα) = 1. τα πρόστυχα λόγια ή πράξεις, 2. τα ρεζιλίκια, δ. μασκαρεύου (ρ.) = ντροπιάζω, (φράση : «μάρʼ κουρίτσι μʼ μας μασκάριψις σʼ όλουν τουν ντουνιά» = κορίτσι μου μας ντρόπιασες στην κοινωνία, ε. Προέλευση : από το ιταλ. mascara, πηγή : ΑΠΘ.
μασλάτια (τα) : α. η συνομιλία χωρίς ουσία, β. τα λόγια, γ. οι φλυαρίες, δ. οι κουβέντες, ε. μασλάτας (ου) = 1. ο πολυλογάς, 2. ο φλύαρος, στ. μασλατέβου (ρ.) = 1.κουβεντάζω, 2. φλυαρώ ακατάπαυστα, ζ. (lias : μου ειπώθηκε και η ερμηνεία : μιλώ σιγανά κρύβοντας κουβέντες. Να προέρχεται από το μασουλώ; Διερεύνηση).
μασούρʼ (του) : α. ο κύλινδρος, β. ποσότητα μαλλιού τυλιγμένη σε καλάμι ώστε να μπει στη σαΐτα για τον αργαλειό ή την ραπτομηχανή, γ. δεσμίδα μετρημένων και ισόποσων νομισμάτων σε χαρτί, δ. Φράση : «έχʼ τρανό μασούρʼ αυτός!» = είναι πολύ πλούσιος.
μαστέλα (η) : α. πλατύς μεγάλος κουβάς ή σκάφη, (lias : προορίζονταν για το μούλιασμα των στεγνών ή ξεραμένων αντικειμένων, όπως τα δέρματα των βυρσοδεψών) γ. Προέλευση : από το αρχαίο μαστός = ποτήρι, πηγή : ΑΠΘ.
μάστουρας (επίθ.) : α. ο εξειδικευμένος τεχνίτης, β. ο επικεφαλής του συνεργείου, γ. ο δάσκαλος κάποιας τέχνης, δ. μαστιόρʼ (οι) = το συνεργείο τεχνιτών, ε. μαστουργιά (η) = 1. η τέχνη, 2. η κατασκευή από επιδέξιο τεχνίτη, στ. μαστουρέβου (ρ.) = κατασκευάζω κάτι με επιτυχία σαν να ήμουν ειδικός, ζ. Προέλευση : από το ελνστ. μαγίστωρ, πηγή : ΑΠΘ, (lias : παράβαλε με το αγγλικό master, γιατί οι Άγγλοι έχουν λεξιλόγιο 300.000 λέξεων εκ των οποίων οι 60.000 είναι ελληνικές [δες το σχετικό δημοσίευμα στο giapraki.com] ενώ ή ελληνική έχει άνω του 1.500.000 εκατομ. Το γράφω αυτό για να δείτε τι πνευματικό πλούτο διαθέτουμε αλλά και γιατί ακούω κάτι νεαρούς ειδικά να ελληνοποιούν εγγλέζικες λέξεις όπως το φρικιό από το αγγλ. freak. Από το φρικτός είναι παλικάρια μου! ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ).
μάστα (ρ. προστ.) : α. μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε, β. φύγε και άφησέ τα όπως είναι.
μαστραπάς (ου) : α. μικρό αλουμινένιο δοχείο με χερούλι για τη μεταφορά νερού, β. Προέλευση : από το τουρκ. masrapa, πηγή : ΑΠΘ.
ματάγκιασμα : μεταφέρω
μάτκα (η) : ξύλινο εργαλείο για το χτύπημα του γάλακτος ώστε να βγει το βούτυρο, (σημ. lias : έμοιαζε με κουπί).
ματσόλα (η) : α. ξύλινη βαριοπούλα, β. Προέλευση : από το ιταλ. mazzola, πηγή : ΑΠΘ.
ματσούκʼ (του) : α. χοντρό ραβδί, β. η γκλίτσα, γ. Φράση : «έφαγιν ένα ματσούκʼ» = έφαγε γερό ξύλο, δ. ματσκώνου (ρ.) = χτυπώ δυνατά με το ματσούκʼ, ε. Προέλευση : από το ιταλ. mazzoca, πηγή : ΑΠΘ.
ματσιαλίζου : μασάω
μαυρουχαχαλιασι :σκυλογέρασε
ματχιάζου (ρ.) : α. σημαδεύω, β. έχω κάτι υπʼ όψιν με σκοπό να το αποκτήσω, (φράση : «μάτχιασα ένα φουστάνʼ!»), γ. βασκάνω, δ. ματιάζω.
μαυρίτσα (η) : η μαύρη κηλίδα στο πρόσωπο.
μαυρουτσούκαλου (επίθ.) : (ειρων.) ο μελαψός.
μαυρουχαρχαλιασμένους (επίθ.) : α. ο ταλαίπωρος, β. ο καταβεβλημένος από αρρώστια ή από βάσανα, γ. ο αδύνατος, δ, Προέλευση : από το μαύρο+χάλι.
μαχαλάς (ου) : α. η συνοικία, β. η γειτονιά, γ. προέλευση : από το τούρκ.<αραβ. mahall, πηγή : ΑΠΘ.
μαχμάρς (επίθ.) : α. ο αργοκίνητος, β. ο τεμπέλης.
μάξους :επίτηδες
μιθαύρου : του χρόνου
μιλάθκι : μήπως
μιλιέτ(ι) :ζιζάνιο
μίρλα : γκρίνια ,κλάψα
μιριμιτώ : διορθώνω
μισάλ(ι) : πετσέτα φαγητού
μισιακό : συνεταιρικό
μλάρ(ι) :μουλάρι
μλώνου : σιωπώ
μπουρλιάζου : τρυπώ πολύ δυνατά ( ..τον μπούρλιασι με του καρπουλόϊ..)
μουαμπέτʼ (του) : α. το γλεντοκόπημα, β. η διασκέδαση, γ. συζήτηση(Μαλούτας : μουαμπέτʼι = καλαμπούρι, διασκέδαση ευθυμία, από το τουρκ. muhabbet = στοργή, συμπάθεια, καλαμπούρι), δ. μουαμπέτλις (ου) = ο Πολυλογας
μουκαϊτσιά (η) :ευκαιρία
μουλαϊμσι : κάλμαρε , ησύχασε
μόκου (επίρ.) : α. σιωπή, β. τσιμουδιά, γ. δες και μούκο*.
μουκουσιά (η) : η μπουκιά (ψωμιού, κρέατος κτλ.).
μουλουγώ (ρ.) : α. ομολογώ, β. αφηγούμαι, γ. εξιστορώ, δ. (lias : στα βαπτίσια μετά τη ανακοίνωση του ονόματος έβαζαν στο πέτο του καθενός ένα σταυρουδάκι κι εκείνος απαντούσε «μουλουγώ», που σήμαινε ότι είμαι μάρτυρας του ονόματος), ε. μουλουγμός (ου) = η ομολογία, στ. Φράση : «ιτούτα τα θκά μας μουλουγμόν δεν έχνʼ» = τα καμώματά μας δεν πρέπει να κοινοποιηθούν, πρέπει να αποσιωποιηθούν.
μουλουμουτώ :παραμιλώ
μουλουχτός (επίθ.) : α. ο ύπουλος, β. αυτός που δεν γίνεται αντιληπτός, γ. αυτός που ενεργεί παρασκηνιακά.
μλώνου (ρ.) : α. σιωπώ, β. βουβαίνομαι, γ. Προέλευση : από το αρχ. μύλλον = το χείλι, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μουνιάζου (ρ.) : α. συμφιλιώνω, β. διασταυρώνω ζώα (φράση : «μην τα πειράιζʼς, μουνιάζνʼ» = μη τα ενοχλείς γιατί ερωτοτροπούν), γ. βρίσκω το ταίρι κάποιου αντικειμένου [π.χ. δεξιό και αριστερό παπούτσι, κάλτσα κτλ. μαύρο με μαύρο και καφέ με καφέ κοκ.
μουνίκακας (ου) : α. ο ρομαντικός, β. ειρων. ο αφηρημένος από έρωτα, γ. αυτός που ενώ προσπαθεί δεν έχει ερωτικές επιτυχίες.
μουνόκιρα: συνεργα για ξεμάτιασμα
μουργέλα (η) : α. η πρόσκαιρη τεμπελιά, β. η σπαρίλα, γ. η βαρεμάρα, δ. Προέλευση από το αρχ. αμόργη, πηγή : ΑΠΘ.
μούργους και μούργκας = το μαύρο λερωμένο τσομπανόσκυλο, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αμόργη, πηγή : ΑΠΘ.
μουρντάρς (επίθ.) : α. ο μπερμπάντης, β. ο βρομιάρης, γ. ο πρόστυχος, δ. ο γυναικάς, ε. μουρνταρέβου (ρ.) : λερώνω, στ. μουρντάρου (η) = 1. = ανοικοκύρευτη, 2. η άπιστη γυναίκα, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. murdar = βρομιάρης, πηγή : ΑΠΘ.
μουρσιώνου (ρ.) : α. χτυπώ και τραυματίζω κάποιον στη μύτη γεμίζοντάς τον με αίματα, β. μούρσιουμα (του) = η αιμορραγία της μύτης, γ. μουρσιώνουμι (ρ.) = ματώνωμαι στο πρόσωπο (στη μούρη).
Μουρουκς : μουλοχτός ,κλειστός τύπος ανθρώπου , μονόχνωτος
μουρτζουλώνου (ρ.) : α.. κάνω μουντζούρες, β. σβήνω κάτι με μαύρη μπογιά, γ. λερώνω με μαύρη μπογιά, δ. μούρτζιους (επίθ.) = ο βρωμισμένος με μαύρες μπογιές, ε. μουρτζαλιές και μουρτζούλις = οι μουντζούρες.
μούρσιμα : συνήθια
μουρτζούλα : μουτζούρα
μουσαφίρς (επίθ.) : α. ο φιλοξενούμενος, β. ο επισκέπτης, γ. ο καλοδεχούμενος επισκέπτης, δ. μουσαφιργιό (του) = η φιλοξενία, ε. Προέλευση : από το σύνθ. μούσα+φέρω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μουσκουβουλνώ : (ρ.) : α. μοσχοβολώ (στο σώμα μου), β. αρωματίζω το χώρο.
μουσκουλούλδου και μουσκόλδου (του) : α. η βιολέτα, β. το μοσχολούλουδο (λουλούδι που ανθίζει πασχαλιάτικα με κίτρινο και μοβ χρώμα).
μούσκλουμα : θύμωμένος
μουσμούλς (επίθ.! : α. ο άνθρωπος που τα ψειρίζει όλα, β. ο λεπτολόγος, γ. αυτός που ψάχνει κρυφά σε ξένα σπίτια, δ. ο καχύποπτος, ε. (Μαλούτας : αυτός που ψάχνει στα κρυφά).
μουζντραβίτσα : μυρκικιά
μουστρόφλους : ανεμοστρόβιλός
μο΄θτσιανού : μικρό
μούτσκα : μούρη
μουστιρής (ου) : α. ο ενδιαφερόμενος να αποκτήσει κάτι, β. ο πελάτης, γ. ο αγοραστής, δ. Προέλευση : από το τουρκ. musteri, πηγή : ΑΠΘ.
μουστόπτα (η) : α. η μουσταλευριά, β. μετ. ο αφελής, γ. μουστουπτιάης (επίθ.) = 1. ο ήρεμος άνθρωπος, 2. ο πλαδαρός.
μούτκους ( επίθ.) : α. ο ψιθιριστός λόγος, β. μετ. η σιγανοπαπαδιά, γ. ο κρυψίνους, δ. μουτάθκα (ρ.) = 1. βουβάθηκα, 2. το βούλωσα, ε. μούτκα (επίρ.) = 1. ύπουλα, 2. κρυφά, στ. μουτιαμάκας (επίθ.) = ο τσεβδός, ζ. Προέλευση : από το αρχ. μυτός = αλαλία, βουβαμάρα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μούτους (επίθ.) α. ο μουγκός, β. ο λιγομίλητος, γ. Φράσεις : «μούτους τσίντσιρας» = άνθρωπος που άλλο δείχνει κι άλλο είναι, «τα σι δώσου να σι φάει ου μούτους!» = εκφοβισμός μικρού παιδιού, γ. Προέλευση : από το αρχ. μυτός = αλαλία, πηγή : Π.Λ.Μπ., δ. Μαλούτας : βωβός [από το λατ. mutus], ε. ίδιο με το μούτκους*.
μούτρου (του) : α. το πρόσωπο, β. άνθρωπος με άσχημη φήμη, ο κατεργάρης ή ο πρόστυχος, γ. η «φάτσα».
μούτσα (η) : α. το πρόσωπο, β. η φάτσα, γ. τα μούτρα, δ. τα μάγουλα, ε.
μούτσιανα (τα) = τα μικρα πραγματα
μουτσιαλνώ (ρ.) =. μασουλώ την τροφή χωρίς να την καταπιώ, β. μετ. μπερδεύω ή μασώ τα λόγια μου, γ. (σημ. lias : παλαιότερα που δεν υπήρχαν μπλέντερ κτλ. οι μαμάδες μασουλούσαν τις σκληρές τροφές ώστε να πολτοποιηθούν για να μπορέσει να τις φάει το βρέφος ή το μωρό).
μουτζουκλέου ( ρ.) : α. ψευτοκλαίω, β. κλαψουρίζω.
μουφλούιζʼς (επίθ.) : α. ο αναξιόπιστος, β. ο αποτυχημένος, γ. ο κακομοίρης, δ. ο δύσμοιρος, ε. ο φτωχός, στ. μουφλουζεύου (ρ.) πέφτω έξω, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. muflis = φτωχός, πηγή : ΑΠΘ.
μούχλιαρς (επίθ.) : α. ο βαριεστημένος, β. ο άνθρωπος που δεν προσπαθεί, γ. άτομο που βαριέται ή αδρανεί, δ. ο στάσιμος, ο χωρίς εξέλιξη και προοπτική άνθρωπος, ε. ο βραδυκίνητος, στ. Προέλευση : από το αρχαίο ομίχλη = σκοτεινό σύννεφο, πηγή : ΑΠΘ.
μπαγδαντί (του) : α. τοίχος ή ταβάνι με λεπτή ξυλεία σοβατισμένος με ασβεστοκονίαμα, β. Προέλευση : από το Βαγδάτη, πηγή : ΑΠΘ, γ. (τουρκ. bagdati, πηγή : ΑΠΘ).
μπαζμάς (ου) : α. βαμβακερό εμπριμέ ύφασμα, το τσίτι, β. ποικιλία πλατύφυλλου καπνού, γ. Προέλευση : από το τουρκ. basma, πηγή : ΑΠΘ.
μουζντραβίτσα (η) : α. καλοήθες δερματικό εξόγκωμα που μοιάζει με κρεατοελιά αλλά είναι σγουρή, σαν κολλιτσίδα, β. η μυρμηγκιά.
μπαϊάτκους (επίθ.) : α. ο παλιωμένος, β. ο ξεπερασμένος, γ. Φράση : «μπαϊάτκου λείψανου» = βρισιά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bayat, πηγή : ΑΠΘ.
μπαϊλτζμα (του) : α. η εξάντληση, β. η λιποθυμία λόγω κόπωσης, γ. μπαϊλντώ (ρ.) = κουράζομαι υπερβολικά ψυχικά και σωματικά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bayilmak = λιποθυμώ, πηγή : ΑΠΘ.
μπαϊρʼ (του) : α. το παρατημένο χωράφι, αμπέλι κτλ. β. το ακαλλιέργητο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bayir, πηγή : ΑΠΘ.
μπαϊράκʼ (του) : α. το λάβαρο, β. η πολεμική σημαία, γ. η επανάσταση, δ. ο ξεσηκωμός, ε. Προέλευση : από το τουρκ. bayrak, πηγή : ΑΠΘ.
μπάκα (η) : α. η φουσκωμένη κοιλιά, β. Προέλευση : από το αλβ. baka, πηγή : ΑΠΘ.
μπάκακας (ου) : α. ο βάτραχος, β. μετ. ο γλοιώδης άνθρωπος, γ. μπακακέλʼ (του) = ο φρύνος, δ. σε φράση : τα μπακακέλια = το περπάτημα με τα τέσσερα (πόδια & χέρια), ε. Προέλευση : από το βυζ. βάβακος, πηγή : ΑΠΘ.
μπακάλς (επίθ.) : α. ο παντοπώλης, (τουρκ. bakkal = παντοπώλης), β. μπακαλίσιους (επίθ.) = ο πρόχειρος ή ο έτοιμος για κατανάλωση.
μπακιά (επίρρ.) : α. μεθεορτίως, β. 40ήμερο μετά τη γιορτή που δέχονταν επισκέψεις για την ονομαστική γιορτή.
μπακούρʼ (του) : α. μετ. ο εργένης, ο ανύπαντρος, (lias : γιατί ο χαλκός πρασινίζει εύκολα), β. Φράση : «απόμνιν μπακούρʼ» = έμεινε ανύπαντρος.
μπακʼρʼ (του) : α. ο χαλκός, β. κάθε χάλκινο αντικείμενο ανεξαρτήτως μεγέθους, γ. μπακιρέινιους (επίθ.) = ο χάλκινος, δ. μπακιρτζής (ου) = ο χαλκουργός, ε. μπακʼργια (τα) = τα χάλκινα σκεύη, στ. (lias : ο τόνος στο «κ»).
μπακράτσʼ (του) : α. χάλκινο μικρό δοχείο νερού με στρόγγυλο χερούλι (όχι με λαβή), β. μπακράτσας (επίθ.) = 1. ο ανήμπορος, 2. ο δυσκίνητος, γ. μπακρατσούλʼ (του) = το μικρό μπακράτσʼ, δ. Φράσεις : «πάει ου μπακράτσας στα Γιαντσά, κʼ ίφιριν μήλα παρδαλά» = λόγω της ανημπορίας του τα έφερε όλα σάπια, "του βαρένʼ του μπακράτσʼ" = είναι πόρνη ή κίναιδος.
μπάμπα :κοιλιά
μπαλαμιά (η) : α. η αμυγδαλιά, β. μπαλάμʼ (του) = το αμύγδαλο, γ. Μπαλαμνιές (οι) = η περιοχή ανατολικά του Αγίου Δημητρίου, δ. Προέλευση : από το αρχαίο βάλανος, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μπαλένα (η) : α. έλασμα για τη σταθεροποίηση του γιακά, β. (Δημητράκος : από το μπαλαίνα = φάλαινα).
μπαντίρς (επίθ.) : α. ο φουκαράς, β. ο μπατίρης, γ. αναξιοπαθών άνθρωπος, δ. (Μαλόυτας : μπαλντʼρς).
μπάμπαλου (του) : α. μικρό μόριο κάποιας ύλης, β. το μικρό σκουπίδι, γ. (Νιάνια : μπάμπαλα = κόκκοι άμμου ή χαλίκια).
μπαμπάτσκους (επίθ.) : α. ο δυνατός, β. ο εύρωστος, γ. ο τολμηρός, δ. ο άφθονος.
μπαμπατζιάμʼ (επίθ.) : α. ο τεράστιος, β. δυνατός, γ. μπαμπατζιάμδις (οι) = τα φασόλια γίγαντες
μπάμπου (η) : α. γριά γυναίκα, β. μπάμπιασα (ρ.) = γέρασα, γ. μπαμπίτκα (τα) = τα γεροντίστικα (λόγια, συνήθειες, ρούχα κτλ.), δ. Προέλευση από το σλάβ. babo, πηγή : ΑΠΘ., ε. (σημ. lias : γιατί όχι από το παμπάλαιον;).
μπάρα (η) : α. λακκούβα γεμάτη με νερά, β. Προέλευση : από το σλαβ. bara, πηγή : ΑΠΘ.
μπαρμπαρόριζα (η) : το φυτό αρμπαρόριζα (πελαργόνιον το ηδύοσμον).
μπασιαρντω : πετυχαίνω
μπαρμπατζιάκους : ο πρόστόμαχος της κότας
μπαρμπιρίζουμι (ρ.) : α. κουρεύομαι και ξυρίζομαι, β. Προέλευση : από το ιταλ. barbier, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρμπουλώνουμι (ρ.) : α. κρεβατώνομαι και τυλίγομαι με την κουβέρτα σφιχτά, β. τυλίγομαι με τα ρούχα μου για να μη κρυώσω, γ. κουκουλώνομαι.
μπασιάς (ου) : α. ο άρχοντας, β. ο αρχοντάνθρωπος, γ. ο προεστός.
μπασκίνας (α) : α. ο χωροφύλακας, β. μπασκʼνʼ = η αστυνομική έρευνα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. baskin = ξαφνική αστυνομική επιδρομή, πηγή : ΑΠΘ ),
μπατάκʼ (του) : α. ο βούρκος, β. ο απατεώνας, γ. το ζαβολιάρικο μικρό παιδί.
μπατακτσής (επίθ.) : α. ο απατεώνας, β. ο ζαβολιάρης γ. ο κακοπληρωτής, δ. ο κλέφτης στο ζύγισμα ή την συναλλαγή, ε. Προέλευση : από το τουρκ. batakci, πηγή : ΑΠΘ.
μπατζαρόπτα (η) : πίτα με γέμιση από παζιά.
μπατζιανάκς (ου) : α. οι σύζυγοι δύο αδελφάδων, β. Προέλευση : από το τουρκ. bacanak, πηγή : ΑΠΘ.
μπάτζιους (ου) : α. είδος άπαχου, αλμυρού και σκληρού είδος τυριού κατωτέρας ποιότητος, (κατά το παρελθόν), γευστικότατο και περιζήτητο είδος τυριού σήμερα, β. μπατζιόσταμνα (η) = μετ. ο πολύ ανόητος άνθρωπος, γ. (lias : κάποιο παλιό τυροκόμο απʼ τον οποίο προμηθευόταν ο πατέρας τα τυριά του μαγαζιού μας, τον αποκαλούσαν μπατζιό επειδή (μου εξηγήθηκε) ήταν πολύ καλός τεχνίτης στα σκληρά τυριά, [μπάτζιο, κεφαλοτύρι κλπ.]).
μπαφχιάζου (ρ.) : α. κουράζομαι, β. αποβλακώνομαι, γ. ζαλίζομαι από τον καπνό του τσιγάρου, της σόμπας κλπ., δ. (ιταλ. bafa = πνιγηρή ατμόσφαιρα, δύσπνοια, πηγή : ΑΠΘ).
μπάχαλου (του) : α. η οχλαγωγία, β. η συγκεχυμένη φασαρία, γ. η αποτυχία, δ. Φράση : «τάκαμάμι μπάχαλου» = αποτύχαμε.
μπαχαριά :ευθύνη
μπάχανα (τα) : α. τα χαχανητά, β. Φράση : «χάχα – μπάχα» = αστειολογίες.
μπαγλαμάς (ου) : α. το λαϊκό όργανο, β. μετ. ο βλάκας ή ο αναξιόπιστος άνθρωπος.
μπαχτσές (ου) : α. το περιβόλι, β. ο κήπος, γ. μπαχτσιαβάνους (ου) = ο καλλιεργητής λαχανικών, δ. μετ. ο καλόκαρδος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. bahce = λαχανόκηπος, πηγή : ΑΠΘ.
μπαχτσίσʼ (του) : α. το φιλοδώρημα, β. το κέρασμα σε χρήμα, γ. το δώρο, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bahsis, πηγή : ΑΠΘ.
μπεζαχτάς και μπιζαχτάς (ου) : α. το ταμείο, β. η περιουσία, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bezahta, πηγή : ΑΠΘ.
μπέλα (η) : α. η κουνίστρα (πρόστυχη) γυναίκα, β. η κούνια των παιδιών.
μπιρντακ ;ξύλο
μπιλιά ουράτσα : είδα κι έπαθα..
μπιλιούκ(ι) : πολλά πράγματα μαζί
μπίλους : η μεγάλη μπίλια
μπινιβρέκ(ι) : το πάνω μέρος από τα τσιαξίρια
μπιρικιάτ(ι) :πάλι καλά ας είμαστε ευχαριστημένοι
μπεχλιβάντς και πεχλιβάντς (ου) : α. ο παλληκαράς, β. ο γενναίος.
μπιέντζα (ρ.) : α. μπράβο σε ζηλεύω, β. προσπαθώ να μοιάσω κάποιον ανώτερό μου, γ. Φράση : «σι μπιέμτσα» = σε ζηλεύω με την καλή έννοια του όρου, δ. Προέλευση : από το γαλλ. bien, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μπιζιβένγκς (επίθ.) : α. ο μασκαράς, β. ο πονηρός, γ. ο παλιάνθρωπος, δ. ο ρουφιάνος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. pezevenk, πηγή : ΑΠΘ.
Μπίζλας : το πάνω μέρος του καρπουζιού
μπιζιρνώ (ρ.) : α. βαριέμαι, β. πλήττω, γ. Φράση : «όι μπιζιρζμός κι αφτός» = η αγγαρεία, δ. Προέλευση : διαλέξτε = από το τουρκ. bezmek = βαριέμαι, πηγή : Χ.Χ. και bez – mek, Τσότσος, τουρκ. bezer = κουράζομαι, πηγή : ΑΠΘ, τουρκ. besdir, πηγή : Ντίνας.
μπιζιστένʼ (του) : α. η εμπορική στοά, β. η στεγασμένη αγορά (ιδίως υφασμάτων), γ. (lias : παραβάλετε με την αγορά Μπεζεστενίου στη Θεσ/νίκη).
μπίζντρα (η) : α. ο χόνδρος του κρέατος, β. μετ. αχώνευτος άνθρωπος, γ. το ζαρωμένο στρώμα από πέτσες και νεύρα στο κρέας του σφάγιου που δεν τρώγεται, δ. ειρων. μπίζντρου (επίθ.) = η ρυτιδιασμένη, μαραγκιασμένη γριά γυναίκα.
μπικιάρς (επίθ.) : α. ο ανύπαντρος, β. ο εργένης, γ. μπικιαρλίκʼ (του) = η εργένικη ζωή, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bekar, πηγή : ΑΠΘ.
μλάρʼ (του) : α. το μουλάρι, β. υβρ. ο πεισματάρης αλλά και ο άξεστος.
μπιλιάς (ου) : α. η ενόχληση, β. η σκοτούρα, γ. η δυσκολία, δ. μετ. ο ενοχλητικός άνθρωπος, ε. μπιλαλίθκους (επίθ.) = ο δύσκολος τρόπος εργασίας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. bela, πηγή : ΑΠΘ.
μπιλιβρέκ (του) : το γυναικείο σλίπ που φοριέται πάνω από το σιντρόφʼ*.
μπιλτζίκʼ (του) : α. το κόσμημα, β. μπιλτζίκια (τα) = τα χρυσαφικά και ασημένια κοσμήματα που φοριούνται στα χέρια και κουδουνίζουν όταν χτυπιούνται μεταξύ τους, γ. το βραχιόλι, δ. μπιλτζίκου (η) = η γυναίκα που φορά πολλά κοσμήματα και στολίδια, ε. Προέλευση : από το τούρκ. bilegik, = κόσμημα.
μπίμπα (η) : α. η χήνα, β. μετ. η χαζή γριά γυναίκα, γ. (Νιάνια : η μπαμπόγρια), δ. Προέλευση : από τον ήχο «μπίμπ – μπίμπ» της χήνας.
μπιμπίλʼ (του) : α. το στραγάλι, β. μικρός στρόγγυλος ξηρός καρπός.
μπινές (ου) : α. ο ηλικιωμένος κίναιδος, β. ο κακοήθης, γ. ο άτιμος, δ. ο ρουφιάνος, ε. Προέλευση : από το αραβ. ibne = πούστης, πηγή : ΑΠΘ.
μπινιλίκια (τα) : α. μικρά σιροπιαστά γλυκίσματα, β. μετ. οι απανωτές βρισιές.
μπιντέμια (τα) : οι δαντέλες σε μεταξωτό πανί για το στόλισμα των μανικιών, του ποδόγυρου κτλ.
μπίρ : α. τούρκικη λέξει που σημαίνει πλήθος από κάτι (μεγάλος, πολύς, τρανός κτλ.), β. Φράσεις : «μπίρ Αλλάχ», «μπίρ ντουνιά» κτλ.
μπιρικέτʼ (του) : α. η πλούσια σοδιά, β. όσα έδωσε ο Θεός, γ. μετ. μου φτάνει και αυτό, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bereket, πηγή: ΑΠΘ.
μπιρμπάντς (επίθ.) : α. ο γυναικάς, β. ( ιταλ. birbante = απατεώνας, πηγή : ΑΠΘ ).
μπιρμπάτʼ (του) : α. το γενναίο κατάβρεγμα, β. η καταιγίδα, πολύ μεγάλη βροχή, γ. (φράση «γίνγκα μπιρμπάτʼ» = λερώθηκα από τις λάσπες της βροχής),
μπιρμπίλα (η) : το μαύρο σάρκωμα κάτω από το σαγόνι ή το μάτι.
μπιρντάχʼ (του) : α. ο ξυλοδαρμός, β. Προέλευση : από το τουρκ. perdah = γυάλισμα, ανάποδο ξύρισμα, πηγή : ΑΠΘ.
μπιρσίμʼ (του) : α. μεταξωτή κλωστή, β. Προέλευση : από το τουρκ. ibrisim, πηγή : ΑΠΘ.
μπισίκʼ (του) : α. το λίκνο, το κρεβατάκι του μωρού, β. ειρων. ο χτεσινός, το μικρό παιδάκι, γ. Προέλευση : από το τουρκ. besik,, πηγή : ΑΠΘ.
μπίτσι (ρ.) : α. τελείωσε, β. Προέλευση : από το τουρκ. biter = τέλος, πηγή : ΑΠΘ.
μπιχουτζής (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. αυτός που το «ρίχνει» συνεχώς στην αμάκα, γ. μπέχους (επίθ.) : (πείραγμα ) = «ιιού μπέχου!».
μπιτίζου :τελειώνω
μπλάνα (η) : α. μεγάλη πλάκα (π.χ. τυριού, επίπεδης πέτρας κτλ.), β. μεγάλο κομμάτι φαγώσιμου, γ. το παραλληλεπίπεδο αντικείμενο.
μπλάγου : φυλάω
μπλάστρʼ (του) : α. η κομπρέσα, β. το έμπλαστρο, γ. Προέλευση : από το ελνστ. έμπλαστρον, πηγή : ΑΠΘ.
μπλιασταριά : άσχημο πεσιμο
μπλιάγκαβους και μπγιάγκαβους (επίθ.) : α. ο πιτσιλισμένος, β. ο διάστικτος, γ. ο ξεθωριασμένος, δ. δες και μπάκαβους*.
Μπ(ι)αδ(ι) το πηγάδι
μπλιγούρʼ (του) : α. χοντρό σπασμένο σιτάρι, β. το πλιγούρι.
μπλιάμπλια : α. η ακαθαρσία ανάμεσα στα δάκτυλα του ποδιού, β. ( Μαλούτας : αστεία ονομασία των δακτύλων του ποδιού ).
μπιλιούκʼ (του) : α. το πλήθος, β. η μεγάλη παρέα.
μπνάρʼ (του) : α. η πηγή, β. το μέρος απʼ όπου αναβλύζει νερό.
μπόι : α. το ανάστημα, β. το μονοκόμματο γυναικείο φόρεμα, γ. η κορμοστασιά, δ. μονάδα μήκους ίση με δύο δρασκελιές ανθρώπου με ύψος 1.75 – 1.80.
μπόλκα : χτένισμα
μπόλια (η) : α. η σκέπη των σπλάχνων των αμνοεριφίων, το περιτόναιο, β. λεπτό γυναικείο μαντήλι.
μπόλκους (επίθ.) : α. αρκετός, β. φαρδύς, γ. επαρκής, δ. χαλαρός, ε. μπουλκένου (ρ.) = 1. φαρδαίνω, 2. επαυξάνω, στ. Προέλευση : από το τουρ. bol, πηγή : ΑΠΘ.
μπόσʼκους (επίθ.) : α. ο χαλαρός, β. ο απρόσεκτος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bos = χαλαρός, απρόσεκτος, πηγή : ΑΠΘ.
μπότσα (η) : α. μέτρο χωρητικότητας δύο οκάδων, β. το παγούρι, γ. το μπουκάλι, (Δημητράκος).
μπουγάζʼ (του) : α. το ρεύμα αέρος που φυσάει στα στενά δρομάκια, β. στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο βουνά, γ. ( τουρκ. bogaz, πηγή : ΑΠΘ ).
μπουγαζί και μπουχασί (του) : κομμάτι χοντρού υφάσματος.
μπουγάς (ου) : α. ο ταύρος για αναπαραγωγή, β. ο επιβήτορας, γ. ειρων. ο χοντρός, δ. Προέλευση : από το τουρ. boga, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
μπουγάτσια (η) : α. μεγάλο ψωμί που ψηνόταν σε στρόγγυλο ταψί (φόρμα) για ιδιαίτερες στιγμές και γι αυτό το φρόντιζαν και το στόλιζαν ιδιαίτερα, β. το ψωμί του γάμου, στολισμένο με διάφορες παραστάσεις (Σιαμπανόπουλος σ. 334).
μπουγιουρντί (του) : α. έγγραφο από Δημόσια Υπηρεσία με δυσάρεστο περιεχόμενο, β. το πρόστιμο, η ποινή κτλ., β. Προέλευση : από το τουρκ. buyur = διαταγή, πηγή : ΑΠΘ.
μπουγτζάδις :οι καλεσμένοι στο γάμο
μπούζʼ (επιθ. προσδ.) : α. το μεγάλο κρύο, β. κάτι που είναι πολύ παγωμένο (π.χ. καρπούζι), γ. Φράση : [ι]«όι μπούζʼ σήμιρα!»[/ι] = σήμερα έχει ασυνήθιστο κρύο.
μπουζίτσα (η) : η εξαδέλφη.
μπουζουργιάζου (ρ.) : α. τσακώνω, β. συλλαμβάνω, γ. τιμωρώ ή επιπλήττω αυστηρά, δ. μπουζού (η) = η φυλακή, ε. μπουζούργιασμα (του) = 1. η σύλληψη, 2. το φυλάκισμα, 3. η επίπληξη.
μπουιά : α. το χρώμα, β. η μπογιά, γ. τα φύλλα της τράπουλας με το ίδιο χρώμα, δ. μπουιατζής (ου) = ο ελαιοχρωματιστής, δ. μπουιατίζου (ρ.) = βάφω, ε. μπουιάτζμα (του) = 1. το βάψιμο, 2. το μακιγιάζ των γυναικών.
Μπουνπούλα :καρπός ( αμύγδαλα,φυστίκι κτλ
μπούμπαρους (ου) : α. ο χρυσοκάνθαρος, β. χοντρό μαύρο έντομο με έντονο βόμβο, που τριγυρίζει στο φώς, γ. μετ. άνθρωπος που μιλάει ακατάληπτα, δ. Φράση : «σα τς μπουμπαναίοι στου σκατό» = η συνάθροιση πολλών γύρω από κάτι περίεργο.
μπουϊάτα : το καθιστικό δωμάτιο
μπουμπάρʼ (του) : α. το φαγητό που γίνεται με κοιλιά μοσχαριού γεμιστή με κιμά πάλι από κοιλιά και διάφορα μυρωδικά (σημ. lias : δες Κοζανίτικες συνταγές στο giapraki.com), β. (σημ lias : το φαγητό με κοιλιά αρνιών λέγεται κλιές ή κιλίτσις), γ. (τουρκ. bumbar, πηγή : ΑΠΘ.).
μπουμπόλʼ (του) : α. κάθε στρόγγυλο αντικείμενο, η μπίλια, β. μετ. οι όρχεις, γ. μπουμπόλας (ου) = 1. ο κοντόχοντρος άντρας, 2. ο άντρας με μεγάλους όρχεις, δ. (lias : στο Βελβενδό εννοούν τα γλύκα*, ενώ υπάρχει και αειθαλές δέντρο που ονομάζεται κοινά κεδρομπουμπουλιά και τέλος στον ψηλό Αηλιά κάποιοι μάζευαν μπουμπόλια και εννοούσαν τα σαλιγκάρια κάτω από τις πέτρες), ε. (αλβ. bobolje).
μπουμπότα (η) : α. επίπεδο είδος ψωμιού παρασκευασμένο με καλαμποκίσιο αλεύρι, β. έδεσμα με καλαμποκίσιο αλεύρι στο οποίο πρόσθεταν τσιγαρίδις*, σταφίδες, καρύδια κτλ.
μπουμπούνζμα (του) : α. ο ήχος της βροντής, β. ο ήχος της δυνατής φωτιάς στη σόμπα ή στο τζάκι, γ. το δυνατό χτύπημα γροθιάς, δ. μετ. το αναψοκοκκίνισμα του προσώπου από θυμό, ε. μπουμπουνταρός (ου) = η αστραποβροντή, στ. μπουμπνίζου (ρ.) = 1. αναψοκοκκινίζω, 2. γρονθοκοπώ, ζ. μπουμπουντζμένους (επίθ.) = 1. ο έξαλλος, 2. ο αναψοκοκκινισμένος.
Μπούμπνάς : είδος εντόμου
μπούντα (η) : α. μακρύ γυναικείο επανωφόρι με γούνα γύρω – γύρω, β. εξάνθημα στο πρόσωπο.
μπουντρούμʼ και μπόντρουμʼ (του) : α. το υπόγειο, β. μπουντρουμίσιους (επίθ.) = 1. ο έντονος και βαθύς βήχας, 2. κυριολ. ο προερχόμενος από το υπόγειο, γ. [b]μπουντρούμας[b] (ου) = άνθρωπος με βαριά φωνή και άξεστη συμπεριφορά, δ. έκφράση «μπόντρουμ!» = ρίξτον στα θηρία! δ. Προέλευση : από το τουρκ. bodrum, = ιππόδρομος, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256 /// από το ελνστ. ιπποδρόμιον, πηγή : ΑΠΘ.
μπουλάκιμ : μακάρι ,ευχή
μπουλφώθκι :κοιμήθηκε πολύ βαρεια
μπουϊα : μπογιά
μπουϊρουν : πρόσκληση
μπουρανί (του) : φαγητό, σπανακόρυζο στο φούρνο, β. Προέλευση : από το τουρ. burani, πηγή :
μπουράτου (του) : α. μεταλλικός κυλινδρικός μηχανισμός με σίτα στον οποίο γινόταν ο διαχωρισμός του σιταριού ή της φακής από τα σκύβαλα, την αίρα κτλ. β. μπουρατίζου (ρ.) = καθαρίζω το σιτάρι, τις φακές κτλ.
μπούμπαρους : έντομο
μπουμπότα : καλμποκίσιο ψωμί
μπουμπούλα ; καρπός ,αμύγδαλου, φυστικιού ,μπιζελιού κτλ
μπουμπούλα :καθαριότητα (από το πόσο καθαρός είναι ο καρπός ενός φυτού)
μπουμπουνα : μεγάλη φλόγα
μπουμπουτιά : ρικιά
μπουμπρέκια :όρχεις ζώων
μπουνταλάς : ηλίθιος
μπουρδούκλουμα (του) : α. το μπέρδεμα, β. μπουρδουκλώνου (ρ.) = κάνω κάτι τσαπατσούλικα, βιαστικά, γ. μπουρδουκλώνουμι (ρ.) = χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου, δ. Προέλευση : από το σύνθ. μπερδεύω+πεδικλώνω, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρανί: σπανακόριζο
μπουρέκʼ (του) : α. είδος γλυκίσματος, β. γλυκιά πίτα με σπασμένο ρύζι και κανέλα, γ. είδος τρίγωνης τυρόπιτας, δ. μπουρικάκʼ (του) =ατομική μερίδα του γλυκίσματος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. burek, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρί (του) : α. λαμαρινένιος κύλινδρος για την έξοδο του καπνού, β. Φράση : «τα τίναξις τα μπουριά σʼ;» = εκσπερμάτισες;, γ. Προέλευση : από το τουρκ. boru = σωλήνας, βούκινο, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρλιάζου : τρυπώ ,καρφώνω
μπουρλίφκου : τρελαμένω ζώον
μπουρμάς (ου) : α. η μεταλλική βάση της γκαζόλαμπας που έχει το φυτίλι και εκεί στερεώνεται το λαμπογιάλι, β. μετ. ο κατσούφης, ο σκυθρωπός.
μπουρώ (ρ.) : α. μπορώ, β. στη φράση : «δεν μπουρώ» σημαίνει είμαι αδιάθετος.
μπουρμπουλώνουμι : τυλίγω το προσωπόμου και το κεφάλι με ένα πανί για να προφυλαχτω κυρίως από τον ήλιο
Μπουρσούκου : χιντρομπαλού γυναίκα
μπούφους (ου) : α. νυκτόβιο πουλί που μοιάζει με την κουκουβάγια αλλά είναι πολύ μεγαλύτερος, β. ειρων. ο βλάκας γ. ειρων. ο καθυστερημένος, δ. Προέλευση : από το ιταλ. bufo, πηγή : ΑΠΘ.
μπουχασί και μπουγαζί (του) : είδος χοντρού μάλλινου υφάσματος.
μπουχτσιάς (ου) : α. μεγάλο τετράγωνο πανί για περιτύλιγμα ή και μεταφορά πραγμάτων, β. τετράγωνο σκούρο μαντήλι, γ. δέμα τροφίμων ή ρουχισμού τυλιγμένο με πάνινη πετσέτα, δ. μπουχτσιαλίκ (του) = πανί για ένα δύο πουκάμισα ή και για εσώβρακο (Ηλιαδέλης – «χαρά»), ε. Προέλευση : από το τουρκ. bokca και bohca, πηγή : ΑΠΘ.).
μπούχτσα βαρέθηκα -χώρτασα
μπόχα (η) : α. βαριά και δυσάρεστη μυρωδιά, β. η αποπνικτική ατμόσφαιρα, γ. η δυσοσμία, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. βώχα, πηγή : Δημητράκος.
μπράμʼ (τα) (πληθ.) : α. τα επίσημα ρούχα, τα γιορτινά, β. τα καινούρια.
μπράνγκα και πράνγκα (η) : α. η κλειδωνιά, β. η κλειδαριά με χερούλι ή σύρτη ασφαλείας, γ. δέσιμο με σχοινί ή αλυσίδα των δεξιών ποδιών των ζώων για να μη απομακρύνονται όταν βοσκούν ελεύθερα, δ. μηχανισμός που τοποθετούνταν στον τροχό του κάρου για να φρενάρει, ε. μπράγκις = οι χειροπέδες.
μπράστʼ (επίφ.) : ο θόρυβος από πέσιμο καταγής.
μπράτμους (ου) : α. ο νεαρός φίλος ή συγγενής, του γαμπρού ή της νύφης, που βοηθάει στο γάμο, β. Προέλευση : από το βουλγ. brat, πηγή ΙΝΒΑ, σελ. 255.
μπρέ (επιφ.) : βρέ.
μπρούμτα (επίρ.) : α. με τη μύτη κάτω, μπρούμυτα, β. (η) : μετ. η αφελής γυναίκα.
μπρουστέλα (η) : α. ποδιά με λαιμοδέτη, β. η σαλιάρα, γ. ύφασμα στα οποία τυλίγονταν τα καθαρά ρούχα για φύλαξη ή μεταφορά.
μπρουμούτσα : έπεσα προς τα μπρος
μπούχαβους (επίθ.) = 1. ο πρησμένος, 2. ο παχουλούτσικος λόγω ασθένειας, 3. (Τσότσος = χαλαρός).
μπυράλ (του) : α. αναψυκτικό, είδος βυσσινάδας, με άφθονο αφρό όμοιο με της μπύρας, απʼ όπου και η ονομασία του, β. (σημ. lias : προφανέστατα δεν είναι Επανομίτκου Αλλά ποιος να θυμάται πλέον το μπυράλ; Κι όμως ήταν η coca cola της παλιάς εποχής).
μσιουκάρκια (η) : α. ποσότητα μισής οκάς, β. ορειχάλκινο δοχείο ή κύπελλο για τη μέτρηση υγρών που ζύγιζαν μισή οκά, (σημ. lias : τα κύπελλα αυτά ήταν διαφορετικά για το κρασί, το γάλα, το πετρέλαιο κτλ. λόγω του διαφορετικού ειδικού βάρους).
Μσούδ(ι) : μισή δραχμή
μσούρα (η) : α. η σουπιέρα σερβιρίσματος, συνήθως πήλινη, β. (Χ.Χ. = βαθύ πιάτο), γ. (Σιαμπανόπουλος : βαθουλωτά πιάτα φαγητού, σελ. 271).
μυγαρούδγια (τα) : α. οι σκνίπες ιδίως στο μούστο ή το κρασί, β. τα μυγάκια, γ. το ψιλό περιδινούμενο χιόνι.
μύθους (ου) : α. ο μύθος, το ψέμα, β. η ντροπή, το κατάντημα, (φράση : «γίγκιν μύθους» = ντροπιάστηκε), γ. μύθια (τα) = 1. οι υπερβολικές αφηγήσεις, 2. οι χοντροκομμένοι αστεϊσμοί.
μύλους (επίρ.) : α. το μεγάλο μπέρδεμα, β. το εργαλείο για το καβούρδισμα του καφέ, γ. ο μύλος.
μύτους (ου) : α. η κλωτσιά ή το κλώτσημα με τη μύτη του παπουτσιού, β. μύτʼ (η) = εξόγκωμα με οξεία γωνία.
μσούδ(ι) :μισή δραχμή
μσουλαβώ: κυκλοφορώ
μτζούρ(ι) : μονάδα μέτρησης χωραφιού
μυρί : τα ψαράδικα
μʼχάνʼ : α. η μηχανή, το μηχάνημα, (φράση : (ΑΡ) : «…τα τσιούγκα τς τώρα πάιναν σαν του μʼχάνʼ»), β. το φυσερό του σιδερά., σελ. 247.
μά (επιφ.) : μαμά.
μαβράδʼ : α. η κόρη του ματιού, β. μετ. το μελαχροινάκι, γ. το μαύρο στίγμα στο δέρμα, δ. το μαύρο μικρό έντομο.
μαγαρσιά (τα) : α. κόπρανα (Παπασιώπης), β. μαγαρζμένους (επίθ.) 1. ο λερωμένος, 2. αυτός που αλλαξοπίστησε (lias : από το αγαρινός*).
μαγκάλʼ (του) : α. πλατιά σιδερένια λεκάνη με πόδια όπου έμπαινε η θράκα για θέρμανση δωματίων.
μαγκάνʼ (του) : α. ο σφικτήρας, β. το τελάρο των κεντημάτων, γ. μαγκώνου (ρ.) = αρπάζω.
μαγλίκʼ : α. μεταξωτός επίδεσμος από το σαγόνι ως την κορφή της γυναικείας κεφαλής, β. (σημ. lias : το φορούσαν οι αρραβωνιασμένες της παλιάς Κοζάνης), γ. Προέλευση : από το μάγουλο.
μαγειργιό (του) : α. η κουζίνα του σπιτιού (συνήθως έξω από το σπίτι), β. το λαϊκό εστιατόριο, γ. μαγέριμα (του) = το μαγείρεμα, δ. μαΐρσα και μαέρσα (η) = 1. η μαγείρισσα, 2. μετ. η καταφερτζού, 3. η τεχνίτρα και μερακλού.
μαγκουσάρα :αυτή που γυσεργιαναει συνέχεια
μαγρισμα : δυνατό νιαούρισμα
μαζώνου (ρ.) α. = συγκεντρώνω, β. τακτοποιώ, γ. αποταμιεύω, δ περιορίζω, ε. (τς) μαζώνου (ρ.) = τρώω ξύλο, στ. μαζώξʼ! (προστ.) = μην εξαχρειώνεσαι, ζ. (του) μαζώνου = φεύγω, η. μάζουμα (του) = η συνάθροιση, θ. τακτοποιώ, η. συμμαζεύω, θ. Προέλευση : από το ελνστ. μάζα, πηγή : ΑΠΘ.
Μαιμάρσα ; μαλαγάνα, καπάτσα
μαϊμού (η) : α. η μαϊμού, β. μετ. ο πονηρός ή κακός άνθρωπος, γ. μετ. ο ατσούμπαλος, δ. μαϊμένου (επίθ.) = το παλιόπαιδο.
μαλαθούνα :μεγάλο κεφάλι
μαϊμαρλούθκα :μαϊμοίστικα ,καλοπιάσματα
μαϊντάνʼ και μεϊντάνʼ (του) : α. δημόσιος χώρος, β. Φράση : «βγήκιν στου μαϊντάνʼ» = πολιτεύεται, γ. Προέλευση : από το τουρκ. meydan, πηγή : ΑΠΘ.
Μαΐσιους (επίθ.) : α. ο μαγιάτικος, β. μετ. ο αλλεργικός ανοιξιάτικος βήχας, γ. μαϊάτκα (τα) = τα πρωτολούλουδα, τα λουλούδια που ανθίζουν τον Μάιο, δ. μαΐσιου (του) = το κρασί από βαρέλι που ανοίγεται το Μάη συνήθως το τελευταίο).
μακαβάς (ου) : α. το χοντρό πεπιεσμένο χαρτόνι, β. είδος κόντρα πλακέ.
μακαράς (ου) α. το καρούλι κλωστής, β. ο τροχός, η τροχαλία, γ. ο επισκευαστής τροχών, ρουλεμάν κτλ.
μακάτʼ (του) : α. κεντημένα εργόχειρα που στρώνονται διακοσμητικά στο τραπέζι, τα ερμάρια, τους καναπέδες κτλ. β. (Ηλιαδ. : μακάτια = λευκά κεντητά «καρρέ» που έστρωναν επάνω στα μακριά μαξιλάρια πάνω στα μιντιρλίκια* σε επαφή κολλητά στον τοίχο.
μακιδουνίσʼ : α. ο μαϊντανός, β. μετ. το εκλεπτυσμένο, γ. (σημ. lias = Προέλευση : από το Μακεδονία, διότι οι αρχαίοι Μακεδόνες έτρωγαν μαϊντανό πριν τη μάχη για να τονωθούν).
μάκινα (η) : α. η ραπτομηχανή, β. μηχανισμός για το στρογγύλευμα του φεσιού, γ. Το φυτίλι της γκαζόλαμπας και της γκαζιέρας (αγγλ. mashine).
μάλαμα (του) : α. το χρυσάφι, β. μετ. ο εξαιρετικά καλός άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το ελνστ. μάλαγμα, πηγή: ΑΠΘ.
μαλάς (ου) : α. το μυστρί, β. εργαλείο για ανακάτεμα (λάσπης, ζύμης κτλ. – Δημητράκος), γ. μετ. ο ανακατωσούρας.
μάλια (η) : α. ο τερματοφύλακας, β. μαλιόμπακα (η) = ο τερματοφύλακας που έπαιζε και ως αμυντικός ελλείψει άλλων παικτών.
Μαλαθούνα : Οικιακό σκευος ( έτσι λέμε κάποιον που έχει μεγάλο ,βάρβαρο , κεφάλι
μαλλί (του) : α. το έριον, το μαλλί, β. μετ. το χρήμα σε μετρητά, γ. ως επιρ. = τίποτε, καθόλου, (φράση : «μαλλί τα πάρς» = δραχμή δεν θα πάρεις), δ. μαλλίτκους (επίθ.) = ολόμαλλος, ε. μαλλιώτου (του) = μάλλινη μπέρτα ή ζακέτα.
μαλαθούνα : μεγάλο κεφάλι
μάλτα (η) : α. χονδρό και ανθεκτικό ύφασμα, β. (lias : όπως αυτό των σημερινών μπλού τζήνς).
μαμαγκούτα (η) : το βρομόχορτο.
μαμάκα (η) : η μητέρα ( μα-μάκα).
μαμαλίγκα (η) : α. είδος εδέσματος (χυλός) με καλαμποκίσιο αλεύρι και λίπος, β. δόλωμα για ψάρεμα με αλεύρι καλαμποκιού, γ. πολτός καλαμποκάλευρου.
μάντζια : ποσότητα φαγητού για ένα γεύμα μιας οικογένειας
Μασκαραλικ(ι) : ντροπή
Μασλάτ(ι) : διήγηση ,ανέκδοτο ,αστείο
μανάρʼ (του) : α. το αρνί που καλοταϊζόταν για το Πάσχα ή για εξαιρετικές περιπτώσεις, β. μετ. το καλομαθημένο παιδί, γ. ο Βενιαμίν της οικογένειας, δ. το θρεφτάρι, ε. Προέλευση : από το μάνα.
μάναχουζουμ : α. μόνος μου, β. μοναχός μου (χωρίς βοήθεια) έκανα κάτι.
μανιφατούρα (η) : α. κυρ. το εργοστάσιο (από το αγγλ. manufacture), β. στην Επανομή εννοούν τον άνθρωπο που δημιουργεί χίλιες δύο δικαιολογίες για κάτι.
μανούρα (η) : α. η περίπλοκη κατάσταση, β. η δυσκολία, γ. ο μπελάς, δ. η φασαρία.
μανταλίδʼ (του) : το τούβλο (lias : παλιά γινόταν χωρίςενδιάμεσες τρύπες).
μανταλώνου (ρ.) : α. σφραγίζω την πόρτα εσωτερικά με χοντρό καδρόνι ή σιδερένια ράβδο, β. μάνταλου (του) = 1. το καδρόνι ή η σιδερένια βέργα της πόρτας, 2. ο σύρτης, γ. Προέλευση : από το βυζ. μάνδαλον, πηγή : ΑΠΘ.
μαντάρα (επίρ.) : α. γυαλιά – καρφιά, β. άνω κάτω, γ. (ουσ.) = μεγάλο μανιτάρι, δ. (Δημητράκος = τόπος αποψιλωμένος δέντρων), ε. Προέλευση : από το ελνστ. μαδαρώ = γυμνώνω, πηγή : Δημητράκος.
μαντέκα (η) : α. αλοιφή για τη στερέωση του μουστακιού, β. (ιταλ. manteca, πηγή : ΑΠΘ).
μαντζαφλάρʼ (του) : α. το ανταλλακτικό που δεν γνωρίζουμε ή έχουμε ξεχάσει την ονομασία του, β. το εξάρτημα, γ. το μαραφέτι.
Μασάλ(ι) : αστεία διηγηση
ματζιούνʼ (του) : α. παχύρρευστο γλυκό παρασκεύασμα, β. πρακτικό φάρμακο, γ. (Παπασιώπης : = φάρμακο που διαλύεται γλειφόμενο, παστέλι, έκλειγμα αρχ.), δ. Προέλευση από το τουρκ. macun = θεραπευτικό παρασκεύασμα με ζάχαρη, πηγή : ΑΠΘ.
μαντζίρς (επίθ.) : α. ο τσιγκούνης, β. ο κακόμοιρος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. muhasir = πρόσφυγας, πηγή : ΑΠΘ.
μάντου (η) : η μεγάλη.
μαντουμπάλα (η) : η τεράστια κεφτέδα, (πηγή : Κακραμάντς).
μαξούς (επίρ.) : α. σκόπιμα, β. επί τούτω, γ. επίτηδες, δ. Προέλευση : από το τουρκ. maksus, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256, ε. (Μαλούτας : μάξους από το τουρ. mahsus).
μάρʼ (επιφών.) : α. καλέ, β. μαρή, γ. αγενές κάλεσμα γυναίκας ή κοριτσιού, δ. (Παπασιώπης [τότι κι τώρα] : Προσφώνησις γυναικών εκ μέρους και ανδρών και γυναικών), ε (σημ. lias : τους άνδρες οι μεν γυναίκες τους προσφωνούν μπρε, οι δε άνδρες με το ρα ή αρά).
μαραφέτʼ και μουραφέτʼ (του) : α. το εργαλείο, β. ο μηχανισμός, γ. το κόλπο, δ. η μέθοδος, ε. η επιδεξιότητα, στ. εργαλείο που αγνοούμε την ονομασία του, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. marifet = επινόηση, μηχάνημα, πηγή : ΑΠΘ, η. δες και μαντζαφλάρʼ*.
μαριόλτς και καργιόλτς (επίθ.) : α. ο κατεργάρης, β. ο πονηρός, γ. Προέλευση : από το ιταλ. mariol = απατεώνας, πηγή : ΑΠΘ.
μαρουδίτσα : το έντομο πασχαλίτσα
μάρκα (η) α. η τρικλοποδιά, β. (μετ.) = ο έξυπνος, γ. ο άνθρωπος που σημειώνει την εξέλιξη του σκορ κάποιας αναμέτρησης, δ. Προέλευση : ιταλ. marca, πηγή : ΑΠΘ.
μαρκάλα (η) προβατίνα που είναι στον καιρό της πλέον να γονιμοποιηθεί.
μαρμάγκα (η) : α. είδος δηλητηριώδους αράχνης, β. μετ. η τυράνια αλλά και το μεγάλο κακό, γ. Φράση : «μʼ έφαγιν η μαρμάγκα» = έλιωσα στη δουλειά, παιδεύτηκα πάρα πολύ.
Μάρτς (ου) : α. ο Μάρτιος, β. μάρτς (ου) = ασπροκόκκινη μάλλινη κλωστή με τρύπιο κέρμα που βάζουν στα παιδιά σαν βέρα στο δάχτυλο ή βραχιόλι στο χέρι τις παραμονές του μήνα για να μη τα μαυρίσει ο δυνατός μαρτιάτικος ήλιος, γ. "μάρτʼ-μάρτʼ-μαρτʼ" (φράση) = το ξεγέλασμα την 1η Μαρτίου και όχι την Πρωταπριλιά όπως γίνεται αλλού, γ. (Σημ. lias = Ο Μάρτιος ήταν ο πρώτος μήνας του Ρωμαϊκού έτους).
μαρχάλιμα (του) : α. η ερωτική θωπεία, β. (από Βανίδη στο «Χρόνο», Φ. 2705).
μάσα (η) : α. τραπέζι και φαγητό (ΑΡ), β. χαμηλό τραπέζι μπροστά στο τζάκι, γ. μάγκικη λέξη της Νεοελληνικής που σημαίνει φαγητό, δ. Προέλευση : από το αρχ. μάσησις, πηγή Π.Λ.Μπ.
μασάλια (τα) (lias : στον πληθ. γιατί πάντοτε ήταν πολλά) : α. οι σαχλαμάρες, β. οι διηγήσεις με υπερβολές, γ. τα παραμύθια, δ. τα ανέκδοτα, τα αστεία, ε. Προέλευση : από το αραβ. mesel = ψέμα, πηγή : ΑΠΘ.
μασάτʼ (του) : α. στρόγγυλο ατσάλινο ακονιστήρι των χασάπηδων, β. μακρύ σκληρό σίδερο για να ακονίζουν τις κόρδες οι βυρσοδέψες, γ. ( τουρκ. masat).
μασιά (η) : α. χοντρή λαβίδα για το πιάσιμο των αναμμένων κάρβουνων, (σημ. lias : πιο μεγάλη και πιο βαρά από το τσιμπίδι), β. Προέλευση : από το τουρκ. masa, πηγή : ΑΠΘ.
μασιαλάς : 1φωτιστικό εποχής (ένα τενεκδάκι με στουπί βρεγμενο με πετρέλαιο) ,2 δαυλός
μασκαράς (επίθ.) : α. το καρναβάλι , β. ο μεταμφιεσμένος, γ. αυτός που κάνει ανεπίτρεπτες πράξεις ή λέει πρόστυχα λόγια, δ. μασκαραλίτκα (τα) = 1. τα πρόστυχα λόγια ή πράξεις, 2. τα ρεζιλίκια, δ. μασκαρεύου (ρ.) = ντροπιάζω, (φράση : «μάρʼ κουρίτσι μʼ μας μασκάριψις σʼ όλουν τουν ντουνιά» = κορίτσι μου μας ντρόπιασες στην κοινωνία, ε. Προέλευση : από το ιταλ. mascara, πηγή : ΑΠΘ.
μασλάτια (τα) : α. η συνομιλία χωρίς ουσία, β. τα λόγια, γ. οι φλυαρίες, δ. οι κουβέντες, ε. μασλάτας (ου) = 1. ο πολυλογάς, 2. ο φλύαρος, στ. μασλατέβου (ρ.) = 1.κουβεντάζω, 2. φλυαρώ ακατάπαυστα, ζ. (lias : μου ειπώθηκε και η ερμηνεία : μιλώ σιγανά κρύβοντας κουβέντες. Να προέρχεται από το μασουλώ; Διερεύνηση).
μασούρʼ (του) : α. ο κύλινδρος, β. ποσότητα μαλλιού τυλιγμένη σε καλάμι ώστε να μπει στη σαΐτα για τον αργαλειό ή την ραπτομηχανή, γ. δεσμίδα μετρημένων και ισόποσων νομισμάτων σε χαρτί, δ. Φράση : «έχʼ τρανό μασούρʼ αυτός!» = είναι πολύ πλούσιος.
μαστέλα (η) : α. πλατύς μεγάλος κουβάς ή σκάφη, (lias : προορίζονταν για το μούλιασμα των στεγνών ή ξεραμένων αντικειμένων, όπως τα δέρματα των βυρσοδεψών) γ. Προέλευση : από το αρχαίο μαστός = ποτήρι, πηγή : ΑΠΘ.
μάστουρας (επίθ.) : α. ο εξειδικευμένος τεχνίτης, β. ο επικεφαλής του συνεργείου, γ. ο δάσκαλος κάποιας τέχνης, δ. μαστιόρʼ (οι) = το συνεργείο τεχνιτών, ε. μαστουργιά (η) = 1. η τέχνη, 2. η κατασκευή από επιδέξιο τεχνίτη, στ. μαστουρέβου (ρ.) = κατασκευάζω κάτι με επιτυχία σαν να ήμουν ειδικός, ζ. Προέλευση : από το ελνστ. μαγίστωρ, πηγή : ΑΠΘ, (lias : παράβαλε με το αγγλικό master, γιατί οι Άγγλοι έχουν λεξιλόγιο 300.000 λέξεων εκ των οποίων οι 60.000 είναι ελληνικές [δες το σχετικό δημοσίευμα στο giapraki.com] ενώ ή ελληνική έχει άνω του 1.500.000 εκατομ. Το γράφω αυτό για να δείτε τι πνευματικό πλούτο διαθέτουμε αλλά και γιατί ακούω κάτι νεαρούς ειδικά να ελληνοποιούν εγγλέζικες λέξεις όπως το φρικιό από το αγγλ. freak. Από το φρικτός είναι παλικάρια μου! ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ).
μάστα (ρ. προστ.) : α. μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε, β. φύγε και άφησέ τα όπως είναι.
μαστραπάς (ου) : α. μικρό αλουμινένιο δοχείο με χερούλι για τη μεταφορά νερού, β. Προέλευση : από το τουρκ. masrapa, πηγή : ΑΠΘ.
ματάγκιασμα : μεταφέρω
μάτκα (η) : ξύλινο εργαλείο για το χτύπημα του γάλακτος ώστε να βγει το βούτυρο, (σημ. lias : έμοιαζε με κουπί).
ματσόλα (η) : α. ξύλινη βαριοπούλα, β. Προέλευση : από το ιταλ. mazzola, πηγή : ΑΠΘ.
ματσούκʼ (του) : α. χοντρό ραβδί, β. η γκλίτσα, γ. Φράση : «έφαγιν ένα ματσούκʼ» = έφαγε γερό ξύλο, δ. ματσκώνου (ρ.) = χτυπώ δυνατά με το ματσούκʼ, ε. Προέλευση : από το ιταλ. mazzoca, πηγή : ΑΠΘ.
ματσιαλίζου : μασάω
μαυρουχαχαλιασι :σκυλογέρασε
ματχιάζου (ρ.) : α. σημαδεύω, β. έχω κάτι υπʼ όψιν με σκοπό να το αποκτήσω, (φράση : «μάτχιασα ένα φουστάνʼ!»), γ. βασκάνω, δ. ματιάζω.
μαυρίτσα (η) : η μαύρη κηλίδα στο πρόσωπο.
μαυρουτσούκαλου (επίθ.) : (ειρων.) ο μελαψός.
μαυρουχαρχαλιασμένους (επίθ.) : α. ο ταλαίπωρος, β. ο καταβεβλημένος από αρρώστια ή από βάσανα, γ. ο αδύνατος, δ, Προέλευση : από το μαύρο+χάλι.
μαχαλάς (ου) : α. η συνοικία, β. η γειτονιά, γ. προέλευση : από το τούρκ.<αραβ. mahall, πηγή : ΑΠΘ.
μαχμάρς (επίθ.) : α. ο αργοκίνητος, β. ο τεμπέλης.
μάξους :επίτηδες
μιθαύρου : του χρόνου
μιλάθκι : μήπως
μιλιέτ(ι) :ζιζάνιο
μίρλα : γκρίνια ,κλάψα
μιριμιτώ : διορθώνω
μισάλ(ι) : πετσέτα φαγητού
μισιακό : συνεταιρικό
μλάρ(ι) :μουλάρι
μλώνου : σιωπώ
μπουρλιάζου : τρυπώ πολύ δυνατά ( ..τον μπούρλιασι με του καρπουλόϊ..)
μουαμπέτʼ (του) : α. το γλεντοκόπημα, β. η διασκέδαση, γ. συζήτηση(Μαλούτας : μουαμπέτʼι = καλαμπούρι, διασκέδαση ευθυμία, από το τουρκ. muhabbet = στοργή, συμπάθεια, καλαμπούρι), δ. μουαμπέτλις (ου) = ο Πολυλογας
μουκαϊτσιά (η) :ευκαιρία
μουλαϊμσι : κάλμαρε , ησύχασε
μόκου (επίρ.) : α. σιωπή, β. τσιμουδιά, γ. δες και μούκο*.
μουκουσιά (η) : η μπουκιά (ψωμιού, κρέατος κτλ.).
μουλουγώ (ρ.) : α. ομολογώ, β. αφηγούμαι, γ. εξιστορώ, δ. (lias : στα βαπτίσια μετά τη ανακοίνωση του ονόματος έβαζαν στο πέτο του καθενός ένα σταυρουδάκι κι εκείνος απαντούσε «μουλουγώ», που σήμαινε ότι είμαι μάρτυρας του ονόματος), ε. μουλουγμός (ου) = η ομολογία, στ. Φράση : «ιτούτα τα θκά μας μουλουγμόν δεν έχνʼ» = τα καμώματά μας δεν πρέπει να κοινοποιηθούν, πρέπει να αποσιωποιηθούν.
μουλουμουτώ :παραμιλώ
μουλουχτός (επίθ.) : α. ο ύπουλος, β. αυτός που δεν γίνεται αντιληπτός, γ. αυτός που ενεργεί παρασκηνιακά.
μλώνου (ρ.) : α. σιωπώ, β. βουβαίνομαι, γ. Προέλευση : από το αρχ. μύλλον = το χείλι, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μουνιάζου (ρ.) : α. συμφιλιώνω, β. διασταυρώνω ζώα (φράση : «μην τα πειράιζʼς, μουνιάζνʼ» = μη τα ενοχλείς γιατί ερωτοτροπούν), γ. βρίσκω το ταίρι κάποιου αντικειμένου [π.χ. δεξιό και αριστερό παπούτσι, κάλτσα κτλ. μαύρο με μαύρο και καφέ με καφέ κοκ.
μουνίκακας (ου) : α. ο ρομαντικός, β. ειρων. ο αφηρημένος από έρωτα, γ. αυτός που ενώ προσπαθεί δεν έχει ερωτικές επιτυχίες.
μουνόκιρα: συνεργα για ξεμάτιασμα
μουργέλα (η) : α. η πρόσκαιρη τεμπελιά, β. η σπαρίλα, γ. η βαρεμάρα, δ. Προέλευση από το αρχ. αμόργη, πηγή : ΑΠΘ.
μούργους και μούργκας = το μαύρο λερωμένο τσομπανόσκυλο, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αμόργη, πηγή : ΑΠΘ.
μουρντάρς (επίθ.) : α. ο μπερμπάντης, β. ο βρομιάρης, γ. ο πρόστυχος, δ. ο γυναικάς, ε. μουρνταρέβου (ρ.) : λερώνω, στ. μουρντάρου (η) = 1. = ανοικοκύρευτη, 2. η άπιστη γυναίκα, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. murdar = βρομιάρης, πηγή : ΑΠΘ.
μουρσιώνου (ρ.) : α. χτυπώ και τραυματίζω κάποιον στη μύτη γεμίζοντάς τον με αίματα, β. μούρσιουμα (του) = η αιμορραγία της μύτης, γ. μουρσιώνουμι (ρ.) = ματώνωμαι στο πρόσωπο (στη μούρη).
Μουρουκς : μουλοχτός ,κλειστός τύπος ανθρώπου , μονόχνωτος
μουρτζουλώνου (ρ.) : α.. κάνω μουντζούρες, β. σβήνω κάτι με μαύρη μπογιά, γ. λερώνω με μαύρη μπογιά, δ. μούρτζιους (επίθ.) = ο βρωμισμένος με μαύρες μπογιές, ε. μουρτζαλιές και μουρτζούλις = οι μουντζούρες.
μούρσιμα : συνήθια
μουρτζούλα : μουτζούρα
μουσαφίρς (επίθ.) : α. ο φιλοξενούμενος, β. ο επισκέπτης, γ. ο καλοδεχούμενος επισκέπτης, δ. μουσαφιργιό (του) = η φιλοξενία, ε. Προέλευση : από το σύνθ. μούσα+φέρω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μουσκουβουλνώ : (ρ.) : α. μοσχοβολώ (στο σώμα μου), β. αρωματίζω το χώρο.
μουσκουλούλδου και μουσκόλδου (του) : α. η βιολέτα, β. το μοσχολούλουδο (λουλούδι που ανθίζει πασχαλιάτικα με κίτρινο και μοβ χρώμα).
μούσκλουμα : θύμωμένος
μουσμούλς (επίθ.! : α. ο άνθρωπος που τα ψειρίζει όλα, β. ο λεπτολόγος, γ. αυτός που ψάχνει κρυφά σε ξένα σπίτια, δ. ο καχύποπτος, ε. (Μαλούτας : αυτός που ψάχνει στα κρυφά).
μουζντραβίτσα : μυρκικιά
μουστρόφλους : ανεμοστρόβιλός
μο΄θτσιανού : μικρό
μούτσκα : μούρη
μουστιρής (ου) : α. ο ενδιαφερόμενος να αποκτήσει κάτι, β. ο πελάτης, γ. ο αγοραστής, δ. Προέλευση : από το τουρκ. musteri, πηγή : ΑΠΘ.
μουστόπτα (η) : α. η μουσταλευριά, β. μετ. ο αφελής, γ. μουστουπτιάης (επίθ.) = 1. ο ήρεμος άνθρωπος, 2. ο πλαδαρός.
μούτκους ( επίθ.) : α. ο ψιθιριστός λόγος, β. μετ. η σιγανοπαπαδιά, γ. ο κρυψίνους, δ. μουτάθκα (ρ.) = 1. βουβάθηκα, 2. το βούλωσα, ε. μούτκα (επίρ.) = 1. ύπουλα, 2. κρυφά, στ. μουτιαμάκας (επίθ.) = ο τσεβδός, ζ. Προέλευση : από το αρχ. μυτός = αλαλία, βουβαμάρα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μούτους (επίθ.) α. ο μουγκός, β. ο λιγομίλητος, γ. Φράσεις : «μούτους τσίντσιρας» = άνθρωπος που άλλο δείχνει κι άλλο είναι, «τα σι δώσου να σι φάει ου μούτους!» = εκφοβισμός μικρού παιδιού, γ. Προέλευση : από το αρχ. μυτός = αλαλία, πηγή : Π.Λ.Μπ., δ. Μαλούτας : βωβός [από το λατ. mutus], ε. ίδιο με το μούτκους*.
μούτρου (του) : α. το πρόσωπο, β. άνθρωπος με άσχημη φήμη, ο κατεργάρης ή ο πρόστυχος, γ. η «φάτσα».
μούτσα (η) : α. το πρόσωπο, β. η φάτσα, γ. τα μούτρα, δ. τα μάγουλα, ε.
μούτσιανα (τα) = τα μικρα πραγματα
μουτσιαλνώ (ρ.) =. μασουλώ την τροφή χωρίς να την καταπιώ, β. μετ. μπερδεύω ή μασώ τα λόγια μου, γ. (σημ. lias : παλαιότερα που δεν υπήρχαν μπλέντερ κτλ. οι μαμάδες μασουλούσαν τις σκληρές τροφές ώστε να πολτοποιηθούν για να μπορέσει να τις φάει το βρέφος ή το μωρό).
μουτζουκλέου ( ρ.) : α. ψευτοκλαίω, β. κλαψουρίζω.
μουφλούιζʼς (επίθ.) : α. ο αναξιόπιστος, β. ο αποτυχημένος, γ. ο κακομοίρης, δ. ο δύσμοιρος, ε. ο φτωχός, στ. μουφλουζεύου (ρ.) πέφτω έξω, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. muflis = φτωχός, πηγή : ΑΠΘ.
μούχλιαρς (επίθ.) : α. ο βαριεστημένος, β. ο άνθρωπος που δεν προσπαθεί, γ. άτομο που βαριέται ή αδρανεί, δ. ο στάσιμος, ο χωρίς εξέλιξη και προοπτική άνθρωπος, ε. ο βραδυκίνητος, στ. Προέλευση : από το αρχαίο ομίχλη = σκοτεινό σύννεφο, πηγή : ΑΠΘ.
μπαγδαντί (του) : α. τοίχος ή ταβάνι με λεπτή ξυλεία σοβατισμένος με ασβεστοκονίαμα, β. Προέλευση : από το Βαγδάτη, πηγή : ΑΠΘ, γ. (τουρκ. bagdati, πηγή : ΑΠΘ).
μπαζμάς (ου) : α. βαμβακερό εμπριμέ ύφασμα, το τσίτι, β. ποικιλία πλατύφυλλου καπνού, γ. Προέλευση : από το τουρκ. basma, πηγή : ΑΠΘ.
μουζντραβίτσα (η) : α. καλοήθες δερματικό εξόγκωμα που μοιάζει με κρεατοελιά αλλά είναι σγουρή, σαν κολλιτσίδα, β. η μυρμηγκιά.
μπαϊάτκους (επίθ.) : α. ο παλιωμένος, β. ο ξεπερασμένος, γ. Φράση : «μπαϊάτκου λείψανου» = βρισιά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bayat, πηγή : ΑΠΘ.
μπαϊλτζμα (του) : α. η εξάντληση, β. η λιποθυμία λόγω κόπωσης, γ. μπαϊλντώ (ρ.) = κουράζομαι υπερβολικά ψυχικά και σωματικά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bayilmak = λιποθυμώ, πηγή : ΑΠΘ.
μπαϊρʼ (του) : α. το παρατημένο χωράφι, αμπέλι κτλ. β. το ακαλλιέργητο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bayir, πηγή : ΑΠΘ.
μπαϊράκʼ (του) : α. το λάβαρο, β. η πολεμική σημαία, γ. η επανάσταση, δ. ο ξεσηκωμός, ε. Προέλευση : από το τουρκ. bayrak, πηγή : ΑΠΘ.
μπάκα (η) : α. η φουσκωμένη κοιλιά, β. Προέλευση : από το αλβ. baka, πηγή : ΑΠΘ.
μπάκακας (ου) : α. ο βάτραχος, β. μετ. ο γλοιώδης άνθρωπος, γ. μπακακέλʼ (του) = ο φρύνος, δ. σε φράση : τα μπακακέλια = το περπάτημα με τα τέσσερα (πόδια & χέρια), ε. Προέλευση : από το βυζ. βάβακος, πηγή : ΑΠΘ.
μπακάλς (επίθ.) : α. ο παντοπώλης, (τουρκ. bakkal = παντοπώλης), β. μπακαλίσιους (επίθ.) = ο πρόχειρος ή ο έτοιμος για κατανάλωση.
μπακιά (επίρρ.) : α. μεθεορτίως, β. 40ήμερο μετά τη γιορτή που δέχονταν επισκέψεις για την ονομαστική γιορτή.
μπακούρʼ (του) : α. μετ. ο εργένης, ο ανύπαντρος, (lias : γιατί ο χαλκός πρασινίζει εύκολα), β. Φράση : «απόμνιν μπακούρʼ» = έμεινε ανύπαντρος.
μπακʼρʼ (του) : α. ο χαλκός, β. κάθε χάλκινο αντικείμενο ανεξαρτήτως μεγέθους, γ. μπακιρέινιους (επίθ.) = ο χάλκινος, δ. μπακιρτζής (ου) = ο χαλκουργός, ε. μπακʼργια (τα) = τα χάλκινα σκεύη, στ. (lias : ο τόνος στο «κ»).
μπακράτσʼ (του) : α. χάλκινο μικρό δοχείο νερού με στρόγγυλο χερούλι (όχι με λαβή), β. μπακράτσας (επίθ.) = 1. ο ανήμπορος, 2. ο δυσκίνητος, γ. μπακρατσούλʼ (του) = το μικρό μπακράτσʼ, δ. Φράσεις : «πάει ου μπακράτσας στα Γιαντσά, κʼ ίφιριν μήλα παρδαλά» = λόγω της ανημπορίας του τα έφερε όλα σάπια, "του βαρένʼ του μπακράτσʼ" = είναι πόρνη ή κίναιδος.
μπάμπα :κοιλιά
μπαλαμιά (η) : α. η αμυγδαλιά, β. μπαλάμʼ (του) = το αμύγδαλο, γ. Μπαλαμνιές (οι) = η περιοχή ανατολικά του Αγίου Δημητρίου, δ. Προέλευση : από το αρχαίο βάλανος, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μπαλένα (η) : α. έλασμα για τη σταθεροποίηση του γιακά, β. (Δημητράκος : από το μπαλαίνα = φάλαινα).
μπαντίρς (επίθ.) : α. ο φουκαράς, β. ο μπατίρης, γ. αναξιοπαθών άνθρωπος, δ. (Μαλόυτας : μπαλντʼρς).
μπάμπαλου (του) : α. μικρό μόριο κάποιας ύλης, β. το μικρό σκουπίδι, γ. (Νιάνια : μπάμπαλα = κόκκοι άμμου ή χαλίκια).
μπαμπάτσκους (επίθ.) : α. ο δυνατός, β. ο εύρωστος, γ. ο τολμηρός, δ. ο άφθονος.
μπαμπατζιάμʼ (επίθ.) : α. ο τεράστιος, β. δυνατός, γ. μπαμπατζιάμδις (οι) = τα φασόλια γίγαντες
μπάμπου (η) : α. γριά γυναίκα, β. μπάμπιασα (ρ.) = γέρασα, γ. μπαμπίτκα (τα) = τα γεροντίστικα (λόγια, συνήθειες, ρούχα κτλ.), δ. Προέλευση από το σλάβ. babo, πηγή : ΑΠΘ., ε. (σημ. lias : γιατί όχι από το παμπάλαιον;).
μπάρα (η) : α. λακκούβα γεμάτη με νερά, β. Προέλευση : από το σλαβ. bara, πηγή : ΑΠΘ.
μπαρμπαρόριζα (η) : το φυτό αρμπαρόριζα (πελαργόνιον το ηδύοσμον).
μπασιαρντω : πετυχαίνω
μπαρμπατζιάκους : ο πρόστόμαχος της κότας
μπαρμπιρίζουμι (ρ.) : α. κουρεύομαι και ξυρίζομαι, β. Προέλευση : από το ιταλ. barbier, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρμπουλώνουμι (ρ.) : α. κρεβατώνομαι και τυλίγομαι με την κουβέρτα σφιχτά, β. τυλίγομαι με τα ρούχα μου για να μη κρυώσω, γ. κουκουλώνομαι.
μπασιάς (ου) : α. ο άρχοντας, β. ο αρχοντάνθρωπος, γ. ο προεστός.
μπασκίνας (α) : α. ο χωροφύλακας, β. μπασκʼνʼ = η αστυνομική έρευνα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. baskin = ξαφνική αστυνομική επιδρομή, πηγή : ΑΠΘ ),
μπατάκʼ (του) : α. ο βούρκος, β. ο απατεώνας, γ. το ζαβολιάρικο μικρό παιδί.
μπατακτσής (επίθ.) : α. ο απατεώνας, β. ο ζαβολιάρης γ. ο κακοπληρωτής, δ. ο κλέφτης στο ζύγισμα ή την συναλλαγή, ε. Προέλευση : από το τουρκ. batakci, πηγή : ΑΠΘ.
μπατζαρόπτα (η) : πίτα με γέμιση από παζιά.
μπατζιανάκς (ου) : α. οι σύζυγοι δύο αδελφάδων, β. Προέλευση : από το τουρκ. bacanak, πηγή : ΑΠΘ.
μπάτζιους (ου) : α. είδος άπαχου, αλμυρού και σκληρού είδος τυριού κατωτέρας ποιότητος, (κατά το παρελθόν), γευστικότατο και περιζήτητο είδος τυριού σήμερα, β. μπατζιόσταμνα (η) = μετ. ο πολύ ανόητος άνθρωπος, γ. (lias : κάποιο παλιό τυροκόμο απʼ τον οποίο προμηθευόταν ο πατέρας τα τυριά του μαγαζιού μας, τον αποκαλούσαν μπατζιό επειδή (μου εξηγήθηκε) ήταν πολύ καλός τεχνίτης στα σκληρά τυριά, [μπάτζιο, κεφαλοτύρι κλπ.]).
μπαφχιάζου (ρ.) : α. κουράζομαι, β. αποβλακώνομαι, γ. ζαλίζομαι από τον καπνό του τσιγάρου, της σόμπας κλπ., δ. (ιταλ. bafa = πνιγηρή ατμόσφαιρα, δύσπνοια, πηγή : ΑΠΘ).
μπάχαλου (του) : α. η οχλαγωγία, β. η συγκεχυμένη φασαρία, γ. η αποτυχία, δ. Φράση : «τάκαμάμι μπάχαλου» = αποτύχαμε.
μπαχαριά :ευθύνη
μπάχανα (τα) : α. τα χαχανητά, β. Φράση : «χάχα – μπάχα» = αστειολογίες.
μπαγλαμάς (ου) : α. το λαϊκό όργανο, β. μετ. ο βλάκας ή ο αναξιόπιστος άνθρωπος.
μπαχτσές (ου) : α. το περιβόλι, β. ο κήπος, γ. μπαχτσιαβάνους (ου) = ο καλλιεργητής λαχανικών, δ. μετ. ο καλόκαρδος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. bahce = λαχανόκηπος, πηγή : ΑΠΘ.
μπαχτσίσʼ (του) : α. το φιλοδώρημα, β. το κέρασμα σε χρήμα, γ. το δώρο, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bahsis, πηγή : ΑΠΘ.
μπεζαχτάς και μπιζαχτάς (ου) : α. το ταμείο, β. η περιουσία, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bezahta, πηγή : ΑΠΘ.
μπέλα (η) : α. η κουνίστρα (πρόστυχη) γυναίκα, β. η κούνια των παιδιών.
μπιρντακ ;ξύλο
μπιλιά ουράτσα : είδα κι έπαθα..
μπιλιούκ(ι) : πολλά πράγματα μαζί
μπίλους : η μεγάλη μπίλια
μπινιβρέκ(ι) : το πάνω μέρος από τα τσιαξίρια
μπιρικιάτ(ι) :πάλι καλά ας είμαστε ευχαριστημένοι
μπεχλιβάντς και πεχλιβάντς (ου) : α. ο παλληκαράς, β. ο γενναίος.
μπιέντζα (ρ.) : α. μπράβο σε ζηλεύω, β. προσπαθώ να μοιάσω κάποιον ανώτερό μου, γ. Φράση : «σι μπιέμτσα» = σε ζηλεύω με την καλή έννοια του όρου, δ. Προέλευση : από το γαλλ. bien, πηγή : Π.Λ.Μπ.
μπιζιβένγκς (επίθ.) : α. ο μασκαράς, β. ο πονηρός, γ. ο παλιάνθρωπος, δ. ο ρουφιάνος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. pezevenk, πηγή : ΑΠΘ.
Μπίζλας : το πάνω μέρος του καρπουζιού
μπιζιρνώ (ρ.) : α. βαριέμαι, β. πλήττω, γ. Φράση : «όι μπιζιρζμός κι αφτός» = η αγγαρεία, δ. Προέλευση : διαλέξτε = από το τουρκ. bezmek = βαριέμαι, πηγή : Χ.Χ. και bez – mek, Τσότσος, τουρκ. bezer = κουράζομαι, πηγή : ΑΠΘ, τουρκ. besdir, πηγή : Ντίνας.
μπιζιστένʼ (του) : α. η εμπορική στοά, β. η στεγασμένη αγορά (ιδίως υφασμάτων), γ. (lias : παραβάλετε με την αγορά Μπεζεστενίου στη Θεσ/νίκη).
μπίζντρα (η) : α. ο χόνδρος του κρέατος, β. μετ. αχώνευτος άνθρωπος, γ. το ζαρωμένο στρώμα από πέτσες και νεύρα στο κρέας του σφάγιου που δεν τρώγεται, δ. ειρων. μπίζντρου (επίθ.) = η ρυτιδιασμένη, μαραγκιασμένη γριά γυναίκα.
μπικιάρς (επίθ.) : α. ο ανύπαντρος, β. ο εργένης, γ. μπικιαρλίκʼ (του) = η εργένικη ζωή, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bekar, πηγή : ΑΠΘ.
μλάρʼ (του) : α. το μουλάρι, β. υβρ. ο πεισματάρης αλλά και ο άξεστος.
μπιλιάς (ου) : α. η ενόχληση, β. η σκοτούρα, γ. η δυσκολία, δ. μετ. ο ενοχλητικός άνθρωπος, ε. μπιλαλίθκους (επίθ.) = ο δύσκολος τρόπος εργασίας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. bela, πηγή : ΑΠΘ.
μπιλιβρέκ (του) : το γυναικείο σλίπ που φοριέται πάνω από το σιντρόφʼ*.
μπιλτζίκʼ (του) : α. το κόσμημα, β. μπιλτζίκια (τα) = τα χρυσαφικά και ασημένια κοσμήματα που φοριούνται στα χέρια και κουδουνίζουν όταν χτυπιούνται μεταξύ τους, γ. το βραχιόλι, δ. μπιλτζίκου (η) = η γυναίκα που φορά πολλά κοσμήματα και στολίδια, ε. Προέλευση : από το τούρκ. bilegik, = κόσμημα.
μπίμπα (η) : α. η χήνα, β. μετ. η χαζή γριά γυναίκα, γ. (Νιάνια : η μπαμπόγρια), δ. Προέλευση : από τον ήχο «μπίμπ – μπίμπ» της χήνας.
μπιμπίλʼ (του) : α. το στραγάλι, β. μικρός στρόγγυλος ξηρός καρπός.
μπινές (ου) : α. ο ηλικιωμένος κίναιδος, β. ο κακοήθης, γ. ο άτιμος, δ. ο ρουφιάνος, ε. Προέλευση : από το αραβ. ibne = πούστης, πηγή : ΑΠΘ.
μπινιλίκια (τα) : α. μικρά σιροπιαστά γλυκίσματα, β. μετ. οι απανωτές βρισιές.
μπιντέμια (τα) : οι δαντέλες σε μεταξωτό πανί για το στόλισμα των μανικιών, του ποδόγυρου κτλ.
μπίρ : α. τούρκικη λέξει που σημαίνει πλήθος από κάτι (μεγάλος, πολύς, τρανός κτλ.), β. Φράσεις : «μπίρ Αλλάχ», «μπίρ ντουνιά» κτλ.
μπιρικέτʼ (του) : α. η πλούσια σοδιά, β. όσα έδωσε ο Θεός, γ. μετ. μου φτάνει και αυτό, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bereket, πηγή: ΑΠΘ.
μπιρμπάντς (επίθ.) : α. ο γυναικάς, β. ( ιταλ. birbante = απατεώνας, πηγή : ΑΠΘ ).
μπιρμπάτʼ (του) : α. το γενναίο κατάβρεγμα, β. η καταιγίδα, πολύ μεγάλη βροχή, γ. (φράση «γίνγκα μπιρμπάτʼ» = λερώθηκα από τις λάσπες της βροχής),
μπιρμπίλα (η) : το μαύρο σάρκωμα κάτω από το σαγόνι ή το μάτι.
μπιρντάχʼ (του) : α. ο ξυλοδαρμός, β. Προέλευση : από το τουρκ. perdah = γυάλισμα, ανάποδο ξύρισμα, πηγή : ΑΠΘ.
μπιρσίμʼ (του) : α. μεταξωτή κλωστή, β. Προέλευση : από το τουρκ. ibrisim, πηγή : ΑΠΘ.
μπισίκʼ (του) : α. το λίκνο, το κρεβατάκι του μωρού, β. ειρων. ο χτεσινός, το μικρό παιδάκι, γ. Προέλευση : από το τουρκ. besik,, πηγή : ΑΠΘ.
μπίτσι (ρ.) : α. τελείωσε, β. Προέλευση : από το τουρκ. biter = τέλος, πηγή : ΑΠΘ.
μπιχουτζής (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. αυτός που το «ρίχνει» συνεχώς στην αμάκα, γ. μπέχους (επίθ.) : (πείραγμα ) = «ιιού μπέχου!».
μπιτίζου :τελειώνω
μπλάνα (η) : α. μεγάλη πλάκα (π.χ. τυριού, επίπεδης πέτρας κτλ.), β. μεγάλο κομμάτι φαγώσιμου, γ. το παραλληλεπίπεδο αντικείμενο.
μπλάγου : φυλάω
μπλάστρʼ (του) : α. η κομπρέσα, β. το έμπλαστρο, γ. Προέλευση : από το ελνστ. έμπλαστρον, πηγή : ΑΠΘ.
μπλιασταριά : άσχημο πεσιμο
μπλιάγκαβους και μπγιάγκαβους (επίθ.) : α. ο πιτσιλισμένος, β. ο διάστικτος, γ. ο ξεθωριασμένος, δ. δες και μπάκαβους*.
Μπ(ι)αδ(ι) το πηγάδι
μπλιγούρʼ (του) : α. χοντρό σπασμένο σιτάρι, β. το πλιγούρι.
μπλιάμπλια : α. η ακαθαρσία ανάμεσα στα δάκτυλα του ποδιού, β. ( Μαλούτας : αστεία ονομασία των δακτύλων του ποδιού ).
μπιλιούκʼ (του) : α. το πλήθος, β. η μεγάλη παρέα.
μπνάρʼ (του) : α. η πηγή, β. το μέρος απʼ όπου αναβλύζει νερό.
μπόι : α. το ανάστημα, β. το μονοκόμματο γυναικείο φόρεμα, γ. η κορμοστασιά, δ. μονάδα μήκους ίση με δύο δρασκελιές ανθρώπου με ύψος 1.75 – 1.80.
μπόλκα : χτένισμα
μπόλια (η) : α. η σκέπη των σπλάχνων των αμνοεριφίων, το περιτόναιο, β. λεπτό γυναικείο μαντήλι.
μπόλκους (επίθ.) : α. αρκετός, β. φαρδύς, γ. επαρκής, δ. χαλαρός, ε. μπουλκένου (ρ.) = 1. φαρδαίνω, 2. επαυξάνω, στ. Προέλευση : από το τουρ. bol, πηγή : ΑΠΘ.
μπόσʼκους (επίθ.) : α. ο χαλαρός, β. ο απρόσεκτος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bos = χαλαρός, απρόσεκτος, πηγή : ΑΠΘ.
μπότσα (η) : α. μέτρο χωρητικότητας δύο οκάδων, β. το παγούρι, γ. το μπουκάλι, (Δημητράκος).
μπουγάζʼ (του) : α. το ρεύμα αέρος που φυσάει στα στενά δρομάκια, β. στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο βουνά, γ. ( τουρκ. bogaz, πηγή : ΑΠΘ ).
μπουγαζί και μπουχασί (του) : κομμάτι χοντρού υφάσματος.
μπουγάς (ου) : α. ο ταύρος για αναπαραγωγή, β. ο επιβήτορας, γ. ειρων. ο χοντρός, δ. Προέλευση : από το τουρ. boga, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
μπουγάτσια (η) : α. μεγάλο ψωμί που ψηνόταν σε στρόγγυλο ταψί (φόρμα) για ιδιαίτερες στιγμές και γι αυτό το φρόντιζαν και το στόλιζαν ιδιαίτερα, β. το ψωμί του γάμου, στολισμένο με διάφορες παραστάσεις (Σιαμπανόπουλος σ. 334).
μπουγιουρντί (του) : α. έγγραφο από Δημόσια Υπηρεσία με δυσάρεστο περιεχόμενο, β. το πρόστιμο, η ποινή κτλ., β. Προέλευση : από το τουρκ. buyur = διαταγή, πηγή : ΑΠΘ.
μπουγτζάδις :οι καλεσμένοι στο γάμο
μπούζʼ (επιθ. προσδ.) : α. το μεγάλο κρύο, β. κάτι που είναι πολύ παγωμένο (π.χ. καρπούζι), γ. Φράση : [ι]«όι μπούζʼ σήμιρα!»[/ι] = σήμερα έχει ασυνήθιστο κρύο.
μπουζίτσα (η) : η εξαδέλφη.
μπουζουργιάζου (ρ.) : α. τσακώνω, β. συλλαμβάνω, γ. τιμωρώ ή επιπλήττω αυστηρά, δ. μπουζού (η) = η φυλακή, ε. μπουζούργιασμα (του) = 1. η σύλληψη, 2. το φυλάκισμα, 3. η επίπληξη.
μπουιά : α. το χρώμα, β. η μπογιά, γ. τα φύλλα της τράπουλας με το ίδιο χρώμα, δ. μπουιατζής (ου) = ο ελαιοχρωματιστής, δ. μπουιατίζου (ρ.) = βάφω, ε. μπουιάτζμα (του) = 1. το βάψιμο, 2. το μακιγιάζ των γυναικών.
Μπουνπούλα :καρπός ( αμύγδαλα,φυστίκι κτλ
μπούμπαρους (ου) : α. ο χρυσοκάνθαρος, β. χοντρό μαύρο έντομο με έντονο βόμβο, που τριγυρίζει στο φώς, γ. μετ. άνθρωπος που μιλάει ακατάληπτα, δ. Φράση : «σα τς μπουμπαναίοι στου σκατό» = η συνάθροιση πολλών γύρω από κάτι περίεργο.
μπουϊάτα : το καθιστικό δωμάτιο
μπουμπάρʼ (του) : α. το φαγητό που γίνεται με κοιλιά μοσχαριού γεμιστή με κιμά πάλι από κοιλιά και διάφορα μυρωδικά (σημ. lias : δες Κοζανίτικες συνταγές στο giapraki.com), β. (σημ lias : το φαγητό με κοιλιά αρνιών λέγεται κλιές ή κιλίτσις), γ. (τουρκ. bumbar, πηγή : ΑΠΘ.).
μπουμπόλʼ (του) : α. κάθε στρόγγυλο αντικείμενο, η μπίλια, β. μετ. οι όρχεις, γ. μπουμπόλας (ου) = 1. ο κοντόχοντρος άντρας, 2. ο άντρας με μεγάλους όρχεις, δ. (lias : στο Βελβενδό εννοούν τα γλύκα*, ενώ υπάρχει και αειθαλές δέντρο που ονομάζεται κοινά κεδρομπουμπουλιά και τέλος στον ψηλό Αηλιά κάποιοι μάζευαν μπουμπόλια και εννοούσαν τα σαλιγκάρια κάτω από τις πέτρες), ε. (αλβ. bobolje).
μπουμπότα (η) : α. επίπεδο είδος ψωμιού παρασκευασμένο με καλαμποκίσιο αλεύρι, β. έδεσμα με καλαμποκίσιο αλεύρι στο οποίο πρόσθεταν τσιγαρίδις*, σταφίδες, καρύδια κτλ.
μπουμπούνζμα (του) : α. ο ήχος της βροντής, β. ο ήχος της δυνατής φωτιάς στη σόμπα ή στο τζάκι, γ. το δυνατό χτύπημα γροθιάς, δ. μετ. το αναψοκοκκίνισμα του προσώπου από θυμό, ε. μπουμπουνταρός (ου) = η αστραποβροντή, στ. μπουμπνίζου (ρ.) = 1. αναψοκοκκινίζω, 2. γρονθοκοπώ, ζ. μπουμπουντζμένους (επίθ.) = 1. ο έξαλλος, 2. ο αναψοκοκκινισμένος.
Μπούμπνάς : είδος εντόμου
μπούντα (η) : α. μακρύ γυναικείο επανωφόρι με γούνα γύρω – γύρω, β. εξάνθημα στο πρόσωπο.
μπουντρούμʼ και μπόντρουμʼ (του) : α. το υπόγειο, β. μπουντρουμίσιους (επίθ.) = 1. ο έντονος και βαθύς βήχας, 2. κυριολ. ο προερχόμενος από το υπόγειο, γ. [b]μπουντρούμας[b] (ου) = άνθρωπος με βαριά φωνή και άξεστη συμπεριφορά, δ. έκφράση «μπόντρουμ!» = ρίξτον στα θηρία! δ. Προέλευση : από το τουρκ. bodrum, = ιππόδρομος, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256 /// από το ελνστ. ιπποδρόμιον, πηγή : ΑΠΘ.
μπουλάκιμ : μακάρι ,ευχή
μπουλφώθκι :κοιμήθηκε πολύ βαρεια
μπουϊα : μπογιά
μπουϊρουν : πρόσκληση
μπουρανί (του) : φαγητό, σπανακόρυζο στο φούρνο, β. Προέλευση : από το τουρ. burani, πηγή :
μπουράτου (του) : α. μεταλλικός κυλινδρικός μηχανισμός με σίτα στον οποίο γινόταν ο διαχωρισμός του σιταριού ή της φακής από τα σκύβαλα, την αίρα κτλ. β. μπουρατίζου (ρ.) = καθαρίζω το σιτάρι, τις φακές κτλ.
μπούμπαρους : έντομο
μπουμπότα : καλμποκίσιο ψωμί
μπουμπούλα ; καρπός ,αμύγδαλου, φυστικιού ,μπιζελιού κτλ
μπουμπούλα :καθαριότητα (από το πόσο καθαρός είναι ο καρπός ενός φυτού)
μπουμπουνα : μεγάλη φλόγα
μπουμπουτιά : ρικιά
μπουμπρέκια :όρχεις ζώων
μπουνταλάς : ηλίθιος
μπουρδούκλουμα (του) : α. το μπέρδεμα, β. μπουρδουκλώνου (ρ.) = κάνω κάτι τσαπατσούλικα, βιαστικά, γ. μπουρδουκλώνουμι (ρ.) = χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου, δ. Προέλευση : από το σύνθ. μπερδεύω+πεδικλώνω, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρανί: σπανακόριζο
μπουρέκʼ (του) : α. είδος γλυκίσματος, β. γλυκιά πίτα με σπασμένο ρύζι και κανέλα, γ. είδος τρίγωνης τυρόπιτας, δ. μπουρικάκʼ (του) =ατομική μερίδα του γλυκίσματος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. burek, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρί (του) : α. λαμαρινένιος κύλινδρος για την έξοδο του καπνού, β. Φράση : «τα τίναξις τα μπουριά σʼ;» = εκσπερμάτισες;, γ. Προέλευση : από το τουρκ. boru = σωλήνας, βούκινο, πηγή : ΑΠΘ.
μπουρλιάζου : τρυπώ ,καρφώνω
μπουρλίφκου : τρελαμένω ζώον
μπουρμάς (ου) : α. η μεταλλική βάση της γκαζόλαμπας που έχει το φυτίλι και εκεί στερεώνεται το λαμπογιάλι, β. μετ. ο κατσούφης, ο σκυθρωπός.
μπουρώ (ρ.) : α. μπορώ, β. στη φράση : «δεν μπουρώ» σημαίνει είμαι αδιάθετος.
μπουρμπουλώνουμι : τυλίγω το προσωπόμου και το κεφάλι με ένα πανί για να προφυλαχτω κυρίως από τον ήλιο
Μπουρσούκου : χιντρομπαλού γυναίκα
μπούφους (ου) : α. νυκτόβιο πουλί που μοιάζει με την κουκουβάγια αλλά είναι πολύ μεγαλύτερος, β. ειρων. ο βλάκας γ. ειρων. ο καθυστερημένος, δ. Προέλευση : από το ιταλ. bufo, πηγή : ΑΠΘ.
μπουχασί και μπουγαζί (του) : είδος χοντρού μάλλινου υφάσματος.
μπουχτσιάς (ου) : α. μεγάλο τετράγωνο πανί για περιτύλιγμα ή και μεταφορά πραγμάτων, β. τετράγωνο σκούρο μαντήλι, γ. δέμα τροφίμων ή ρουχισμού τυλιγμένο με πάνινη πετσέτα, δ. μπουχτσιαλίκ (του) = πανί για ένα δύο πουκάμισα ή και για εσώβρακο (Ηλιαδέλης – «χαρά»), ε. Προέλευση : από το τουρκ. bokca και bohca, πηγή : ΑΠΘ.).
μπούχτσα βαρέθηκα -χώρτασα
μπόχα (η) : α. βαριά και δυσάρεστη μυρωδιά, β. η αποπνικτική ατμόσφαιρα, γ. η δυσοσμία, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. βώχα, πηγή : Δημητράκος.
μπράμʼ (τα) (πληθ.) : α. τα επίσημα ρούχα, τα γιορτινά, β. τα καινούρια.
μπράνγκα και πράνγκα (η) : α. η κλειδωνιά, β. η κλειδαριά με χερούλι ή σύρτη ασφαλείας, γ. δέσιμο με σχοινί ή αλυσίδα των δεξιών ποδιών των ζώων για να μη απομακρύνονται όταν βοσκούν ελεύθερα, δ. μηχανισμός που τοποθετούνταν στον τροχό του κάρου για να φρενάρει, ε. μπράγκις = οι χειροπέδες.
μπράστʼ (επίφ.) : ο θόρυβος από πέσιμο καταγής.
μπράτμους (ου) : α. ο νεαρός φίλος ή συγγενής, του γαμπρού ή της νύφης, που βοηθάει στο γάμο, β. Προέλευση : από το βουλγ. brat, πηγή ΙΝΒΑ, σελ. 255.
μπρέ (επιφ.) : βρέ.
μπρούμτα (επίρ.) : α. με τη μύτη κάτω, μπρούμυτα, β. (η) : μετ. η αφελής γυναίκα.
μπρουστέλα (η) : α. ποδιά με λαιμοδέτη, β. η σαλιάρα, γ. ύφασμα στα οποία τυλίγονταν τα καθαρά ρούχα για φύλαξη ή μεταφορά.
μπρουμούτσα : έπεσα προς τα μπρος
μπούχαβους (επίθ.) = 1. ο πρησμένος, 2. ο παχουλούτσικος λόγω ασθένειας, 3. (Τσότσος = χαλαρός).
μπυράλ (του) : α. αναψυκτικό, είδος βυσσινάδας, με άφθονο αφρό όμοιο με της μπύρας, απʼ όπου και η ονομασία του, β. (σημ. lias : προφανέστατα δεν είναι Επανομίτκου Αλλά ποιος να θυμάται πλέον το μπυράλ; Κι όμως ήταν η coca cola της παλιάς εποχής).
μσιουκάρκια (η) : α. ποσότητα μισής οκάς, β. ορειχάλκινο δοχείο ή κύπελλο για τη μέτρηση υγρών που ζύγιζαν μισή οκά, (σημ. lias : τα κύπελλα αυτά ήταν διαφορετικά για το κρασί, το γάλα, το πετρέλαιο κτλ. λόγω του διαφορετικού ειδικού βάρους).
Μσούδ(ι) : μισή δραχμή
μσούρα (η) : α. η σουπιέρα σερβιρίσματος, συνήθως πήλινη, β. (Χ.Χ. = βαθύ πιάτο), γ. (Σιαμπανόπουλος : βαθουλωτά πιάτα φαγητού, σελ. 271).
μυγαρούδγια (τα) : α. οι σκνίπες ιδίως στο μούστο ή το κρασί, β. τα μυγάκια, γ. το ψιλό περιδινούμενο χιόνι.
μύθους (ου) : α. ο μύθος, το ψέμα, β. η ντροπή, το κατάντημα, (φράση : «γίγκιν μύθους» = ντροπιάστηκε), γ. μύθια (τα) = 1. οι υπερβολικές αφηγήσεις, 2. οι χοντροκομμένοι αστεϊσμοί.
μύλους (επίρ.) : α. το μεγάλο μπέρδεμα, β. το εργαλείο για το καβούρδισμα του καφέ, γ. ο μύλος.
μύτους (ου) : α. η κλωτσιά ή το κλώτσημα με τη μύτη του παπουτσιού, β. μύτʼ (η) = εξόγκωμα με οξεία γωνία.
μσούδ(ι) :μισή δραχμή
μσουλαβώ: κυκλοφορώ
μτζούρ(ι) : μονάδα μέτρησης χωραφιού
μυρί : τα ψαράδικα
μʼχάνʼ : α. η μηχανή, το μηχάνημα, (φράση : (ΑΡ) : «…τα τσιούγκα τς τώρα πάιναν σαν του μʼχάνʼ»), β. το φυσερό του σιδερά., σελ. 247.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)