Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Αστεία & Σοβαρά" / Η Καμινάδα
Πέμπτη, 11 Φεβρουάριος 2010 15:59 Βαγγέλης Μαυροδής

Γράφει ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΥΡΟΔΗΣ ( Vagelis_mavrodis@yahoo.gr )
Όλοι, βέβαια, γνωρίζουμε το τζάκι. Παλιά, όλα –μα όλα– τα σπίτια διέθεταν τέτοιο, αργότερα βγήκαν οι σόμπες και οι πιο πρακτικές μασίνες και σε πολλά σπίτια γκρέμισαν κάποτε τα τζάκια, γιατί τα θεώρησαν άχρηστα πια και τους εμπόδιζαν.
Όμως, από το ταβάνι και πάνω οι καμινάδες έμειναν, είναι ενσωματωμένες στη στέγη και δεν γκρεμίζονται, αλλά και δεν εμποδίζουν και σε τίποτα, μόνο που κάποιος πρέπει να κλείσει από πάνω –έξω από τη στέγη– την τρύπα απ’ όπου έβγαινε ο καπνός, για να μην μπαίνει η βροχή και λερώνει τον τοίχο, με τη μαυρίλα που βγάζει η καπνιά συνέχεια.
Το τζάκι, ως γνωστόν –κι αν δεν είναι γνωστόν, ας το μάθουμε τώρα– στην αρχαιότητα δεν είχε τη μορφή με την οποία το γνωρίσαμε όλοι μας, να είναι δηλαδή σε μια γωνία του δωματίου, σε μιαν άκρη. Το τζάκι οι αρχαίοι το είχαν στη μέση του σαλονιού τους –ας το πούμε έτσι– που εκεί περνούσαν την ημέρα τους, εκεί είχαν τη λεγόμενη “εστία” στην οποία άναβαν και διατηρούσαν τη φωτιά και ο καπνός έβγαινε από μια τρύπα στην οροφή ακριβώς από πάνω, όσος έβγαινε βέβαια. Όσος αργούσε να βγει και κλωθογύριζε, μουτζούρωνε τους τοίχους, λέρωνε τα κάδρα και τα… σεμεδάκια και ιδίως το ταβάνι, το έκανε “μέλαν”, μαύρο δηλαδή, κι από κει βγήκε και η ονομασία “μέλαθρον” της μεγάλης σάλας των αρχαίων ανακτόρων, στα οποία η “εστία” ήταν αναμμένη συνέχεια –η φτωχολογιά μάλλον το άναβε πότε / πότε μόνο για να μαγειρέψει– και σιγά / σιγά όλο το ανάκτορο ονομάστηκε κι αυτό “μέλαθρον”, ενώ σήμερα η ονομασία συνηθίζεται για τα κτίρια που έχουν σχέση με τον Πολιτισμό, εκεί όπου καλλιεργούνται οι Καλές Τέχνες.
Βέβαια, τα τζάκια που γνωρίζουμε, δεν παρουσιάζουν τόσα προβλήματα όπως στην αρχαιότητα. Υπάρχουν παράθυρα σήμερα, που, μόλις “μπρουμ’τήσει” ο αέρας τον καπνό και γεμίσει το σπίτι, τα ανοίγεις, ανοίγεις και τις πόρτες, και το πρόβλημα λύνεται. Αλλά, όταν πάει κάτι στραβά από πλευράς ελαττωματικής κατασκευής του τζακιού και ιδίως της καμινάδας, οπότε ο περισσότερος καπνός, αντί να βγαίνει έξω, μένει μέσα, τότε πρέπει κάποιος ειδικός ν’ ανεβεί στα κεραμίδια και να διορθώσει τα στραβά.
Αυτή η επέμβαση, που φαίνεται απλή, παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες, όχι τόσο στο τεχνικό της μέρος, όσο στο να βρεις τον κατάλληλο μάστορα, που για ένα τέτοιο “μερεμέτι” κανένας δεν είναι πρόθυμος ν’ αναλάβει. Πού να τρέχω –σου λέει ο άλλος– να ανεβαίνω στη στέγη, για ν’ αλλάξω δυο κεραμίδια ή για να στερεώσω το “καπέλο” στην άκρη της καμινάδας, και πόσα να γυρέψω –λέει από μέσα του– βρείτε κανέναν άλλον, έχω δουλειές τώρα, δεν έχω και τόσο μεγάλη σκάλα…
Όλοι οι κανονικοί μαστόροι ξεφεύγουν από κάτι τέτοια κι εκεί είναι που σε κάθε χωριό δημιουργείται μια θέση για κάποιον, ο οποίος αναλαμβάνει όλα αυτά τα μερεμέτια –με το αζημίωτο, φυσικά– χωρίς πολλές τεχνικές γνώσεις, με τις ίδιες γνώσεις ίσως που έχει και ο νοικοκύρης ο οποίος τον φωνάζει να διορθώσει τα στραβά και να αποκαταστήσει τις ζημιές στους σοβάδες και στα κεραμίδια, στα τζάκια και όπου αλλού χρειάζεται. υν”– και εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε και όλους εκείνους που από βαρεμάρα ή αδεξιότητα δεν μπορούν “ούτε ένα καρφί να βάλουν στον τοίχο”, οπότε, νάτος ο αυτοσχέδιος μάστορας, που σιγά / σιγά γίνεται γνωστός και καταλήγει να είναι απαραίτητος σε κάθε χωριό, εξασφαλίζοντας έτσι κάποιο μεροκάματο, κάποιο έξτρα παραδάκι, τέλος πάντων, διαθέτοντας μόνο μερικά εργαλεία, το απαραίτητο μυστρί και το σκεπάρνι και όλα εκείνα που απαιτούνται για τις επεμβάσεις του για τις διάφορες επισκευές, μικρές και μεγαλύτερες.
Βέβαια, όταν η δουλειά είναι να γίνει χαμηλά στο σπίτι ή στο εσωτερικό του, είναι εύκολη –με μια μικρή σκάλα όλα γίνονται– αλλά, όταν η επισκευή πρέπει να γίνει στη σκεπή, τα πράγματα δυσκολεύουν, είναι απαραίτητη μια μεγάλη σκάλα, την οποία διαθέτει μόνον ο ειδικός –ο μάστορας που λέγαμε παραπάνω– που παλιά την έφκιαχνε μόνος του με μεγάλα μονοκόμματα ξύλα φερμένα από το βουνό, ξύλα λεπτά και μεγάλα, συνήθως από μηλιάδι, σε μήκος πάνω από δέκα μέτρα, οπότε γινόταν ένα πράγμα ασήκωτο και χρειαζόταν δυο και τρία άτομα για να μεταφερθεί στον τόπο της επισκευής, και μάλιστα να σηκωθεί και να ακουμπήσει στη “γριπίδα” της σκεπής.
Φτάνει –νομίζω– η εισαγωγή και κάτι τέτοιες επισκευές, ιδίως στις καμινάδες και το “ξανασύρσιμο” των κεραμιδιών. Το έζησα από κοντά, μιά και μοναδικός μάστορας στο χωριό για παρόμοια μερεμέτια είχε καθιερωθεί ο μπάρμπας μου ο Τάσιος, –Θεός σ’χωρέσ’ τον– πανέξυπνος άνθρωπος και πολυτεχνίτης, ασχολήθηκε με πολλά, από μπόλιασμα δέντρων, που “δεν αλάθιψι καμιάφουρα”, με σοβάδες, με το “ξανασύρσιμο”, με τζάκια και καμινάδες. Με υδραυλικά μόνο δεν ασχολήθηκε, γιατί το αντικείμενο εμφανίστηκε πολύ αργά, όταν το νερό μπήκε μέσα στα σπίτια. Άλλοι ’κονόμησαν από τέτοια μαστορέματα –με ή χωρίς πτυχίο αυτοί– αλλά σκέτη “αρμύρα” στις τιμές, άλλη ιστορία αυτή…
Εδώ μας ενδιαφέρει το μερεμέτι στο τζάκι και ειδικά στην καμινάδα, αυτό το μέρος του τζακιού που εξέχει πάνω από τη στέγη και από την καμινάδα, ειδικότερα το τελευταίο μέρος, από κει όπου βγαίνει ο καπνός, το “μπουχαρί” όπως το λεν αλλού, και βλέπουμε ότι και τα μερεμέτια γίνονται από ειδικότητες ξεχωριστές, όπως στη χειρουργική, άλλος για το κυρίως τζάκι, άλλος για τα υπόλοιπα…
Τέλος πάντων –να μην ξεφύγουμε πάλι– όταν ο νοικοκύρης είχε πρόβλημα με την καμινάδα, ειδοποιούσε στο καφενείο το μπάρμπα μου πότε “αδειάζει”, να κάνουν μερικές δουλειές στο σπίτι. Η διερευνητική συζήτηση συνοδευόταν από τα σχετικά τσίπουρα, που δευτέρωναν και τρίτωναν, μέχρι να καταλήξουν στη συμφωνία για το πότε και κυρίως για να καταρτιστεί ο προϋπολογισμός, πόσα υλικά και ποια έπρεπε να ετοιμάσει ο νοικοκύρης, τι άλλο θα χρειαστεί και, κυρίως, να οριστεί η μέρα και ώρα που θα μεταφερθεί η “ασκάλα” στο μέρος όπου θα γινόταν η επέμβαση.
Μεγάλη και βαριά –είπαμε– η σκάλα, μεταφερόταν με τα χέρια στο σπίτι και δεμένη με δυο σκοινιά, που το ένα το κρατούσε κάποιος από παράθυρο ή μπαλκόνι και το άλλο το κρατούσαν από την αντίθετη πλευρά, αλλά πολλές φορές και μόνο με τα χέρια, τη σήκωναν και την ακουμπούσαν στη στέγη, έτοιμη για το ανέβασμα του μάστορα, που την ορισμένη μέρα κατέφθανε πρωί / πρωί με τα εργαλεία και το ανάλογο ύφος, και «άdι, μαρή, φκιάσι κανέναν γκαφέ, να δγιούμι τι θα κάνουμι, πώς θα του βουλιέψουμι», έβγαινε και ο νοικοκύρης έτοιμος να βοηθήσει, δίπλα τα υλικά έτοιμα ασβέστης, αμμούδα και μερικά κεραμίδια, ανέβαινε ο μάστορας στη σκεπή, φαρδοπατώντας, να μη σπάσει κανένα κεραμίδι ή να σπάσει όσο γίνεται λιγότερα, και –άλλο κόλπο αυτό– όσα έσπαζε, δεν τα πετούσε κάτω, για να μη φανεί το φρέσκο σπάσιμο, αλλά τα στρίμωχνε δίπλα στην καμινάδα για άλλη φορά.
Γυρόφερνε, λοιπόν, την καμινάδα, υπολόγιζε τι θα χρειαζόταν, συνήθως η βλάβη προερχόταν από τα κεραμίδια που κάλυπταν όρθια το στόμιο, τρία συνήθως, που ενώνονταν στην κορυφή, και, όπως ήταν εκτεθειμένα στον αέρα, έπεφταν εύκολα και κάθε τόσο έπρεπε κάποιος να τα ξαναφκιάξει.
Μετά την πρώτη γνωμάτευση και, αφού έριχνε και εξεταστικές ματιές στα διπλανά σπίτια, για να εντοπίσει τυχόν προβλήματα στις στέγες και να βγει και δεύτερη δουλειά, ο μάστορας κατέβαινε και με το ανάλογο ύφος ενημέρωνε το νοικοκύρη για την κατάσταση: «Είνι σπαζ(ι)μένα όλα, ραϊσμένου κι τ’ ατζάκ’, δεν έβαζαν λίγουν ασβέστ’ οι παλνιοί, σκέτου χώμα είνι του dουβάρ’ κι να δγιούμι πώς θα του βουλιέψουμι, θέλ’ κι κιραμίδια λιανά, είχα καbόσα να δγιώ, πού τα ’βαλα, καρτέρα να πάου στου σπίτ’…».
Έφευγε ο μάστορας και ξαναγύριζε με τα κεραμίδια, ξαναγύριζε την ώρα που υπολόγιζε ότι, όπου να ’ναι, εξαντλείται η υπομονή του νοικοκύρη να περιμένει, και «τι να σι πω, έφαγα του dόπου, ιφτυχώς τα ’βρα, η δ’λειά θα γιέν’», ξεφυσούσε ο άλλος –σου λέει, άντε η δουλειά προχωράει. «Τάσιου, ιγώ θα φύγου αύριου για “μέσα”. Κανόν’σι, φκιάστου άφ’κα παράδις σ’ν Αργυρή, να σι πληρώσ’. Πε πόσου θέλ’ς». «Καλά, μουρέ, θα δγιώ ιγώ κι θα d’ bω, ιδώ είμιστι, σάματι είμιστι ξιέν’; Βάλι, μαρή, κανε τσίπουρου να πχιούμι, άdι ταχιά τα λιέμι», κι ο μπάρμπας μου μετά από το τσίπουρο έφευγε –“ταχιά” πάλι, σου λέει, αύριο αλλά έτσι αόριστα, τι τη θέλεις την ορισμένη ώρα...
Όλο το χωριό ξυπνούσε νωρίς και τα παιδιά άκουγαν την καμπάνα και ξεκινούσαν για το σχολείο –είχε δικιά του καμπάνα το σχολείο, κρεμασμένη σε μια ακακία– ερχόταν και το “αύριο” και ο μπάρμπας πρωί / πρωί νάτος, ήξερε η νοικοκυρά, έτοιμος ο καφές, έφκιανε τη λάσπη, ανέβαζε τα κεραμίδια και τα εργαλεία και άρχιζε η επισκευή.
Ο μάστορας από κει ψηλά χαιρετούσε τους περαστικούς, που περνούσαν από κάτω και τον έβλεπαν χαμογελώντας με σημασία –σου λέει, ο Τάσιος το βρήκε το μεροκάματο– και, σιγά / σιγά, έμπαιναν τα κεραμίδια στην τρύπα της καπνοδόχου, τρία και με κενό ανάμεσα, να βγαίνει ο καπνός. Κατέβαινε ο μάστορας και, «βάλι, μαρή στ’ ατζιάκ’ λίγου χουρτάρ’ κι βρέξτου κι λίγου, κι άμα ανιβώ, θα σι φουνάξου να τ’ ανάψ’ς, να δγιούμι τι έκανάμι, τ’ απέτχα ή θα του ξαναχαλνούμι, κι πότι θα στιγνώσ’, τρανός bιλιάς’…».
Άκουγε η νοικοκυρά, σου λέει “δυσκουλιέβιτι η μάστουρας κι ποιος ξιέρ’ κι πόσα θα γυρέψ’, μό να τιλειώνουμι να ξιμπλιέξουμι”, και ξανανέβαινε ο μπάρμπας και μέσα από την τρύπα της καμινάδας φώναζε, δυνατά: «Το ’βαλις του χουρτάρ’, μαρήηη;». «Το ’βαλα, Τάσιου, το ’βαλα». «Άναψιέ του, μαρή, να δγιούμι…» και, μόλις φαινόταν ο καπνός που ανέβαινε πηχτός και… άνετος, έβαζε ο μπάρμπας κάνα δυό κεραμίδια στα πλαϊνά ανοίγματα και την “τραγιάσκα” από πάνω, εγκλωβιζόταν ο καπνός και μπουκωμένος, μη έχοντας πού να πάει, από πού να βγει, ξαναγύριζε πίσω τον κατήφορο και πλημμύριζε το σπίτι.
Φώναζε ο μάστορας από πάνω, “καπνίζ’ μαρήηη;”. Κι’ απαντούσε από κάτω η θειά, με λόγια που μόλις ακούγονταν απ’ το βήχα: «Καπνίζ’, Τάσιου μ’, καπνίζ’… Ίιι! Καμάδα μ’, τι έπαθάμι!». Χαμογελαστός ο μάστορας με νόημα και κουνώντας το κεφάλι δεξιά / αριστερά, ξεστούμπωνε την καμινάδα. «Άναψιέ του πάλι, μαρή», άρχιζε τώρα ο καπνός να βγαίνει κανονικά, τώρα “τ’ ατζιάκ’ τραβούσι”…
Από απέναντι ο μπάρμπα Στέργιος έβλεπε και παρακολουθούσε τη διαδικασία, χαμογελώντας με νόημα, ήξερε. «Τι γιένκι, ρε Τάσιου, τραβάει τ’ ατζιάκ’;». «Τραβάει λιέει; Άμα θέλ’ ας μη dραβήξ’».
Χαλαρωμένη η νοικοκυρά, με ανοιχτά τα παραθύρια, να φύγει ο καπνός, από μονάχη της τώρα και χωρίς να πάρει παραγγελία, έτοιμο το τσίπουρο, στην αυλή πάντα και όρθιο –το τσίπουρο στα όρθια “πααίν’ παdού”. «Άdι, αξαδέρφ’, μι παίδιψι, μα του κατάφιρα».
Κανόνιζαν την πληρωμή –τα “λιανώματα”, όπως τα ’λεγε ο μπάρμπας μου– κι έφευγε, περιμένοντας τον επόμενο πελάτη. Ήξερε –σου λέει: Όσα σπίτια στο χωριό τόσα “ατζιάκια”. Δεν μπορεί, όλο και κάποια κεραμίδα θα πέσει απ’ τον αέρα ή θα σπάσει απ’ τον πάγο και το χιόνι. «Γιροί να ’μιστι, να μαστουρεύουμι. Μια χώρα πιδιά στου σπίτ’, θέλν’ να φαν, να φουρέσ’ν κι να πουδηθούν, αχώρια του τιφτέρ, στου Γιάγκου».
Αυτά, λοιπόν, και πάλι χαιρετίσματα σε όλους.
Σημείωση
Και ολίγη γραμματική, παρά την έκταση της περί καμινάδας πραγματείας, κι άμα δε σας βολεύει, διαβάστε το σε συνέχειες, δε θα χαθεί το… νόημα. Εδώ οι μπαρμπάδες δεν έχασαν τη συνέχεια του “Τσακιτζή”, που τον δημοσίευε ο “Ελληνικός Βορράς” επί δεκαπέντε και παραπάνω χρόνια!
1. Το “μέσα”, που λέει ο νοικοκύρης παραπάνω, είχε δύο σημασίες. Σήμαινε τη Θεσσαλονίκη αλλά και το Άγιον Όρος.
Όταν περίμενε κάποιος το λεωφορείο το πρωί και έλεγε ότι πηγαίνει για “μέσα”, εννοούσε για Θεσσαλονίκη, γιατί το λεωφορείο για το άλλο “μέσα” –για το Άγιο Όρος, δηλαδή– ερχόμενο από τη Θεσσαλονίκη, περνούσε αργότερα, αλλά η κατεύθυνση του ταξιδιώτη φαινόταν και από τα μπαγάζια. που κουβαλούσε μαζί του.
Όσοι πήγαιναν για δουλειά “στ’ Αγιόρους”, έσερναν τρουβάδες και δισάκια και ό,τι άλλο χρειάζονταν για τη δουλειά τους, που δεν το ’βρισκαν εκεί, και με τα τσεκούρια τυλιγμένα με τσιουβάλια –αλλιώς, δεν τάπαιρνε το λεωφορείο.
Πάντως, αυτό το “μέσα” σηκώνει ένα ολόκληρο κατεβατό, αλλά τ’ αφήνουμε για άλλη φορά, όπως και πολλά άλλα που αναφέρθηκαν –στο κείμενο μπήκαν πολλοί ιδιωματισμοί και ποιόν να πρωτοαναφέρουμε…
2. Το “καμάδα μ’”, σημαίνει “συμφορά που μου ήρθε”.
3. Το ρήμα “αδειάζω” σημαίνει “ευκαιρώ”.
4. Το “άφ’κα” είναι αόριστος του ρήματος “αφήνω”. Επομένως: “αφήνω”, παρατατικός “άφ’να”, μέλλων “θ’ αφήκου”, αόριστος “άφ’κα”, προστακτική “αφ’κήτι μι” και “αφ’σήτι μι” (αφήστε με) “άφ’κι του” (άφησέ το) και “αφ’κήτι του” (αφήστε το) ή “αφ’κήτι” μας (αφήστε μας) αλλά και “αφ’σήτι” μας.
Όμως, άλλο το “απαφήνω”, που σημαίνει “αφήνει κάποιος εντολή να εκτελεσθεί μετά το θάνατό του” κ.λπ. –“κι’ αλάργα απ’ τι μάς”…
5. To ρήμα “πουδένουμι” σημαίνει “αγοράζω, βάζω παπούτσια –παπουτσώνομαι” και προέρχεται από τη λέξη “υπόδημα”.
6. To ρήμα “ορώ” στη Βορείως και Ανατολικώς του Χολομώντος περιοχή το λέμε “γλιέπου” αλλά και “χτάζου”, ανάλογα με το πού βρίσκεται το αντικείμενο και πολλές φορές ανάλογα με την ιδιαίτερη σημασία αυτού καθαυτό του ρήματος.
Λέμε π.χ.: «Άμα μι χ’τάξ’ στα γιράματα, θα σι γράψου του σπίτ’», ή «Τουν κοίταξι κι τς’ τα ’κανι όλα απάνου τ’ς» –της έγραψε όλη την περιουσία δηλαδή.
Λέμε: «Τι, ρε χτάιζ’ς;». Τουτέστιν, “γιατί με παρατηράς;”. Στην Επανομή αυτό το κάνουν μονοσύλλαβο και λένε: «Τι, ρα, χ’ταζ’ς;».
Οι χρόνοι του ρήματος “ορώ”, ήτοι “βλέπω”, συναντιούνται σε μας ως, “γλιέπου” και “χτάζου”, παρατατικός “έγλιπα” και “έχταζα”, αλλά και μεταγενέστερα “κοίταζα” –η εξέλιξη βλέπετε!– μέλλων θα “δγιώ” και θα (σι) “χτάξου” –μόνο με την έννοια του θα σε “γηροκομήσω”– ο αόριστος –κανονικός αυτός!– “είδα”, προστακτικές “δγιέ”, “δγείτι”.
Είναι στερεότυπη η παραίνεση από τις γριές προς τις ανύπαντρες: «Δγείτι να βρείτι κανέναν μι παράδις» ή «Δγιέτου, δγιέτου, κουτζιάμ παλ’καρούδ’ γίνκι!».
Όταν κάποιος βλέπει, αλλά το κάνει με ανοιχτό το στόμα, εκεί χρησιμοποιείται το ρήμα “χάσκω” με επιτιμητική σημασία κι ακούς να λένε: «Τι, ρε» ή «Τι, μαρή, χάσκ’ς; Α, τράβα σιαπέρα!».
Και μ’ αυτά τα ολίγα εδώ “τιλείουσάμι” και χαρά στην υπομονή σας, αλλά νομίζω ότι αδικούνται οι ιδιωματισμοί με το να γίνονται “ουρά” σε ένα κείμενο. Θεωρώ ότι τους αξίζει ένα ιδιαίτερο γραπτό, για να τους θυμηθούν όσοι τους ξέχασαν, να δικαιωθούν όσοι τους χρησιμοποιούν ακόμα στην ομιλία τους, αλλά και για να τους γνωρίσουν αν θέλουν οι νέοι, που δίκαια, όταν τους ακούν, τους θεωρούν “ξένη γλώσσα”.
Θα πρέπει, λοιπόν, oσονούπω –ωραία αρχαιοελληνικούρα, ε; – να αρχίσουμε την παρουσίαση των ιδιωματισμών και “γαία πυρί μειχθήτω”. Και ποιος ξέρει, ίσως καταδεχτεί να πάρει μέρος στη συζήτηση και κανένας φιλόλογος, για να μας βοηθήσει στα δύσκολα, οπότε το πράγμα σίγουρα θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Αλλά από τώρα θέτω το ερώτημα: Ποιο είναι σωστότερο –ηχητικά, τουλάχιστον– το “κοίταζα” ή το –κατ’ εμέ βαρβαρικό– “κοίταγα”; Να το πρώτο ερώτημα και, αν πούμε να διεισδύσουμε βαθύτερα στη γλώσσα και στην προέλευση και εξέλιξη των ιδιωματισμών της, σίγουρα θα χρειαστούμε τη βοήθεια των φιλολόγων και μάλιστα εκείνων της Κλασσικής, για να στηρίξουν τις απόψεις μας με τις… υποδείξεις τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου