Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Ι

Ί. (στιγμιαίο επίφών.) : η απόρριψη αυτών που ακούγονται ή γίνονται.
Ιίίί... (συρόμενο επιφών.) : ο θαυμασμός.
ιά (συνοδεύεται με κίνηση χεριών) : α. να τόσο, β. τόσο δα, γ. ορίστε (με αγένεια).
ιάτουσ-ά (επίρ.) : νά τος (Παπασιώπης).
ιγραίνουμι (ρ.) : α. ιδρώνω, β. δροσίζομαι, γ. βρέχομαι.
ίγκλα : (η) : α. λουρί του σαμαριού ή της σέλας των ζώων που περνά κάτω από την κοιλιά του αλόγου, β. δερμάτινο λουρί που περνούσε κάτω από την κοιλιά του ζώου για να κρατάει το σαμάρι, γ. Προέλευση: από το λατ. Cingula, πηγή : ΙΝΒΑ,
ίδγιασμα (του) : α. το πέρασμα του στημονιού στον ιστό του αργαλειού, β. Προέλευση : από το διάζομαι,
ιδώια (επίρ.) : α. σʼ αυτό το σημείο, β. εδώ πέρα.
ιδώθι (επίρ.) : α. πιο εδώ, β. προς τα εδώ, γ. από τότε ως τώρα (φράση : «απʼ του ʼ12 κʼ ιδώθι» = από το 1912 και μετά).
ιέτσιαϊά (επίρ.) : α. νά έτσι, β. μʼ αυτό τον τρόπο, γ. τοιουτοτρόπως.
ικείθι : (επίρ.) : α. πιο ʼκεί, β. προς τα ʼκεί.
ιλιάτσʼ (του) α. το εμπειρικό ή πρακτικό φαρμακευτικό παρασκεύασμα, β. (Παπασιώπης = γιατροσόφια, φάρμακα), γ. Δημητράκος από το ίλαος και ιλασθήσομαι = εξιλεώνω, καταπραΰνω, ε. (σημ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ).
ιλλινικούρις (οι) : εξεζητημένες λέξεις που ενώ αγνοούμε το νόημά τους τις εκστομίζουμε για να φανούμε σπουδαίοι και, συνήθως γινόμαστε καταγέλαστοι.
ιμάνʼ (του) : α. το φιλότιμο, β. το έλεος, γ. Φράση : «δεν έχʼ ιμάν αφτός!» = είναι σκληρόκαρδος.
ιμιράδʼ (του) : α. το εξημερωμένο ζώο, β. ξυλεία από φυτεία (συνήθως χωρίς ρόζους).
ιντιρέσου (του) : α. το κέρδος, β. το ενδιαφέρον, γ. το διάφορο, δ. Προέλευση : από το αγγλ. interesting, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ιξιτάζου (ρ.) : α. δίνω σημασία σε κάτι (οιωνό, σημάδι κτλ.), β. Φράση : «φλάξʼ αυτός τα ιξιτάζʼ αυτά!» = πρόσεχε, αυτός δίνει μεγάλη σημασία, τα ελέγχει.
ιπρουψές (επίρ.) α. προχθές το βράδυ, β. προψές (Παπασιώπης).
ιργαλεία : (τα) : α. τα σύνεργα του τεχνίτη, β. μετ. τα γεννητικά όργανα.
ιρίφς (επίθ.) : α. ο κακομοίρης, β. ο φουκαράς, γ. ο ανόητος, δ. ο ψεύτης, ε. ο κουτοπόνηρος, στ. Προέλευση : από το τουρκ. erif, πηγή : ΑΠΘ.
Ίσιουμα : (του) :α. ο επίπεδος χώρος, β. περιοχή του αγροκτήματος της Επανομής γ. η ισοπέδωση, δ. Φράση : «τα πήρις όλα ίσιουμα» = τα ισοπέδωσες όλα.
ίσκας : ικανοποίηση ,ευχαρίστηση
ίσκιους : α. η σκιά, β.  ίσκιουμα (του) = 1. το σκιερό μέρος, 2. το ανήλιο, 3. το φάντασμα, το στχειό*.
ισνάφʼ (του) : α. η συντεχνία, β. Προέλευση : από το τουρ. esnaf , πληθ. του sinif = συντεχνία, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, γ. (σημ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ : ίδε Δημητράτος : συνάφεια = άμεση σχέση, συνένωση, σύνδεση. (lias :Τα κάναμε όλα τούρκικα… σέρβικα, κουτσοβλάχικα…. Άντε μην πώ καμμιά βαρειά κουβέντα…. ).
ιτς : καθόλου ,τίποτα
ιχούμινους (επίθ.) : ο εύπορος.
ιψες : χθές το βράδυ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου