Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

τ

Τ


τ΄ : του(αρσενικό  άρθρο) ( ...αυτό του παιδαρέλ(ι) ίνι τ΄θανάσ(η)..)
τσ : της (θυλικό άρθρο) (...αυτό του σπίτ(ι) ίνι τσ΄Μαρίκας...)
τα (μόρ.) : το μόριο θα για τον μέλλοντα.
ταβάς και νταβάς (ου) : α. στρόγγυλο, βαθουλωτό είδος ταψιού με χερούλια (μικρότερο από το σνί*), β. Προέλευση : από το τουρκ. tava, πηγή : ΑΠΘ.
τάβλα : τραπεζομά;ντιλο
ταγάρʼ (του) : α. ο τορβάς, β. η ταΐστρα των ζώων (κρέμονταν από το λαιμό και όταν το ζώο τελείωνε το φαγητό του χρησίμευε και σαν μαθητική σάκα), γ. μέτρο χωρητικότητας δημητριακών ίσο με 10 οκάδες, δ. ταγαρουκέφαλους (επίθ.) = με μεγάλο και πλατύ κεφάλι, ε. Προέλευση: από το αρχ. ταγή = τροφή των ζώων, πηγή : ΑΠΘ.
ταγκίλα και τσαγκίλα (η) : α. η άσχημη μυρωδιά αλλοιωμένου λιπαρού τροφίμου (βουτύρου, τυροκομικών κτλ.), β. Προέλευση από το αρχαίο ταγγός, πηγή : ΑΠΘ.
τάζου : υπόσχομαι
ταή (η) : α. η βρώμη, β. η τροφή των ζώων, γ. Προέλευση από το αρχαίο ταγή = σιτηρέσιο, πηγή : Π.Λ.Μπ.
τακίμʼ (του) : α. το ταίρι, β. ομάδα εργαζομένων στην ίδια δουλειά και τις ίδιες ώρες, γ. τακιμιάζου (ρ.) = το ταίριασμα μίας «κολλητής» παρέας, δ. η συλλογή ίδιας κλάσης ή ομοειδών αντικειμένων, ε. Προέλευση : από το τουρκ. takim, πηγή : ΑΠΘ.
τακούμʼ (επίρ.) : α. με μέτρο, β. Φράση : «δεν έχʼ τακούμʼ» = δεν έχει μέτρο.
ταλαγάνʼ (του) : α. η χειμερινή κάπα των βοσκών, β. μετ. το αγύριστο κεφάλι.
ταμάμ (επίρ.) : α. ακριβώς, β. επάνω στην ώρα, γ. το τέλειο ταίριασμα, δ. Προέλευση : από το τουρκ. tam am, πηγή : ΑΠΘ.
ταμαχκιάρʼς (επίθ.) : α. ο άπληστος, β. ο ακόρεστος, γ. ο πλεονέκτης, δ. ταμάχʼ (του) = 1. η λαιμαργία, 2. η πλεονεξία, ε. Προέλευση : από το τουρκ. tamah, πηγή : ΑΠΘ.
ταμπάκου (του) : σκόνη από φύλλα καπνού που ρουφιέται από τη μύτη.
ταμπάκς (ου) : δες νταμπάκς*.
ταμπλάς και νταμπλάς (ου) : α. η απροσδόκητη στενοχώρια, β. τάσι της ζυγαριάς, γ. αποπληξία, το σοκ, δ. η λεπτή μονοκόμματη ξύλινη τάβλα (lias : έμπαινε διακοσμητικά πάνω σε άλλη τάβλα), ε. Προέλευση : από το τουρκ. damla, πηγή : ΑΠΘ.
ταμτούρʼ (του) : α. πήλινο σκεύος μαγειρικής, β. (Σιαμπανόπουλος : πήλινη κατσαρόλα).
ταμπούμτα : μπρούμητα
τανάσκλα : ανάσκελα
τανίζου (ρ.) : α. τεντώνω, β. μετ. υπερβάλω, γ. επεκτείνω σε μήκος, δ. ταντστάρʼ (του) = 1. το λάστιχο, 2. το λάστιχο της σφεντόνας, 3. το τεντωμένο σύρμα για το λανάρισμα του μαλλιού, ε. ταντστάρας (επίθ.) = 1. ο άνθρωπος που περιαυτολογεί, 2. ο φιγουρατζής, 3. ο επιδειξίας. στ.
τανίζουμι (ρ.) = σφίγγομαι για να αφοδεύσω, ζ. (Παπασιώπης : ταντστάρια (τα) = σφενδόνες με λαστιχένια λουριά, η. Προέλευση : από το αρχαίο τανύω = τεντώνω, πηγή : ΑΠΘ.
τανικούκουρδα : κάθισμα βαθύ
ταντέλα (η) : α. η δαντέλα, β. μετ. ο λεπτός στην κατασκευή, γ. Φράσεις : «άπλουσιν ιένα φύλλου! ταντέλα!» = έκανε εξαιρετικά λεπτοκαμωμένο φύλλο για την πίτα, «απόμνιν ταντέλα» = έμεινε άφραγκος, δ. μετ. έγινε φύλλο και φτερό, ε. (φράση Α.Ρ. : «…τουν έκαμαν ταντιέλα...»), στ.. Προέλευση : από το γαλλ. dentelle, πηγή : ΑΠΘ.
τάξιμου (του) : α. η υπόσχεση, β. η υπόσχεση προίκας, γ. το τάμα στα Θεία.
ταράζου (ρ.) : α. αναστατώνω, β. ταλαιπωρώ κάποιον, γ. εκνευρίζω, δ. αναστατώνω, ε. ταραγμός (ου) = 1. η αναστάτωση, 2. η σύγχυση.
ταρατόρʼ και τηρατόρʼ (του) : α. τζατζίκι αραιωμένο με νερό ή γάλα, δροσιστικότατο στις ζεστές καλοκαιρινές ημέρες. β. Προέλευση : από το τουρκ. tarator, πηγή : ΑΠΘ.
ταράτσα (επίρ.) : α. στη φράση «τνʼ έκαμα ταράτσα» = έφαγα πάρα πολύ, β. (ουσ.) η επίπεδος στέγη του σπιτιού, γ. ταρατσώνου (ρ.) = τρώω πολύ με ευχαρίστηση.
ταρταρίζου (ρ.) : α. καυχιέμαι, β. μιλώ πολύ λέγοντας ανοησίες, γ. Προέλευση : από το ελληνστ. ταρταρίνος = μωρός, πηγή : Δημητράκος.
ταρταρίτσα ; σχέδιο πάνω σε πασχαλινά βαμένα αυγά
τασάκʼ (του) : α. το σταχτοδοχείο, β. μετ. ο όρχις, γ. ( τουρκ. tasak).
ταχιά (επίρ.) : α. αύριο, β. Προέλευση από το ταχύς, πηγή : ΑΠΘ # από το ταχινή = πρωία, Δημητράκος. γ. (Μαλούτας : από το ταχινός = αυγινός).
ταψί (του) : α. μικρός και ρηχός, στρόγγυλος ή τετράγωνος αλουμινένιος ή λαμαρινένιος ταβάς, β. Προέλευση : από το τουρκ. tepsi, πηγή : ΑΠΘ.
τέλʼ (του) : α. η λεπτή χορδή (μαντολίνου, κιθάρας κτλ.), β. τέλια (τα) = 1. απαραίτητο στολίδι του πέπλου της νύφης με χρυσές ή ασημένιες κλωστές, 2. τα τηλεφωνήματα (φράση : «βάρισαν τα τέλια» = έγιναν τα απαραίτητα τηλεφωνήματα, γ. (Παπζήσης) : λεπτότατες μεταλλικές κλωστές. Απαραίτητο εξάρτημα του νυφικού πέπλου ήταν τα αργυρά ή τα χρυσά τέλια. Η φάση : [i]«πότι τα βάλʼ τα τέλια;»[/b] σήμαινε = πότε θα παντρευτεί. Για το γαμπρό η φράση ήταν : «πότι τα βάλʼ τα τσάκνα;» σήμαινε = πότε θα βάλει τον ακάνθινο στέφανο;
τέντα (επίρ.) : α. (επιρ.) : α. ξαπλωτά, β. (ουσ.) = η τέντα, γ. τέντουμα (του) = 1. η ξάπλα, 2. μετ. ή υπογραφή φαρδιά-πλατιά, δ. Φράση: «τνʼ τέντουσα απʼ απχάτ» = έβαλα την υπογραφή μου στο τέλος του εγγράφου, εγγυήθηκα.
τιτράδ(η) : τετάρτη
τζαβέτα (η) : α. είδος γυριστού καρφιού, β. το πιρτσίνʼ*.
τζάλιας (επίθ.) : α. ο ατημέλητος, β. ο αφρόντιστος.
τζαμπούνα (η) : α. η μεμβράνη, β. είδος λαϊκού οργάνου (πίπιζα, γκάιντα, ζουρνάς), γ. καλάμι από στάχυ με το οποίο τα παιδιά σφύριζαν, δ. τζαμπουνώ (ρ.) = παραπονιέμαι, ε. Προέλευση : από το ιταλ. zambogna, αλλά και το αρχαίο συμφωνία = όνομα μουσικού οργάνου, πηγή : ΑΠΘ.
τζαναμπέτς (επίθ.) : α. το στραβόξυλο, β. ο στρυφνός, γ. τζαναμπιτχιά (η) = 1 η στραβοξυλιά, 2. η αναποδιά.
τζάνιμʼ : α. ψυχούλα μου, β. καλέ μου, γ. αγαπητέ μου, δ. ( τουρκ. canem ).
τζάντζαλα – μάντζαλα (φρ.) : α. τα διάφορα άχρηστα μικροαντικείμενα χωρίς να προσδιορίζονται, β. (σημ. lias : τζάντζαλου = κουρέλι και μάντζαλου
τζαντζαρίζου[/b] (ρ.) : α. χρησιμοποιώ τη τζαντζάρα για να αφρατέψω, να ξανοίξω το μαλλί ή το βαμβάκι (του μαξιλαριού, του στρώματος, του παπλώματος κτλ.), β. (Μαλούτας : δεν έχω καθαρή φωνή όταν τραγουδώ, «τζαντζάρζμα» = απαντάται κυρίως στα έγχορδα όργανα), γ. τζαντζάρα = είναι τοξοειδής κατασκευή με την οποία αερίζουν και ανακατεύουν το μαλλί των παπλωμάτων, στρωμάτων κτλ. για τον επόμενο χειμώνα και οφείλει το όνομά του στο διαπεραστικό οξύ ήχο της χορδής του, δ. (lias : zanzara στην ιταλική γλώσσα σημαίνει κουνούπι).
τζαντ΄ρʼ (του)(ο τόνος στο ντ΄) : α. το αντίσκηνο, β. πρόχειρο κατάλυμα τσιγγάνων, γ. Προέλευση : από το τουρκ. cadir, πηγή : ΑΠΘ.
τζαχείλας (επίθ.) : α. άνθρωπος με μεγάλα ή πρησμένα χείλη, β. μπατζαχείλας (επίθ.) = άνθρωπος με μελανιασμένα χείλη.
τζιάμʼ (του) : α. το γυαλί, β. ο υαλοπίνακας του παράθυρου κτλ., γ. μετ. το καλογυαλισμένο αντικείμενο (ασημικό, χρυσαφικό, πορσελάνη κτλ.), (φράση : «τʼ άστραψι! τά κανι ουόλα τζιάμʼ!»), δ. το πολύ γλιστερό έδαφος (από πάγο, λάδια, λάσπη κτλ.), ε. η ευκρινής εικόνα ή ήχος (σε φωτογραφία, τηλεόραση, ραδιόφωνο κτλ.), στ. τζιάμνια (τα) = τα κυάλια, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. cam, πηγή : ΑΠΘ.
τζιαμούκ(ι) ; η κορυφή από το τρυφερό κρεμύδι
τζιάν τζιούν ; μοναξια ,ησυχία
τζιτζβές (ου) : α. το καφεμπρίκι β. ( τουρκ. telve, πηγή : ΑΠΘ ).
τζιαμί (του) : α. η καμινάδα του ασβεστοποιϊου, β. υπαίθριο παιδικό παιχνίδι, γ. το τζαμί, ο μιναρές, δ. Προέλευση : από το αραβ. cami, πηγή : ΑΠΘ., δ. (lias : γιατί να μην είναι συντόμευση του αρχαίου κάμινος;).
τζιαμλίκʼ (του) : α. η τζαμαρία, β. το πλαίσιο μαζί με το τζάμι της πόρτας ή του παράθυρου, γ. Προέλευση : από το τουρκ. camlik = χώρος κλεισμένος με τζάμι, η τζαμαρία, πηγή : ΑΠΘ.
τζιάμπα (επίρ.) : δωρεάν.
τζιάνκαρα (επιφών.) : α. ο ήχος γυαλικών που σπάζουν, β. δες παρόμοια γκράνγκαρα*, ντράνγκαρα* κτλ.
Τζιτζνέλ : μικρή γιαλιστερή μπίλια
τζουγκράνα (η) : α. γεωργικό εργαλείο με μακρύ ξύλο και πολλά δόντια για τον καθαρισμό του χωραφιού από τα ξερά φύλλα και χόρτα, αλλά και το σπάσιμο των σβώλων, β. Προέλευση : από το γρατζουνώ, πηγή : ΑΠΘ.
τζουγκρανίζου (ρ.) = 1. γρατζουνώ, 2. ξύνω το χωράφι με τη ζγκράνα*.
τζιανταρμάς (ου) : α. ο χωροφύλακας, β. Προέλευση : από το σύνθ. αγγλ. gent(leman)+arm(ed) = ένοπλος άνδρας, πηγή : Π.Λ.Μπ.
τζιαντές (ου) : α. ομαλός δρόμος για περπάτημα,
τσαντίλα (η) : α. αραιοπλεγμένο βαμβακερό πανί που χρησιμοποιείται στην τυροκομία για το στράγγισμα των τυριών, του γιαουρτιού (όταν θέλουμε να το κάνουμε στραγγιστό) κτλ., β. το τουλπάνι για τον καθαρισμό στην κατεργασία του γάλακτος, γ. Προέλευση : από το σλαβ. cedil, πηγή : ΑΠΘ.
τζιβρές (ου) : πολύ λεπτό, μεταξωτό, υφαντό ύφασμα.
τζιέργια (τα) : α. τα σπλάχνα (φράση : «καλώς του τζέρι μʼ» = προσφώνηση για αγαπημένο πρόσωπο), β. τζιέρʼ (του) = το συκώτι (Δημητράκος), γ. η συκωταριά των ζώων κυρίως, δ. Προέλευση : από το περσ. ciger, πηγή : ΑΠΘ.
τζιλιάς (ου) : το βερνίκι των παπουτσιών.
τζιμάνʼ (του) : α. ο ικανός άνθρωπος, β. αυτός που τα επιτυγχάνει όλα, γ. (lias : Προέλευση : κατά την εποχή της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ δημιουργήθηκε το F.B.I. Κάθε στέλεχος αυτής της υπηρεσίας ονομάζονταν G. man που ήταν σύντμηση του Government man = κυβερνητικός υπάλληλος).
τζίμπρα (η) : α. αντρικό μάλλινο παντελόνι που κουμπώνει από τον αστράγαλο ως το γόνατο, β. δες και ζίμπρα*.
τζίν' (του) = α. ικανότατος, β. αερικό, γ. προέλευση απο το αραβικό جني
τζιουβαϊρʼ (του) : α. το κόσμημα με πολύτιμους λίθους, β. (αράβ. cevahir, πηγή : ΑΠΘ).
τζιουμπανίκα (η) : α. η γκλίτσα του τσοπάνου, β. χοντρή βέργα, γ. (lias : άκουσα να τη λένε και τζιουμάκα από κατοίκους του Βοΐου), δ. Προέλευση : από το τζιουμπάνους.
τζιουμπάνους (ου) : α. ο βοσκός, β. μετ. ο άξεστος.
τζιουτζιές (ου) : α. ο μικρόσωμος, β. ο νάνος, γ. ο γελοίος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cuce = νάνος, πηγή : ΑΠΘ.
τζιουτζιουκλάρʼ (επίθ.) : α. το μικρό χαϊδεμένο παιδί, β. το μωρό, γ. τζιουτζιούκʼ (του) = προσφώνηση παιδιού, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cocuc, πηγή : ΑΠΘ.
τζιριμές (ου) : α. η αναπάντεχη ζημιά, β. μετ. ο άχρηστος, ο τιποτένιος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. cereme = πρόστιμο, πηγή : ΑΠΘ.
τζιριντζάντζουλα (η) : α. το κόλπο, β. (πληθ.) τα καμώματα, οι ελιγμοί, γ. Προέλευση : από το ιταλ. zirandola = παιδικός μύλος από χαρτί, η ανεμοδούρα, πηγή : ΑΠΘ.
τζιτζί (του) : α. το βυζί (μωρουδίστικα), β. μετ. το πολύ όμορφο πράγμα, γ. το εξαιρετικά περιποιημένο αντικείμενο, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cici = όμορφο, πηγή : ΑΠΘ.
τζιτζίνζμα : σφύριγμα ( ...τιζτζνίζ(ει) τα φτ'ι μ'. Σε υπερθετικό βαθμό ..τζιτζνουκουπάει ....
τζιτζούδα : μια σταλίτσα πράμα ( Δ'ωσι μι μια τζιτζούδα τυρί κι μένα ...)
τζίτζικας (ου) : α. το τζιτζίκι, β. μετ. ο άνθρωπος που μιλάει συνεχώς, γ. Φράση : «μούτους τζίτζικας» = ο άνθρωπος με κρυφά χαρίσματα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο τέττιξ, πηγή : ΑΠΘ.
τζιτζίλας (επίθ.) : α. αναξιοπαθών, β. συνών. : παρτάλας*, νισκούρας*, κουματιάις*, ζητλάρς*, τζιρτζέλας*, κτλ.
τζιτζιφρίγκους (ου) : α. ο ελαφρόμυαλος, β. ο τζιτζιφιόγκος.
τζίφρα (η) : α. η ακαταλαβίστικη υπογραφή, β. το γράψιμο με ακαταλαβίστικα γράμματα, γ. (σε αντιδιαστολή : τζίφρα – βούλα [=ευκρινής]), δ. Προέλευση : από το ιταλ. zifra<αράβ. sifr, πηγή : ΑΠΘ.
τζούρα (η) : α. η γουλιά, β. η ρουφηξιά του τσιγάρου, γ. μικρή δόση από κάτι.
τζούφχιους (επίθ.) : α. ο κούφιος, β. μετ. η πορδή που δεν ακούγεται αλλά μυρίζει, γ. Προέλευση : από το αρχαίο σομφός = πορώδης, πηγή : Π.Λ.Μπ.
τζούφους (ου) : α. η ρίζα του πράσου (το λευκό και τρυφερό μέρος), β. η καρδιά του καρμπολάχανου, γ. μετ. η αποτυχία, δ. Φράση : «απόμνις τζούφους» = έμεινες ξεκάρφωτος.
Τζουγκράνσμα : γδάρσιμο .Τζουγκρανίσκα : γδάρθηκα
τζουφώ (ρ.) : σβήνω.
τηγανότουρτα (η) : πρόχειρο είδος τηγανητής τυρόπιτας με ζύμη ψωμιού.
τηρώ (ρ.) : α. κοιτώ, β. διατηρώ, γ. προσέχω, επιτηρώ, δ. Φράση : «τήρα τʼ δλιά σʼ !» = κοίτα τη δουλειά σου και μην ανακατεύεσαι.
τίγκα (επίρ.) : α. φίσκα, β. τελείως γεμάτος, γ. κατάμεστος χώρος, δ. Προέλευση : από το ιταλ. tinga, πηγή : ΑΠΘ.
τιζιάκ(ι) : πάγγος καφενείου
τιλατίνʼ (του) : α. ψιλό, λεπτό και καλά επεξεργασμένο δέρμα μοσχαριού ή αλόγου για την κατασκευή παπουτσιών αλλά και για κάλυμμα μπαούλων, β. μετ. ο λεπτός, ο ψιλός, β. Προέλευση : από το ρώσ. (δεν μπορώ να γράψω τους χαρακτήρες), πηγή : ΑΠΘ.
τίλους : τάπα βαρελιού
τιρκλίκια : πλεκτά που φοριούνταν πάνω από τις κάλτσες
τλουπάν(ι) : άσπη μάντήλα γαι προστασία από τον ήλιο
τμαρέβου (ρ.) : α. περιποιούμαι το άλογο, β. καθαρίζω το άλογο με τον ξίστρου*.
τινικές και ντινικές (ου) : α. η λαμαρίνα, β. ο λευκοσίδηρος, γ. τετράγωνο λαμαρινένιο δοχείο, δ. τινικτζής (ου) = ο τενεκετζής , ε. Φράση : «ιιού ντινικέ αγάνουτι» = ο τενεκές που σκουριάζει αμέσως, λέγεται όμως για τον ανίκανο άνθρωπο.
τιντώνου (ρ.) : α. τεντώνω (το σχοινί, το σύρμα κτλ.), β. Φράση : «τέντουσα τʼ τζίφρα μʼ» = υπέγραψα φαρδιά πλατιά, γ. τιντώνουμι (ρ.) = 1. πέφτω για ύπνο, 2. ξαπλώνω, 3. ανακλαδίζομαι.
τιργιάζου (ρ.) : α. τακτοποιώ, β. συνδυάζω, γ. προσαρμόζω, δ. βολεύω, ε. τα κανονίζω, στ. τα συμφωνώ, ζ. τιργιάζουμι (ρ.) = 1. ζαλίζομαι από το κρασί, 2. μεθώ, η. Προέλευση : από το μσν. εταιριάζω = δίνω σύντροφο, πηγή : ΑΠΘ.
τιρζής (ου) : ο ράφτης.
τιριρέμ (του) : η μελωδική παράταση της ψαλμωδίας στη βυζαντινή μουσική.
τιρλίκια (τα) : α. κοντά πλεκτά καλτσάκια των παιδιών για να μη κρυώνουν τα πόδια (lias : ήταν πλεγμένα με χαρούμενα χρώματα, και χρησίμευαν αντί για παντόφλες. Παρόμοια ήταν τα καλτσιούνια*. Στα λεξικά αναφέρεται και τσόχινη έκδοση), β. Προέλευση : από το τουρκ. terlik, πηγή : ΑΠΘ.

τιρτίπʼ (του) : α. το τέχνασμα, β. το κόλπο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. tertip, πηγή : ΑΠΘ.

τιρτίρʼ (του) : η επίχρυση κλωστή κεντήματος.

τιρώ και τηρώ (ρ.) : α. βλέπω, β. παρατηρώ με προσοχή, γ. συντηρώ, κρατώ, δ. διατηρώ, ε. φυλάγω, στ. προσέχω, ζ. Φράσεις : «τιρώ τν Τιτράδʼ» = νηστεύω κάθε Τετάρτη, «τα τιρούμι τα παλιούκιρα» = συντηρούμε τα παλιά έθιμα, η. δες και τηρώ*.

τιτχιώνου (ρ.) : α. κάνω έρωτα, β. βλάπτω κάποιον, γ. γενικά κάνω κάτι εις βάρος κάποιου χωρίς να αναφέρω κάτι συγκεκριμένο, δ. τέτχιους; (επίθ.) = (τι είναι δηλαδή; τέτχιους [αοριστολογία – αμηχανία] που μπορεί να σημαίνει ακόμα και κίναιδος!).

τκάλʼ (του) : το εσωτερικό λούστρο (σμάλτωμα) των κεραμικών για να γεμίσουν οι πόροι ιδιαίτερα στα κιούνγκια* των βυρσοδεψών.

Τμαρεύου : κρύβω

τνάζου (ρ.) : α. τινάζω (τα κλινοσκεπάσματα, τα χαλιά κτλ. αλλά και την αμυγδαλιά, την καρυδιά κοκ), β. πίνω ένα ποτήρι ποτού μονοκοπανιάς, γ. Φράση : «τίναξιν νʼ καρά» = πέθανε, σκοτώθηκε, δ. Προέλευση από το αρχαίο τινάσσω, πηγή : ΑΠΘ., ε. τνάκας (επίθ.) = ο μπεκρής, ο πότης.
τόντσ(ι) : παιχνίδι με τραπουλα
τόπα (η) : α. δίχτυ παραγεμισμένο με κουρέλια που χρησιμοποιούνταν για το ποδόσφαιρο των μικρών. β. το τόπι.
του : το ( άρθρο)
τουκάς (ου) : η αγκράφα της ζώνης.

τουλούμʼ : α. ο ασκός, β. τουλουμίσιου (του) = τυρί που παρασκευάστηκε σε τουλούμι, γ. τουλουμνιάζου (ρ.) = δέρνω ανελέητα κάποιον, δ. Προέλευση : από το τουρκ. tulum, πηγή : ΑΠΘ.

τουλούμπα (η) : α. χειροκίνητη αντλία για την εξαγωγή υγρών (νερού, λαδιού, πετρελαίου κτλ.) από το βαρέλι, το πηγάδι κά. β. το σιροπιαστό γλυκό.

τουλουμτζίθκα και τουλουμπατζίθκα (τα) : μεγάλα μονοκόμματα δέρματος αλλά και χοντροκομμένα παπούτσια με στρογγυλεμένη μύτη και χοντρές πρόκες.
τούμπου : μπουρί σόμπας

τλούπις (οι) : α. μεγάλες νιφάδες χιονιού ή βαμβακιού, β. τούφα μαλλιών, γ. ποσότητα επεξεργασμένου μαλλιού για κλώσιμο, δ. Προέλευση : από το αρχαίο τολύπη = στιβάδα μαλλιού, πηγή : Δημητράκος & ΑΠΘ.

τλουπάνʼ (του) : α. αραιοπλεγμένο ύφασμα για το στράγγισμα υγρών, β. πρόχειρο γυναικείο μαντήλι της κεφαλής, γ. δες και τζαντίλα*, δ. (lias : η τζαντίλα είναι πιο μεγάλο πανί και το τουλπάνʼ πιο μικρό).

τούμπα (η) : α. σωρός αντικειμένων, β. η καμπούρα, γ. η στροφή στον αέρα, δ. ο λόφος, ε. τούμπαρς (επίθ.) : ο καμπούρης, στ. Προέλευση από το αρχ. τύμβος, πηγή Π.Λ.Μπ.

τουμπεκί (επίρ.) : α. ο ψιλοκομμένος καπνός, ειδικά επεξεργασμένος για το ναργιλέ, β. Φράση : «τουμπεκί ψιλουκουμένου» = κάτσε φρόνιμα.
τουτούν(ι) : φούσκωμα ,πρήξιμο
τουμπιρλιέκʼ και τιμπιρλέκʼ (του) : μικρό είδος τύμπανου που παίζεται με τα χέρια.
τουπάτσ(ι) :
τούρλα (η) : α. η ζαλάδα μετά από μεθύσι, β. η μυτερή κορυφή βουνού, γ. τουρλένου (ρ.) = 1. τρελαίνω, 2. ζαλίζω, δ. Προέλευση : από το ελνστ. τρούλλα (η) = η μικρή κουτάλα, πηγή : ΑΠΘ.// Δημητράκος, : τούρλα = αιχμηρά κορυφή, ε. (lias : γιατί όχι από το τρούλος;)

τουρτούρα (η) : α. το τρυγόνι, β. μετ. η χαζή γυναίκα, γ. το οπλοπολυβόλο, δ. τουρτούρζμα (του) = 1. το τρεμούλιασμα, 2. το ρίγος, ε. τουρτουρίζου (ρ.) : τρέμω από το κρύο.

τραΐ (του) : α. ο τράγος, β. ο επιβήτορας, γ. το κριάρι.

τρανός (επίθ.) : α. ο μεγάλος, β. το αφεντικό, γ. αυτός που έχει το γενικό πρόσταγμα στην οικογένεια (ο παππούς ή ο μπαμπάς), δ. τρανεύου (ρ.) = 1. μεγαλώνω, 2. αυξάνω, ε. τρανεύιτι (ειρων.) = μεγαλοπιάνεται (φράση : «τράνιψιν η δλιά τʼ» = δεν μας καταδέχεται γιατί μεγαλοπιάστηκε).
τράσκασι : σχίστηκε, άνοιξε
τράτους : διάστημα , περιθώριοτράτσαλους : ευκίνητος
τράφους : του σκαμένο αυλάκι που γινόταν κατα το σκάψιμο του αμπελιού με το δικέλι
τράχαλα και τρόχαλα (τα) : α. σωρός από πέτρες που κυλά, β. κατσάβραχα, γ. Προέλευση από το αρχ. τροχαλός = που τρέχει, στρογγυλός, πηγή : ΑΠΘ.
τραχί : σκληρό
τραχείλας (επίθ.) : α. άνθρωπος με πρησμένα χείλη, β. συνών. τζαχείλας*.
τράχουμα (του) : α. τα μετρητά που δίνονταν μαζί με την προίκα (νάχτʼ*), β. Προέλευση : από το μσν. τραχύ = ασημένιο νόμισμα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
τριβόλʼ (του) : α. ζιζάνιο των χωραφιών που έρπει, με όμορφα κίτρινα λουλούδια που γίνονται αγκαθωτοί καρποί, βοταν. τρίβολος, β. μετ. ο διάβολος (διάουλους, τρίβουλους κατά το δύο, τρία), γ. Προέλευση από το αρχαίο τρίβολος, πηγή : ΑΠΘ.
τριγιουρνώ (ρ.) : α. τριγυρίζω άσκοπα χαζεύοντας, β. στριφογυρίζω ή τυλίγω κλωστή, γ. τριουρστός (ου) = είδος δημοτικού χορού, δ. τριούρζμα (του) = 1. η περιφορά, 2. το τριγύρισμα, 3. η περιέλιξη.< από που να έρτου παπού΄A..τριγιουρ(ι)- τριγιουρ(ι)...>
τρικόπ(ι) : αυχένας , σβέρκος < ..να σι κόψου μια στου τρικόπ(ι) που θα έινι ουλ΄θκιάς...)
τριπουσάκς (ου) : α. ο δρυοκολάπτης, β. μετ. ο άνθρωπος που χώνει τη μύτη του παντού.
τριπώνου (ρ.) : α. βολεύομαι, β. ράβω πρόχειρα με αραιές βελονιές, γ. το κρύψιμο κάποιου αντικειμένου σε τρύπα, δ. τρίπουμα (του) = 1. η σπηλιά, 2. το καταφύγιο,
τριμντανς : αυτός που τρέμει (η τριμτσιακός) :
τριόλ(ι) : ο κύκλος
τριχουφάους (ου) : η τριχόπτωση.
τρουβάς : μαλινο υφαντό ταγάρι( τρουβαδέλας : κοροιδευτικά αυτος που είναι ατιμελιτος ,και του πεφτουν τα παντελόνια κτλ .τρουβαδιάζου : βάζω το φαγητό κρίως για το χωράφι μέσα στον τρουβά))
τσαγκαρτσούλʼ (του) : α. σουβλί, β. Προέλευση : από το : τσαγκάρης+σουβλί = τσαγκαροσούβλι.

τσαγκός (επίθ.) : α. ο δύστροπος, β. ο ασυμβίβαστος, γ. ο οξύθυμος, δ. ο ταγκός.

τσάκʼ (του) : χοντρό υφαντό σακί από γίδινο μαλλί.

τσάκνου (του) : α. το ξερόκλαδο, β. μετ. υπερβολικά αδύνατο μικρό παιδί, γ. σπασμένο μικρό κλαδί.

τσακουστάρʼ (του) : α. κλουβί για τη σύλληψη πτηνών, β. η παγίδα ωδικών πτηνών.

τσακστάρας (ου) : α. αυτός που κάνει πολλές φιγούρες στο χορό, β. μετ. ο επιδειξίας, γ. τσακστάρου (η) = σεξομανής γυναίκα (που το τσακίζει το πέος).
τσακώνου (ρ.) : α. πιάνω με το χέρι, β. κρατώ, γ. συλλαμβάνω κάποιον δ. τσακουστάρʼ = η παγίδα.
τσαλί (του) : α. το φρύγανο, β. το ξερόκλαδο, γ. τσαλίκια (τα) = τα στερεοποιημένα ξερόκλαδα, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cali, πηγή : ΑΠΘ.
τσαλίμʼ (του) : α. η δεξιοτεχνία των κινήσεων του χορευτή, β. η προσποίηση (φράση : «άσι τα τσαλίμνια κι φάει…»), γ. (Παπασιώπης : επιδεικτικές κινήσεις, ακκισμοί), δ. Προέλευση : από το τουρκ. calim, πηγή : ΑΠΘ.
τσαμαντάνʼ (του) : α. το γιλέκο, β. το προυσλούκ*, γ. δες Κουζιανιώτκα φουρισιά.
τσαμπουλόϊ : τα απομυνάρια από ένα παραγωγικό φυτό ( αμπέλι ,βαμβάκι κτλ)
τσαμπούρʼ (του) : α. το άγουρο σταφύλι, β. το παραστάφυλο, γ. το κοτσάνι του σταφυλιού όταν φαγωθούν οι ρώγες του.
τσαούισʼς (ου) : α. ο δυναμικός και πεισματάρης, β. ο θρασύς τύπος ανθρώπου, γ. αξιωματούχος του τούρκικου στρατού, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cavus, πηγή : ΑΠΘ.
Τσιαπατίκας : αυτός που σέρνει τα πόδια του
τσαπράζια (τα) : α. ασημένια η χρυσά κοσμήματα που τα φορούσαν οι άνδρες χιαστί στο στήθος, β. (lias : μου είπαν ότι και τις φυσιγγιοθήκες τις έλεγαν τσαπράζια, γιατί και αυτές τις φορούσαν χιαστί ).
τσατάλʼ (του) : α. η φούρκα – η διχαλωτή βέργα, β. μετ. η αυστηρή παρατήρηση, γ. ο ξυλοδαρμός, δ. Προέλευση : από το τουρκ. catal, πηγή : ΑΠΘ.
τσιατμάς (ου) : α. τρόπος αλωνίσματος με ζά στο αλόνι β.τοίχος με λεπτά σανίδια ή καλάμια που γεμίζονται ενδιάμεσα με λάσπη και κατόπιν σοβατίζονται, β. Προέλευση : από το τουρκ. catma, πηγή : ΑΠΘ.
τσέργα (η) : α. μάλλινο χοντρό κλινοσκέπασμα, β. βελέντζα.
τσέργασʼ και στέργασʼ (η) : α. η ανεργία, β. η στέρηση, γ. η ανέχεια.
τσικμιτζές (ου) : α. το ταμείο του εμπορευόμενου στην παλιά Κοζάνη, β. (σημ. lias : όλοι οι εμπορευόμενοι στην παλιά Επανομή (μπακάληδες, χασάπηδες κτλ.) φορούσαν ποδιά (μισάλα*) με τσέπη στο μέσον. Εκεί έριχναν τα κέρματα και από κεί έδιναν τα ρέστα), γ. Προέλευση : από τη φράση : «τα έχʼ μές στʼ τζέπ!».
τσιά : σπίθα
τσιάζου (ρ.) : α. εκτιμώ, β. υπολογίζω, γ. μετρώ, δ. Φράση : «έτσιαζι του φράγκου» = για τον οικονόμο.
τσιαγνίζου : τσιρίζω
τσιαΐρʼ (του) : α. ο βοσκότοπος, β. το ακαλλιέργητο χωράφι, γ. το λιβάδι.
τσιαϊρές (ου) : α. η φροντίδα, β. η επιμέλεια, γ. ο ιδιαίτερος προσωπικός τρόπος ενέργειας, δ. το κουμάντο, ε. ο τρόπος, στ. δες και ζαϊρές*.
τσακίρς : αλοίθωρος
Τσιάμια :τα πεύκα
τσιαλιστμένους και τσιαϊλτζμένους και τσιλιστιμένους (επίθ.) : α. ο δουλευτάρης, β. ο προκομμένος, γ. ο ευκατάστατος, δ. (Μαλούτας : από το τούρκικο τσιαλισμάκ calismak = εργάζομαι, δουλεύω (Μ)// προσπαθώ [ΧΧ.]).
τσιαμπάιζ (ου) : α. ο ζωέμπορος, ιδίως αλόγων, β. ο μεσίτης αλόγων (Τσότσος), γ. Προέλευση : από το τουρκ. cambaz, πηγή : ΑΠΘ.
τσιαμπασίργια (τα) : α. τα εμπορεύματα, β. τα υπάρχοντα.
τσιανάκʼ (του) : α. η γαβάθα, β. μετ. άνθρωπος με κακιά φήμη, γ. τσανακουγλίφτς (επίθ.) = 1. ο κόλακας, 2. ο γλείφτης, δ. Προέλευση : από το τουρκ. canak, πηγή : ΑΠΘ.
τσιάπου (η) : α. πονηρή γυναίκα, β. η πονηριά.
τσιαξίρ(ι) : μάλινο φαρδι παντελόνι
τσιαπαριά : τσίλιαρ(η) :λάσπη πολύ λεπτή ,βούρκος
τσιόκσ(ι) : γέρασε
τσιράπ (φρ.) : α. στη ζούλα, β. το ξάφρισμα, γ. το τσέπωμα, δ. (τσιάπου + τσιαράπʼ = πονηριά + τσέπη).

τσιράπʼ (του) : α. γλαστράκι, β. η εσωτερική τσέπη.

τσιαρές (ου) : γιατρικό, θεραπεία, καημός (Παπασιώπης).

τσιαρσί (του) : α. η κεντρική αγορά, β. το παζάρι, γ. ο χώρος της αγοράς, δ. η κεντρική πλατεία της πόλης, ε. Προέλευση : από το τουρκ. carsi = αγορά, πηγή : ΑΠΘ.

τσιασίτʼ (του) : α. το εξαιρετικό είδος, β. η μεγάλη ποικιλία ειδών, γ. καλή ποιότητα, δ. μετ. ιδιόμορφος άνθρωπος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. cesit, πηγή : Χ.Χ.

τσιατμάς : α. τοίχος με τούβλα από άχυρο και λάσπη στερεωμένα με ξύλα, β. δες και τσατμάς*, γ. Προέλευση : από το τουρκ. catma, πηγή : ΑΠΘ.

Τσιαφούρα : δερματοπάθεια ,ξηροδερμία

τσιβί (του) : α. ξύλινο καρφί, β. τσιβικώνου (ρ.) = κάνω έρωτα «από πίσω», γ. Προέλευση : από το τουρκ. civi, πηγή : ΑΠΘ.

τσιβρές (ου) : α. αραχνοΰφαντο ύφασμα πολυτελείας (συνήθως μεταξωτό) κεντημένο με μεταξωτή ή χρυσή κλωστή, β. μεταξωτό υφαντό ύφασμα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. cerve = περιφέρεια, πηγή : ΑΠΘ.

τσιγάρζμα (του) : α. καβούρδισμα λαχανικών ή κρέατος, β. το ρόδισμα, γ. τσιγαρίζουμι (ρ.) = 1. υποφέρω, 2. βασανίζομαι για πολύ χρόνο, δ. Προέλευση : από το βεν. cigar = τσιρίζω, σκληρίζω, πηγή : ΑΠΘ.

τσιγαρίδα (η) : α. το τραγανό υπόλειμμα του χοιρινού λίπους μετά την αφαίρεση της λίγδας*, β. μετ. άνθρωπος πολύ λεπτός.

τσιγκινές (ου) : α ο τσιγκούνης, β. ο γύφτος.

τσιγκλώ και τσιγκλίζου (ρ.) : α. πειράζω, β. ενοχλώ, γ. κεντρίζω, δ. χτυπώ με μυτερό αντικείμενο, ε. εκνευρίζω, στ. Προέλευση : από το τσιγγέλι, πηγή : ΑΠΘ.

τσιγκιλάκʼ (του) : α. σιδερένιο βελονάκι με γαμψή μύτη για το πλέξιμο δαντέλας, β. τσιγκιλουτό (του) = το εργόχειρο που έγινε με το τσιγκιλάκ*.

τσιγκρίκʼ (του) : χειροκίνητος τροχός για το τύλιγμα του νήματος στα μασούρια.
τσίλιαρ΄: ξιλή λάσπη ,βούρκος

Τσιλικώνω : κάνω έρωτα τσιλίκουμα : γενετήσια πράξη

τσίρλα (οι) = τα νερουλά αποπατήματα, ε. Προέλευση : από το αρχαίο τιλώ, πηγή :
Π.Λ.Μπ.
Τσιπτιά : τσιμπημα

τσιμπρίτσα (η) : α. το αρωματικό φυτό «θύμος ο έρπυλος», β. χαϊδευτική προσφώνηση μικρού κοριτσιού, γ. (Παπασιώπης : το θυμάρι).

τσινί (του) : α. είδος μεταλλικού ρηχού πιάτου (τσίγκινου ή χάλκινου), β. τσινιά (τα) = παιδικό παιχνίδι με κομμάτια σπασμένης πορσελάνης (Προέλευση : από το Κίνα = China, (Παπασιώπης).

τσινώ (ρ.) : α. αγριεύω και κλωτσώ, β. δυστροπώ, γ. τσιγκλώ*, δ. τσινάρς (επίθ.) = άνθρωπος που πειράζεται ή εκνευρίζεται εύκολα.

τσίντζιρας (ου) : α. το τζιτζίκι, β. Φράση : «μούτους τσίντζιρας» = άνθρωπος που μπορεί να μη μιλάει αλλά ξέρει πολλά, ο μουλωχτός.

τσιντζιφχιά (η) : α. είδος άγριου θάμνου (η αγριοτριανταφυλλιά) με στυφούς καρπούς που είναι κόκκινοι, στυφοί και μοιάζουν με μικρή ελιά, β. Προέλευση : από το αρχαίο ζίζυφον, πηγή : ΑΠΘ.

τσίντσιλι – μίντζιλι (εκφρ.) : α. ποικιλία ειδών (π.χ. μπαχαρικών, μυρωδικών κτλ.) για την παρασκευή του καθημερινού φαγητού, β. τα διάφορα μικροπράγματα.

τσιόκους (ου) : α. ξύλινο είδος σφυριού για το χτύπημα της πόρτας του σπιτιού για να πούνε τα παιδιά τα κάλαντα, β. (Παπασιώπης: ρόπτρο, ξύλινο τσιουκάνι με το οποίο χτυπούσαν οι καλαντάρηδες τις πόρτες. Συνήθως τους χρωμάτιζαν με τα χρώματα της σημαίας, μπλε και μαύρο), γ. (Προέλευση : από το τσόκι [Μαλούτας]).

Τσιόκσα : γέρασα ( Πάει αυτός ντιπ τσιόκσι)

τσιόνα (η) : α. ο σπίνος (το πτηνό), β. (Χ.Χ. : 1. πουλί που προαναγγέλλει τη χιονόπτωση, 2. το σπουργίτι), γ. μετ. το πέος (φράση : «μαλλί ʼπου τσιόνα»), δ. μετ. το χαϊδεμένο κοριτσάκι (lias : μανάρι = το αγοράκι, τσιόνα = το κοριτσάκι).
τσιουκάνʼ (του) : α. μικρό σφυρί., β. (Προέλευση : από το αλβ. cokan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252), γ. (Δημητράκος : τσουκάνι = 1. σφύρα, 2. ρόπτρον, 3. ηχηρώς ηχών κώδων προβάτων, 4. τυκάνη ), δ. Προέλευση : από το αρχ. τυκάνη, πηγή Π.Λ.Μπ.

Τσιουμάκ(ι) ; κομμάτι ξύλου ( Τσιλικ τσιουμακ(ι) =είδος πεχνιδιού )

τσιούλʼ (του) : α. φτηνό υφαντό κιλίμι από παλιά ή φθαρμένα υφάσματα, β. τσούλα (η) = η ανήθικη γυναίκα, γ. τσιόλʼ (του) = ο τιποτένιος άνθρωπος, δ. τσιουλιέινιου (επίθ.) = φτιαγμένο από τσιούλʼ (φράση (Α.Ρ.) = «…έφκιαναν τρουβάδγια, τʼσάκια τσιουλιέινα…», ε. (τουρκ. cul, πηγή : ΑΠΘ), στ. συνών. σαρπόζʼ*.

Τσουλτάρς : ρακέντητος

τσιμπλα (η) : α. η τσίμπλα του ματιού, β. το μικρό μάτι στη βάση της κληματσίδας που πρέπει να καταστραφεί κατά το κλάδεμα.
τσιμτώ : ξεμιτώ
τσιόκους ; καρούμπαλο
τσουκαρούδ(ι) : μικρό ύξωμα ,λόφίσκος ( στην Επανομή πάνω από το οικισμό υπάρχει ένα μικρό λοφάκι ,εκεί είναι τα νεκροταφεία ,τελικά κατέλιξε να λέγεται περιπεκτικά ,οταν ένας είναι έτοιμος για να "αποδειμήσει εις κύριον "< ...α αυτός ινι έτοιμος για του τσουκαρούδ(ι)>
τσιπούν : τρίχινη χοντρή κάπα
τσιούνγκτς (επιφ.) : α. προσταγή του αναβάτη σε υποζύγιο (άλογο, μουλάρι κτλ.) να σταματήσει (lias : η διαταγή συνοδευόταν με παράλληλο τράβηγμα των χαλιναριών), β. λέγεται και στον φλύαρο ώστε να σταματήσει να μιλάει, γ. Προέλευση : από το τσιούγκου*.

τσιουρβάς (ου) : α. η σούπα, β. το νερουλό φαγητό, γ. μετ. η ανακατωσούρα, δ. Προέλευση : από το τουρκ. corba, πηγή : ΑΠΘ.

τσιουρμπατζής (ου) : α. έμπορος, β. πραματευτής, γ. προύχοντας, δ. (τουρκ. corbaci, πηγή : Χ.Χ.).

τσιούτσιανους (επίθ.) : α. μικροκαμωμένος, β. τσιούτσιανου (επίθ.) = το μικρό παιδί, γ. τσιουτσιουκλάρʼ (του) = το παιδάκι, δ. Προέλευση : από το αρχ. τυτθός = μικρός, νέος, πηγή : Π.Λ.Μπ.

τσιουτσιούλα : ύψωμα εδάφους η και διαφόπων πραγμάτων

τσίπα (η) : α. η ντροπή, β. το φιλότιμο, γ. το πέπλο του νυφικού της νύφης αλλά και της χήρας, δ. η πέτσα του γιαουρτιού, ε. (σλαβ. tzipa, πηγή : ΑΠΘ).

Τσιράπ: δοχείο για να πίνουν νερό οι κότες

τσιρίζʼ (του) : α. κόλλα από άμυλο που χρησιμοποιούσαν οι τσαγκάρηδες, β. (τουρκ. ciris, πηγή : ΑΠΘ).
τσιρνουπούλι : μικρό κλωσόπουλο

Τσίρλους : διάροια .τσιρλιάρς : ο φοβιτσιάρης ,ο αδύναμος
τσιρίδα : ψιλή διαπεραστική φωνή

τσίρκουλου (του) : α. ο περιοδεύον θίασος, β. το τσίρκο, γ. (ιταλ. circo, πηγή : ΑΠΘ), δ. (lias : γιατί όχι από το κύκλος;).

τσίρλα (η) : α. η ευκοιλιότητα, β. το νερουλό αποπάτημα, γ. δες και τσι(ού)λταρους*.

τσιρόνʼ (του) : α. είδος μικρού λιμνίσιου ψαριού για τηγάνισμα, (είδος τσίρου), β. λιαστό μικρό ψάρι της λίμνης.

τσιρτσιβές (ου) : α. το κούφωμα της πόρτας ή του παράθυρου, (Τσότσος).

τσίτʼ (του) : α. φτηνό χρωματιστό βαμβακερό ύφασμα, β. (τουρκ. cit, πηγή : ΑΠΘ).

τσίτα (η) : α. διχαλωτό ξύλο (για το στήριγμα των κληματσίδων), β. επιρ. τεντωμένα.

τσιτούρʼ (του) : α. το μεγάλο και πλατύ κεφάλι, β. στρόγγυλο δοχείο κρασιού, γ. σουπιέρα, δ. τσιτούρας (επίθ.) = ο κεφάλας, ε. Προέλευση : από το αρχ. κοτύλη, πηγή : Π.Λ.Μπ.

τσιτσί (του) : α. το κρέας, β. ο μαστός, γ. Προέλευση : από το αρχαίο τιτθός, πηγή : ΑΠΘ.
τσιτώνου (ρ.) : α. τεντώνω καλά ένα ύφασμα προκειμένου να το κεντήσω στο ειδικό τελάρο, β. (Παπασιώπης : τυλώνω, τεντώνω, παραγεμίζω).

τσίφτης (επίθ.) : α. ο άψογος, β. ο τέλειος (σε συμπεριφορά, εμφάνιση, τρόπους κτλ.).

τσιφτσής (ου) : α. ο γεωργός, β. ο ζευγάς, γ. (Προέλευση : από το τουρκ. ciftsi, πηγή : Χ.Χ.).

τσκάλʼ (του) : α. στρόγγυλη πήλινη χύτρα (lias : όπως η στάμνα αλλά με φαρδύ στόμιο και καπάκι – εκεί μαγειρευόταν η φασολάδα αλλά και τα γιαπράκια), β. τσκαλάς (ου) = ο τσουκαλάς, γ. (λατιν. zucca = κολοκύθα, πηγή : ΑΠΘ.).

τσμά – τσμί (βρισιά) : της μάνας σου το μ**νί.
τσούζου (ρ.) : α. πίνω δυνατά οινοπνευματώδη, β. Φράση : «σι τζούζʼ;» = 1. σε ενοχλεί, 2. σε πειράζει, γ. τσούχτρα (η) = 1. η γυναίκα που κατηγορεί τους άλλους, 2. η μέδουσα, (lias : δεν θα πρέπει να είναι σωστό γιατί οι Κοζιανιώτες δεν γνώριζαν την θάλασσα παλαιότερα).


τσυράπʼ (του) : πλεκτή, χοντρή, μάλλινη κάλτσα.

τσύριγμα (του) : α. η δυνατή και συριστική κραυγή, β. τσυρίζου (ρ.) = βγάζω δυνατές και διαπεραστικές φωνές, γ. δες και σούριγμα*.

τσυτσυλιάνους (ου) : α. ο κορυδαλλός, β. τσουρτσουλώνουμι (ρ.) = 1. κομπάζω, 2. σκαρφαλώνω στην κορυφή.

τσουτσέκʼ (του) : α. ο ασήμαντος άνθρωπος (μικρός σε ηλικία), β. ο άβγαλτος νεαρός, γ. (τουρκ. cicek, = «λουλούδι», πηγή : ΑΠΘ.).

τύλους (ου) : α. ξύλινη τάπα βαρελιού, β. Προέλευση : από το αρχαίο τύλος, πηγή : Δημητράκος.

τυχαντζής (ου) : (Ν.Α.) : ο πλανόδιος στα πανηγύρια με περιστέρια που έλεγαν την τύχη.

τφάνʼ (του) : α. δυνατός αέρας, β. ανεμοθύελλα, γ. η καταιγίδα, δ. ο τυφώνας, ε. Προέλευση από το αρχ. τυφών, πηγή : Π.Λ.Μπ.

τʼφαρίκʼ (του) : α. εξαιρετικό πράγμα, β. εκλεκτό είδος, γ. (τουρκ. tefarik, πηγή : ΑΠΘ).

τφέκʼ (του) : α. το τουφέκι, β. ο αργόστροφος άνθρωπος, γ. Φράση : «ξέρς τι τφέκʼ είνι αυτός;» = λέγεται για άνθρωπο που δεν μπορείς να καταλάβεις τις αντιδράσεις του.
κάποιον, δ. απουσώνου (ρ.) = αποτελειώνω.

Υ

Δεν υπάρχει λέξη που να αρχίζει με Ύψιλον στα Επανομίτικα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου