Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Ρ

ρα και αρά (μόριο) : α. αγενής προσφώνηση σε άνδρα, β. προσφώνηση ανδρών από άνδρες ή αντρογύναικες.
ρακί (του) : α. αλκοολούχο ποτό μετά την επεξεργασία των υπολειμμάτων του σταφυλιού, β. Προέλευση: από το αρχ. [u]ράκος[/b] = φθαρμένο, λιωμένο αντικείμενο, πηγή : Δημητράκος, γ. (από το αραβ. arak, πηγή : ΑΠΘ.//Ντίνας : Προέλευση : από το τουρκ. raki, Redhouse 1968:947). Άιντι πάλι να μην πω τίποτα…
ρακόσταμνα (η) : α. μεγάλη γυάλινη στάμνα, περιεκτικότητας 25-35 οκάδων, για την αποθήκευση του τσίπουρου, β. ρακοκάζανου (του) = ο αποστακτήρας, γ. ρακουπότηρου (του) = μικρό ποτηράκι (περιεκτικότητας 20-30 ml) για το σερβίρισμα της ρακής.
ράμα (του) : α. η κλωστή ραψίματος, β. το νήμα, γ. ραματχιάζου (ρ.) = περνώ σε νήμα ή σε σύρμα πολλά ομοειδή αντικείμενα (σύκα, καπνόφυλλα κτλ.), δ. ραματχιά (η) = η αρμάθα, ε. Προέλευση : από το αρχαίο ορμαθός, πηγή : Δημητράκος.
ράμμα (του) : το νήμα της στάθμης.
ραντζές (ου) : α. πρόχειρο φαγητό, κάτι σαν λαπάς, β. (lias : πηχτή σούπα που γινόταν με τα λειωμένα περισσεύματα του φαγητού της προηγουμένης αφού προσέθεταν λίγο τραχανά, καλαμποκάλευρο ή στην καλύτερη περίπτωση ρύζι).
ράντους (επίθ.) : α. ο ελαφρόμυαλος, β. ο χαζός, γ. Φράση : «πάντιους, ράντους» = .... .
ραχάτʼ (του) : α. η ανάπαυση, β. η απραξία, γ. το χουζούρι, δ. η ευχαρίστηση, ε. ραχατέβου (ρ.) = δεν κάνω τίποτε και το ευχαριστιέμαι χουζουρεύοντας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. rahat = ευκολία, πηγή : ΑΠΘ.
ρέβου (ρ.) : α. καταρρέω, β. εξαντλούμαι, γ. κουράζομαι υπερβολικά, δ. Προέλευση : από το αρχαίο ρέω = χύνομαι, λιώνω, πηγή : ΑΠΘ. (...καθί μέρα ρεύου...)
ρένουμι : κοπροσκυλιάζω,χαζεύω
ρέχα (η) : α. η αύρα, β. το δροσερό αεράκι, γ. μετ. το φλέγμα, η ροχάλα, δ. Προέλευση από το αρχ.
ριγάλου : δώρο ,φιλοδώρημα
ριζές (ου) : α. ο μεντεσές, β. Προέλευση : από το τουρκ. reze, πηγή : ΑΠΘ.
ριμπαρεύου : ανακατεύω ,ψάχνω
ριντές (ου) : α. ο τρίφτης της κουζίνας (για τυρί, κρεμμύδι κτλ.), β. Προέλευση : από το τουρκ. rede, πηγή : ΑΠΘ., γ. Προέλευση : από το ρίπτω>ριπτές, πηγή Π.Λ.Μπ.
ρίξμου (του) : α. το πέταγμα πέτρας, β. ο χοροπηδητός χορός,, γ. μετ. η απαξίωση, η εγκατάλειψη.
ριτσέλʼ (του) : α. τα ζαχαρόπηκτα κομμάτια φρούτων που προσφέρονται στους επισκέπτες, β. γλυκό του κουταλιού με πετιμέζι (lias : μικρά κομμάτια φλούδας καρπουζιού, κολοκυθιού κτλ. βρασμένα με πετιμέζι αντί για ζάχαρη), τάλεγαν κι αυτά ριτσέλια ), δ. Προέλευση : από το τουρκ. recel = γλυκό κουταλιού, πηγή : ΑΠΘ.
ριτσέτα (η) : α. η συστατική επιστολή, β. συνταγογράφηση ( φαγητού, φαρμάκου, κλπ. ) ή και οδηγία χρήσεως, γ. Προέλευση : από το ιταλ. receta, πηγή : ΑΠΘ.
ριφινές (ου) : α. εξ ίσου συμμετοχή σε κοινό γλέντι ή φαγοπότι, β. Προέλευση : από το τουρκ. refene, < πέρσ. herifane, πηγή : ΑΠΘ.
ριχτίμʼ (του) : α. το ξυλοφόρτωμα, β. το ανηλεές δάρσιμο, γ. Προέλευση : από το ρίπτω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ρόγα (η) : α. η αμοιβή σε είδος (του τζιομπάνου, του κολίγου κτλ.), β. σπυρί σταφυλιού, γ. η θηλή του μαστού, δ. η πιπίλα του μωρού.
ρόγαλους : αράχνη
ροϊρόδιδου :
ρόκα (η) : α. ο καρπός της καλαμποκιάς, β. το ραβδί που τοποθετούν το μαλλί για το γνέσιμο με το χέρι.
ρόπουτους (ου) : α. ο υπόκωφος και συνεχής θόρυβος, β. ρουπουτώ (ρ.) = θορυβώ χτυπώντας κάτι, γ. Προέλευση : από το βουλ. ropot, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255, δ. Προέλευση : από το αρχαίο ρόπτρον, πηγή : ΑΠΘ.
ρούγα (η) : α. το σοκάκι, β. μικρό άνοιγμα στο σοκάκι για το χωρατά* της γειτονιάς, γ. το μονοπάτι, δ. Προέλευση : από το ιταλ. ruga, πηγή : ΑΠΘ.
ρουγκάλτζμα (του) : α. το ρέψιμο, β. ρουγκαλίζου (ρ.) = ρεύομαι, γ. Προέλευση : από το ελνστ. [u]ρογχός[/b] = βαθιά ανάσα, πηγή : ΑΠΘ.
ρουγουβουζ(ι) : μπιμπερό
ρουδάνʼ (του) : α. ο μικρός τροχός που παίρνοντας κίνηση από τον μεγαλύτερο της ανέμης τυλίγει το νήμα στο αδράχτι, β. μετ. η γλώσσα που λέει πολλά, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ροδάνη, πηγή : ΑΠΘ.
ρουζιάζου (ρ.) : βγάζω κάλους (στα δάχτυλα του χεριού ή του ποδιού).
ρουμάνʼ (του) : η χαράδρα που είναι κατάφυτη με οξιές ή βελανιδιές.
ρουμπιές (ου) : το ρουμπίνι.
ρούσους (επίθ) : α. ο έχων κοκκινωπό τρίχωμα, β. το κόκκινο άλογο, γ. ο Ρώσικος, δ.
ρουφθένιου (του) : α. εφτάζυμο ψωμί παρασκευασμένο με ρεβίθια . Προέλευση : από το αρχαίο [u]ερέβινθος[/b] = ρεβύθι, πηγή : Π.Λ.Μπ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου