Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Ν

νέισσα (ρ.) : α. αόριστος από το νοώ (Ζ.Κ.), β. έχω το νου μου, γ. κατάλαβα, δ. δεν πειράζει.
νημαδούρα : α. το νήμα της στάθμης, β. η ανέμη.
νησ΄κός (επίθ.) = ο νηστικός, ε. νησκουσίνʼ (η) = 1. η πείνα, 2. η ένδεια.
νημόσιου ; μνημόσυνο
νίβουμι (ρ.) : α. πλένω τα χέρια ή το πρόσωπο, β. Προέλευση : από το αρχαίο νίζω, πηγή : ΑΠΘ.
νιγουλιάζου : αναγουλιάζω
νικατώνου :ανακατώνω
νιμόρια (τα) : α. τα μνημεία, β. οι τάφοι, γ. Προέλευση από το βυζντ. μνημόριον.
νιμπιλμπί (τα) : τα στραγάλια.
νιουνιό (του) : α. το μυαλό, β. η λογική πράξη. νιρό : 1νερό 2 κατούριμα
νιρουμπλιάρκους (επίθ.) = 1. ο νερόβραστος, 2. ο άνοστος, 3. ο άνθρωπος που πίνει πολύ νερό, δ. (lias : υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις με πρώτο συνθετικό το νερό : π.χ. : νιρουκρόμδου, νιρουκουλουκύθα, νιρουφίδα κτλ.).
νιρόπιασμα (του) : α. η ιδρωπεκίασις, β. υβρ. σε άνθρωπο (φράση : «ιιού νιρόπιασμα» = τιποτένιε).
νιρουζύγʼ (του) : διαφανής σωλήνας με νερό που χρησιμοποιείται για το αλφάδιασμα.
νιρουφαϊά (η) : το αυλάκι που σχηματίστηκε από το πέρασμα του νερού της βροχής.
νισαντήρʼ (του) : α. το χλωριούχο αμμώνιο, (Παπασιώπης), β. υγρό που βάζουν οι τενεκετζήδες για να πιάσει το καλάι και να κολλήσει η λαμαρίνα, γ. η στύψη, δ. (Χ.Χ. φάρμακο για τις αμυγδαλές), ε. (περσ. nisadir ).
νισάφʼ (επιφ.) : α. έλεος, β. αμάν φτάνει πια, γ. Προέλευση : από το αραβ. nisaf = μετριοπάθεια, πηγή : ΑΠΘ.
νισκιλώνου : συμμαζεύω
νιστιμός (ου) : η περίοδος της Νηστείας.
νιτριχάδα : ανατρυχίλα
νοικουκυρίσια (τα) : τα πρόστυχα τραγούδια της Αποκριάς.
νουάου και νουώ (ρ.) : α. κατανοώ, β. έχω γνώμη, γ. αντιλαμβάνομαι.
νούλα (επίθ.) : α. άχρηστος, β. μηδενικό, (lias : στα σέρβικα νούλα σημαίνει μηδέν).
νουμάδις (οι) : α. πλατιές επίπεδες μικρές πέτρες, οι αμάδες, β. νουμάς (ου) = 1. η μεγάλη μπίλια που τοποθετούνταν στην αρχή της σειράς όταν παιζόταν παιχνίδι με βώλους, 2. κότσι γεμισμένο με μολύβι για το αντίστοιχο παιχνίδι.
Νισκιρνώ : τακτοποιώ τα πράγματα στο σπίτι
νουντάς και ουντάς (ου) : α. το δωμάτιο, β. Προέλευση : από το αρχαίο ον >όντας> όντα, πηγή : ΑΠΘ., γ. Προέλευση : από το τούρκ. oda,
νουρά : ουρά
νουστμάδα (η) : α. η νοστιμιά, β. μετ. η κρυολουσία, γ. μετ. το κρύο ανέκδοτο, δ. νουστμέβουμι (ρ.) = έχω έντονη επιθυμία για κάτι, (κορίτσι για να ερωτευτώ, κουστούμι για να φορέσω, φαγητό κτλ.).
νότσμα (του) : α. το δρόσισμα, β. το ράντισμα (π.χ. ρούχων, σεντονιών κτλ.), γ. το βρέξιμο, δ. το κατάβρεγμα, ε. Προέλευση : από το Νότος, πηγή : Π.Λ.Μπ.
νταβάνʼ (του) : α. η χοντρή μύγα που τσιμπάει τα ζώα, β. η αλογόμυγα, γ. το έντομο οίστρος (Δημητράκος) δ. Προέλευση : από το λατιν. tabanus, πηγή : ΑΠΘ.
νταβάνʼ (του) : α. το ταβάνι, β. νταβανιάζου (ρ.) = επενδύω με ξύλα το ταβάνι, γ. νταβανιάζουμι = θυμώνω, δ. Φράση : "αρχίντσιν να νταβανιάζιτι ου ουρανός» = συννεφιάζει, ε. Προέλευση : από το τουρκ. tavan, πηγή : ΑΠΘ.
νταβάς (ου) : α. ο ταβάς*, β. Προέλευση : από το βυζ. ταβλίς = τάβλα (επίπεδο στρόγγυλο ξύλο), πηγή : Π.Λ.Μπ.
νταβατζής (ου) : α. ο προστάτης ιεροδούλων, β. Προέλευση : από το τουρκ. tavaci, πηγή : ΑΠΘ.
νταβαντούρʼ (του) : α. η αναστάτωση, β. η μεγάλη φασαρία.
νταβραντζμένους (επίθ.) : α. ο εύπορος, β. ο δυνατός, γ. ο υγιέστατος, δ. ο στιβαρός, ε. (Μαλούτας : ο ανακτών τις δυνάμεις του), στ. Προέλευση : από το τουρκ. davran = είμαι δραστήριος, πηγή : ΑΠΘ.
νταγκιάρ'ς : συχασιάρης
ντάβανος : έντομο
ντάγκαρα (επιφ.) α. ο ήχος χάλκινων που πέφτουν καταγής, β. συνών. τζιάνγκαρα, ντράνγκαρα, γκράνγκαρα κτλ.
νταϊάκʼ (του) : α. το υποστήριγμα, β. το μπαστούνι ή το κοντάρι για στήριγμα, γ. το κεντρικό υποστήριγμα της στέγης, δ. η σφήνα για την σταθεροποίηση αντικειμένου, ε. νταϊκώνουμι (ρ.) = 1. στυλώνομαι, 2. στηρίζομαι, στ. νταϊάκουμα (του) : η στήριξη σε σταθερό σημείο.
ντάιμα (επίρ.) : πάντοτε.
νταϊάντα (επιθ. προσδιορ.) : α. κάνε κόντρα, β. βάλε αντίσταση, γ. κάνε υπομονή, δ. νταϊαντώ (ρ.) = 1. υποστηρίζω, 2. υπομένω, ε. νταϊάλτζμα = το κουράγιο, στ. Προέλευση : από το τουρκ. dayand, πηγή : ΑΠΘ.
νταϊλιάκʼ (του) : το πουλαράκι.
ντάιμα (επίρ.) : α. τακτικά, β. πολύ συχνά, γ. πάντοτε.
νταϊντώ (ρ.) : α. αντέχω, υπομένω β. αντιστέκομαι, γ. υποστηρίζω, δ. δες νταϊάντα*.
νταϊρές (ου) : το ντέφι.
ντάλα (η) :. το καταμεσήμερο με πολύ ζέστη, δ. Προέλευση : από το κτσβλ.. dala, πηγή ΙΝΒΑ, σελ. 252.
νταλακιάζου (ρ.) : α. φουσκώνω από υπερβολική κατανάλωση νερού, β. νταλάκας (ου) = το σημείο όπου αναβρύζει νερό, γ. (σημ. lias : στη Ζάμπουρντα, όποιος έπινε νερό από τη βρύση που την έλεγαν νταλάκα «φούσκωνε» αμέσως ).
ντάμʼ ( του ) : α. το άχρηστο, β. το ερειπωμένο κτίσμα, γ. Προέλευση : από το βυζ. δόμος, πηγή : Τσότσος.
νταμάρʼ (του) :. η στενά δεμένη οικογένεια, γ. η φάρα, το σόι, δ. μετ. το σπάνιο είδος = «όι νταμάρʼ!», ε. (σημ. lias ημ. : όπως στο λατομείο συμβαίνει όλες οι πέτρες να είναι σχεδόν ίδιες [σιδερόπετρες, ασβεστόπετρες κτλ.] έτσι και στην οικογένεια όλοι έχουν σχεδόν κοινά χαρακτηριστικά : εμφάνισης, ήθους, χαρακτήρα κτλ. και είναι υπερβολικά δύσκολο να τους χωρίσεις γιατί υποστηρίζονται), στ. Φράση : «ισί ίσι απʼ άλλου νταμάρʼ» = είσαι το όνειδος της οικογένειας αλλά και « είσαι το κάτι άλλο » , ζ. Προέλευση : από το τουρκ. damar = φλέβα πετρώματος, πηγή : ΑΠΘ., η. (lias : γιατί όχι από το αρχ. δάμαρις).
νταμάσʼ (του) : ύφασμα προερχόμενο από τη Δαμασκό τη Συρίας.
ντάμκια (η) : α. το αποτύπωμα, β. η ουλή στο ανθρώπινο σώμα, γ. το σημάδι, δ. ο ρυπαρός λεκές στο ρούχο που δεν εξαλείφεται, ε. ηθικό στίγμα, στ. η κηλίδα, ζ. ντάμκαβους (επίθ.) = ο στικτός άνθρωπος ή αντικείμενο.
ντάμπαρα (επιρ.) : α. ορθάνοιχτα, β. διάπλατα.
νταμπής (ου) : α. ο καφετζής, β. νταμπάχανου (του) = 1. το καφενείο, 2. το ταβερνάκι.
νταμπλάς (ου) : α. δίσκος κεράσματος, β. η αποπληξία, γ. Φράση : «όι, νταμπλάς μʼ ίρθιν!» = μου συνέβη κάτι αναπάντεχο.
ντανιά (η) : α. η στοίβα, β. η περιουσία (lias : γιατί ο πλούσιος είχε στοίβα τις λίρες), γ. η στήλη, δ. ντανιασμένους (επίθ.) ο οικονομημένος.
ντανιές (ου) : α. ο προύχοντας, β. μετ. ο φιγουρατζής, ο επιδειξίας.
νταούλ(ι0 ; τύμπανο
ντάρα (η) : α. ο ενοχλητικός, ο ανεπιθύμητος άνθρωπος, β. μετ. ο ανήθικος (το απόβρασμα της κοινωνίας), γ. τα κατακάθια, δ. το απόβαρο, η τάρα ενός αντικειμένου, ε. Προέλευση : από το ιταλ. tara, πηγή : ΑΠΘ.
νταραβέρʼ (του) : α. η δοσοληψία, β. η συναλλαγή, γ. Προέλευση : από το ιταλ. dare+avere = το δώσει – το έχειν (το δούναι - λαβείν!), πηγή : ΑΠΘ.
νταρντάνα (η) : α. η ακαλαίσθητα σωματώδης και ευτραφής γυναίκα, β. το βαρύ νόμισμα (συνήθως μεγάλης αξίας), γ. Προέλευση : από το ιταλ. tartana, πηγή : ΑΠΘ.
νταρντάρζμα (του) : α. ο συνεχής ασταμάτητος ενοχλητικός θόρυβος, β. το μουρμουρητό, γ. το παράπονο, η γκρίνια, δ. νταρντάρου (επίθ.) = όποιος μιλάει ακατάπαυστα (ιδίως για γυναίκα), ε. : (Μαλούτας : νταρνταρίζου = μιλάω συνεχώς και δυνατά χωρίς σταματημό), ε. δες και ντάρ*.
νταρτμάς (ου) : α. γυναικείο μαντήλι της κεφαλής, β. (lias : οι γυναίκες τύλιγαν τα μαλλιά και με τη γωνιακή άκρη του σκέπαζαν τις κοτσίδες).
ντγαν(ι) : τυγάνι (....μια μονοσύλλαβη  λέξη από τ ...)
ντραγκόθκα : (ρ.) : α. πιάστηκα στη μέση μου, β. δράγκουμα = 1. το πιάσιμο, 2. η ψύξη, γ. Φράση : «κνούσιν αράδα του αλφάδʼ κι του σφυρί κι έκαμιν σουλάτσου μη δραγκουθεί η μέση τʼ», πηγή : Α. Ρ.
ντουβάρʼ (του) : α. ο πέτρινος τοίχος, β. μετ. ο ισχυρογνώμων, γ. Προέλευση : από το αρχ. στιβαρός = γερός, πηγή : Π.Λ.Μπ., δ. (τουρκ. duvar, πηγή : ΑΠΘ).
ντέισα (ρ.) : α. έμπλεξα, β. βρήκα το μπελά μου, γ. Φράση : «να μη ντέισς» = μη μπλέξεις), δ. ντέσιμου (του) = 1. ο κακός μπελάς, 2. το άσχημο μπλέξιμο σε κάποια υπόθεση, 3. το κακό συναπάντεμα.
ντέτζιαρς :τέντζερης
ντεμέκʼ (επίρ.) : α. δήθεν, β. τάχα, (φράση : «ντεμέκʼ μαγκιά»), γ. (Μαλούτας από το τουρκ. demek = δηλαδή, λοιπόν, ώστε. Στα Κοζ. η ερώτησις ήτο: «ντεμέκʼι τα παέντς σνʼ αγορά;»).
ντεμιρτζής (ου) : α. ο σιδηρουργός, β. Προέλευση : από το μαντέμι, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ντερμπεντέρς (επίθ.) : α. ο ανοιχτόκαρδος, β. ο λεβέντης, γ. Προέλευση : από το τουρκ. derbeder = αλήτης, πηγή : ΑΠΘ.).
ντέρτʼ (του) : α. ο καημός, β. η λαχτάρα, γ. η στενοχώρια, δ. Προέλευση : από το περσ. dert, πηγή : ΑΠΘ.
ντέρτζαρς : Ο τένζερης
ντεργιαντές : αλήτης ,επιπόλαιος
\ντιγκιντάγκας (ου) : α. ο θηλυπρεπής, β. Προέλευση : από τον ήχο ντίγκ – ντόνγκ, επειδή κουνιέται σαν το γλωσσίδι της καμπάνας για να προκαλεί, πηγή : ΑΠΘ.
ντιλής και ντελής : α. ο παράφρων, β. ο ορμητικός.
ντινταρίκια (τα) : α. καλλυντικά, β. (Νιάνια : σύνολο υλικών για κατασκευή καλλυντικής κρέμας ).
ντιντμάρκα :τα δίδυμα
ντιουλμές (επίθ.) : α. ο άχρηστος, β. ο ανεπρόκοπος, γ. ο ακαμάτης, δ. (lias : άκουσα την λέξη ντιουλμέ αποκαλώντας κάποιον ευμετάβλητο στις απόψεις : σήμερα ΝΔ αύριο ΠαΣοΚ, σήμερα ΠΑΟ, αύριο ΟΣΦΠ, μεθαύριο ΠΑΟΚ και πάει λέγοντας), ε. (Επί του πιεστηρίου : Τσότσος = ο μουσουλμάνος εβραϊκής καταγωγής).
ντούζκους : κανονικά ,συνεχόμενα
ντιζγκίνια : χαλινάρια
ντιουντιός (ου) : α. ο Θόδωρος, β. μετ. ο βλάκας, γ. ο χαζός, δ. ο αφελής.
ντιρλικώνου : τρ'ωω λαίμαργα
ντίπʼ (επίρ.) : α. καθόλου, β. διόλου.
ντιτμάρκους (επίθ.) α. ο δίδυμος, β. ο ολόιδιος, γ ο σωσίας.
ντζιαφέτʼ (του) : α. το γλέντι, β. το συμπόσιο, γ. η μεγάλη χαρά.
ντιρέκʼ (του) : α. μακρύ και χοντρό καδρόνι που κρατάει το κέντρο της σκεπής, β. ο στυλοβάτης, γ. μετ. ο ψηλός και λεπτός άνδρας, δ. Προέλευση : από το τουρκ. direk =κολώνα, κατάρτι, πηγή : ΑΠΘ.
ντιρλίκʼ (του) : α. η βουλιμία, β. ντιρλικώνου (ρ.) = 1. τρώγω μετά βουλιμίας, 2. (Παπασιώπης : τρώω κατά κόρον), γ. ντιρλίκας (επίθ.) = ο φαγάς.
ντιρμάν(ι) : σωτηρία
ντιλουγιούμι : αντιλαμβάνωμαι
ντιρντιμέγκας (επίθ.) : α. άνθρωπος με πάντα λυπημένη εμφάνιση, β. ο αγέλαστος, γ. ο σκυθρωπός.
ντόμπρους (επίθ.) : α. ο ευθύς, β. ο ειλικρινής, γ. ο απροσποίητος, δ. Προέλευση : από το σλαβ. dobor & dobro = πηγή : ΑΠΘ.
ντόνης (ου) : α. ο Αντώνης, β. μακρύ σίδερο για την ασφάλιση των γκλαβανών* ή της πόρτας από μέσα, γ. (ίσως από το επίθετο του σιδερά Ντώνα, πηγή : Χ.Χ.).
ντού (του) : α. προσπάθεια προς επιτυχία, β. εμπρός !!!, γ. συνώνυμο του «Αέρα», δ. Φράση : «άντι να κάμουμι ιένα ντού να σώνουμι...», ε. διώχνω, αποπέμπω κάποιον (φράση : «ντού! ου λύκους!»), στ. ακόμα, σε φράση, σημαίνει διάφορα : εισβάλω, αρπάζω, ακόμα και κλέβω, (φράση : «ιέκαμαν ντού τα καρακόλια» = έκανε έφοδο η αστυνομία).
ντουαλέτα (η) : τουαλέτα (το φόρεμα).
ντούμπα : ύψωμα ,σωρός
ντουμουζλούκ(ι0 : ράτσα
ντουβυρλίγκας (ου) : α. η θολούρα, β. η ζάλη, γ. έπεσε ο ουρανός και με πλάκωσε στο κεφάλι, δ. το εγκεφαλικό επεισόδιο, ε. Φράση : «όταν τʼ άκσα, μʼ ίρθιν ντουβουρλίγκας» = όταν άκουσα κάτι αναπάντεχο κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό.
ντουγραματζής (ου) : ο ξυλογλύπτης.
ντουγρού (επίρ.) : α. στα ίσια, β. κατʼ ευθείαν, γ. Προέλευση : από το τουρκ. dogru, πηγή : ΑΠΘ.
ντγάνʼ (επίθ.) : α. ο ξεροκέφαλος, β. ο ανεπίδεκτος μαθήσεως, γ. Προέλευση : από το τουρκ. dogan = γεράκι, πηγή : ΑΠΘ.
ντουζένια (τα) : α. τα μεγάλα κέφια, β. οι εξάψεις, γ. οι δυνάμεις, δ. (Χ.Χ.= ο καλλωπισμός), ε. Φράση : «είμι στα ντουζένια μʼ» = είμαι ανεβασμένος, στ. τουρκ. duzen = αρμονία, πηγή : ΑΠΘ, ζ. (lias = ίσως και από το ντουτζένʼ*= ατσάλι, πηγή : Π.Λ.Μπ.).
ντουζινιάζου (ρ.) α. καλλωπίζω, μακιγιάρω, β. στολίζω.
ντουλαμάς (ου) : το ανδρικό πανωφόρι.
ντουλάπʼ (του) : α. εντοιχισμένο είδος επίπλου με πόρτα για την τοποθέτηση διαφόρων αντικειμένων, β. ο μπουφές, γ. το καβουρντιστήρι του καφέ, δ. σύνεργο για την παρασκευή ποπ κόρν από καλαμποκόσπορο, ε. Προέλευση : από το τουρκ. dolap, πηγή : ΑΠΘ.
ντουμάνʼ (του) : α. ο πολύς καπνός στην ατμόσφαιρα κάποιου χώρου ή στην ατμόσφαιρα, β. ντουμανιάζου = βάζω δυνατή φωτιά στη σόμπα ή το τζάκι.
ντουμπέκʼ (του) : α. πέτρινο γουδί για την κονιορτοποίηση διάφορων καρπών (καφέ, ρεβιθιού, σιταριού κτλ.), γ. ντουμπέκια (τα) = η καταρρακτώδης βροχή, (φράση : «ρίχνʼ τουμπέκια» = ρίχνει δυνατή βροχή [προφανώς από τη σφοδρότητα του χτυπήματος στο γουδί]) δ. ντουμπεκί και τουμπεκί = ο ψιλοκομμένος καπνός για τον ναργιλέ.
ντουνιάς (ου) : α. ο κόσμος, β. Προέλευση : από το αραβ. dunya, πηγή : ΑΠΘ.
ντουρής (του) : α. το κόκκινο άλογο, β. (σημ. lias : στολίζονταν για το γάμο), γ. Φράση : «τουν ιέχου στουν ντουρή καβάλα!» = τον περιποιούμαι εξαιρετικά.
ντουρλάπ (του) : α. το δυνατό ανεμοβρόχι, β. η χιονοθύελλα, γ. η καταιγίδα, δ. ο ανεμοστρόβιλος, ε. Προέλευση : από το ελνστ. υδρολαίλαψ<αρχ. ύδωρ+λαίλαψ, πηγή : ΑΠΘ, Δημητράτος : δρολάπι).
ντούρλιας (επίθ.) : α. κουτός, β. βλάκας, γ. ηλίθιος, δ. (Μαλούτας : βλάκας, ηλίθιος, ελαφρόμυαλος, από το ΚΒ. tuilu = παράφρων, τρελός).
ντούρους : α. δυνατός, σκληρός, β. ευθύς, γ. άτομο αμερόληπτο και με ευθικρισία.
ντουσμές : …;….. ( Προέλευση : από το τουρ. duceme, ).
ντράβαλα (τα) : α. οι μπελάδες, β. τα τραβήγματα, γ. οι φασαρίες, δ. Προέλευση : από το ιταλ. travaglia = κουραστική δουλειά, πηγή : ΑΠΘ.
νρκασκαλώνουμι (ρ.) : α αναρριχώμαι χρησιμοποιώντας τα χέρια και τα πόδια μου, β. σκαρφαλώνω, γ. ντρασκάλουμα (του) = η αναρρίχηση, δ. Προέλευση : από το ελνστ. σκαλώνω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
ντραγάτς (ου) : α. ο αγροφύλακας, β. ειρων. ο άχρηστος, γ. Προέλευση : από το ελνστ. δραγάτης, πηγή : ΑΠΘ//Δημητράκος).
ντραγατσίκα (η) : το σακούλι από δέρμα όπου τοποθετούνταν το φαΐ του βοσκού για να μη βρέχεται.
ντράγκαρα (επιφ.) : ο ήχος μεταλλικών αντικειμένων που χτυπιούνται ή πέφτουν.
ντράγκωμα :πιάσιμο
ντραγουμ΄νους : αγρ΄φ΄ύλακας
ντραμιτζάνα (η) : α. μεγάλο γυάλινο μπουκάλι, χωρητικότητας πέντε (5) οκάδων για την μέτρηση ή μεταφορά κρασιών, (συνήθως «πλεγμένο» με ξερό χορτάρι για να μη σπάει), β. δες και παπαμανόλτς*, γ. Προέλευση : από το ιταλ. damigiana<γαλλ. dame-Jeanne = κυρία Ιωάννα (περιπαιχτικά), πηγή : ΑΠΘ.
ντραόρια (τα) : α. τα άγρια βουνά, β. τα ξεροβούνια, γ. τα κατσάβραχα.
ντρασκάλουμα : αναρύχηση
ντρασκλώ :πηδώ ,δρασκελίζω
νυχτέρʼ (του) : η βραδινή, χειμωνιάτικη συνάθροιση γυναικών για διασκέδαση και συγχρόνως ετοιμασία της προίκας κτλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου