Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Α


Aαα..... : (άφωνο), κατανόηση.
Άαααα!!!…. : α. σαρκασμός, ειρωνεία, β. θαυμασμός.
Α-ά (αά) : α. μάλιστα, β. ναι.
Α : (στιγμιαίο), α. ορίστε ; , β. έ ;.
Ά : λύση απορίας.
A ; : ερώτηση.
Α… . : συγκατάβαση. Άι ρα = άντε, τι είναι αυτά που λες, δεν τα πιστεύω, Άου = επιφώνημα εκπλήξεως και ντροπής. Γενικά όλα τα φωνήεντα αποκτούν διαφορετικό νόημα ανάλογα με τον τρόπο που εκφέρονται, αλλά και τις κινήσεις των χεριών που τον συνοδεύουν.
αβάντα (η) : α. η δόλια υποστήριξη, β. η μίζα, (σε περιπτώσεις πλειστηριασμού υπάρχει κάποιος που «πετάγεται» πρώτος και πλειοδοτεί παρασύροντας το θύμα να πλειοδοτήσει περισσότερα και παίρνει, στο τέλος, μίζα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «παπά» (εδώ παπάς, εκεί παπάς πού είναι ο παπάς; Τότε κάποιος «μιλημένος» ποντάρει και κερδίζει πάντοτε ώστε να ξεγελαστούν και οι άλλοι περίεργοι), γ. Προέλευση : από το ιταλ. avanta = καυχιέμαι, πηγή : ΑΠΘ.
αβάντσου (του) : α. η παραχώρηση πλεονεκτήματος στον αντίπαλο από τον, θεωρητικά, ισχυρότερο, β. μπροστάντζα, προκαταβολή, γ. Προέλευση : από τα ο ιταλ. avanzo, πηγή : ΑΠΘ .
άβαρτους : (επίθ.) α. ο αχτύπητος, β. μετ. ο καλοπερασάκιας, γ. Προέλευση : από το αρχ. α+βαρώ, πηγή : ΑΠΘ.
αβάσταγους και αβάσταχτους (επίθ.) : α. ο ασυγκράτητος, β. ο ανυπόμονος, γ. ο ανυπόφορος, δ. ο ασήκωτος, ε. μεταφ. = ο νταής.
αβγάτσμα (τʼ) : α. αύξηση, β. μεγάλωμα, γ. αβγατένου (ρ.) = 1. μεγαλώνω, 2, αυξάνω, 3. πληθαίνω, δ. Προέλευση : από το αρχ. εγβατός, πηγή : ΑΠΘ.
αβγιούμι : αφηγούμαι
αβέρτα (επίρ.) : α. ανοιχτά, β. απεριόριστα, γ. χουβαρντάδικα, δ. απλόχερα, ε. Φράσεις : «ξουδέβʼ αβέρτα» (σε τρίτο πρόσωπο) = είναι σπάταλος, «Όι, αβέρτα λόια…» = μίλα μου στα ίσια, ανοιχτά, στ. συνων. ντάμπαρα λόια, ντόμπρα, ζ. Προέλευση : από το βενετ. averto = ορθάνοιχτος, πηγή : ΑΠΘ .
αβλόϊρας (ου) : α. αυλή που περιβάλλει το κτίριο του σπιτιού (αλλά και της εκκλησίας, του σχολείου κτλ.), β. η περιφραγμένη με τοίχο αυλή του σπιτιού, γ. ο περίβολος του κτίσματος, δ. Προέλευση : από το αυλή+γύρος.
αβτζής (ου) : α. κυνηγός, β. καλός σκοπευτής, γ. (τουρκ. avci, πηγή : ΑΠΘ).
αγάλ' (επίρ.) : α. σιγά – σιγά, β. μαλακά, γ. ήρεμα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. αγάλιν, πηγή : ΑΠΘ.
αγαλαντζής (ου) : ο γανωτής.
αγάμτους (επίθ.) : ( υποτιμητική έως υβριστική λέξη ) : α. ο παρθένος -α, β. ο ανέραστος -η, γ. αυτός που τον χτύπησε η αγαμία στο κεφάλι.
αγαπητʼκός (ου) : α. ο εραστής, β. ο ερωμένος, γ. ο νταβατζής. αγαπητ'κιά = η ερωμένη.
αγαρινός (ου) : α. ο άπιστος β. αυτός που δεν τηρεί τα ήθη και έθιμα γ. ο Μωαμεθανός και ειδικότερα ο Τούρκος, δ. Προέλευση : από το Άγαρ. (Σημ. lias : ήταν η παλλακίδα του Αβραάμ που ο γιος της Ισμαήλ θεωρείται γενάρχης των Αράβων).
αγάς (ου) : α. Τούρκος αξιωματούχος (στρατιωτικός ή διοικητικός), β. (Χ.Χ. Τούρκος της περιοχής που ανήκε στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού), γ. μετ. ο χάχας,
αγιάντς (ου) : α. φυτό που μοιάζει με την καντηλίνα (φασκόμηλο) και ανθίζει στα τέλη Ιουνίου, β. (lias) : το φυτό salvia sclarea.
αγγιό και αγγειό (τʼ) : α. δοχείο, χάλκινο οικιακό σκεύος για τη μεταφορά, βράσιμο ή μαγείρεμα υγρών (όχι φαγητού ή ποτού), β. το καθίκι των μικρών, γ. υβρ. παλιοτόμαρο, αισχρός άνθρωπος, δ. πληθ.
αγγιλουκρούουμι (ρ.) : α. ψυχορραγώ, β. έχω παραισθήσεις (το παραλήρημα των ετοιμοθάνατων), γ είμαι ετοιμοθάνατος
αγγόνʼ (τʼ) : α. το εγγόνι, β. αγγουνή = η εγγονή, γ. Προέλευση : από το αρχαίο έγγονος, πηγή : ΑΠΘ.
αγγουνάρʼ (του) : μεγάλη παραλληλεπίπεδη πέτρα για τη στήριξη των εξωτερικών πέτρινων γωνιών των εξωτερικών τοίχων του σπιτιού.
αγιάζʼ (τ΄) : α. πρωινή ή βραδινή υγρασία με διαπεραστικό κρύο, β. η πάχνη, γ. Προέλευση : από το τουρκ. ayaz, πηγή : ΑΠΘ.
αγίασμα (τʼ) : α. το νερό που αγίασε ο παπάς β. το νερό πηγής κοντά σε εκκλησία, μοναστήρι κτλ. γ. μετ. το εκλεκτό ποτό και ιδίως το τσίπουρο.
αγιάρʼ (τʼ) : α. το υπόδειγμα με το οποίο διαπιστώνει η αγορανομία αν η ζυγαριά ζυγίζει επακριβώς, β. η υποδιαίρεση μίας κλίμακας μέτρησης (χάρακα, μέτρου κτλ.), γ. η χαραγή του μέτρου ή του κανόνα του κανταριού, δ. η σύγκριση, ε. Φράση : «είνι στ΄αγιάρ» = είναι σωστά ζυγισμένο, στ. (τουρκ. ayar), ζ. (lias : παλαιότερα συνηθίζονταν οι έλεγχοι των ζυγαριών των καταστημάτων από την Αστυνομία. Ο κ. Υπάλληλος, που ήταν αρμόδιος, είχε υποδείγματα μέτρου, κιλού κλπ. και με αυτά έλεγχε τις ζυγαριές και, εφ΄ όσον ζύγιζαν εντάξει τις σημάδευε με μία μολυβένια σφραγίδα. Τα υποδείγματα τα ονόμαζε αγιάργια ).
αγιαστούρα (η) : α. μάτσο βασιλικού μαζί με το Σταυρό με το οποίο ευλογεί, ραντίζοντας με τον αγιασμό στο κεφάλι ο παπάς, το εκκλησίασμα, β. μετ. σταυροειδές ξύλο για ξυλοκόπημα.
αγκαλιά (η) : α. η αγκαλιά β. η ποσότητα που μπορούν να κρατήσουν τα δύο χέρια, γ. Φράση : «μια αγκαλιά τσάκνα», δ. Προέλευση : από το αρχαίο αγκάλη, πηγή : ΑΠΘ.
αγκάλιασμα (τ΄) : α. το σφίξιμο κάποιου με τα δύο χέρια, β. το άγριο μάλωμα, γ. Φράση : «πέ ου ένας, πέ ου άλλους στουν πάτου αγκαλιάσκαν» = μάλωσαν άσχημα.
αγκιλώνου (ρ.) : α. γαντζώνω, β. τσιμπώ, γ. συνών. : γραπατσώνου, θλικώνου, αδράχνου, κτλ. δ. Προέλευση : από το αρχαίο αγκυλώ = λυγίζω, γωνιάζω, πηγή : ΑΠΘ.
αγκαίους (τʼ) : α. το αποχωρητήριο, β. το καμπινέ (Παπασιώπης), γ. συνών. ου χαλές, ου απόπατους, του μέρους, ου απουτέτχιους.

αγκόνας (ου) : α. ο αγκώνας του χεριού β. Προέλευση : από το αρχ. αγκών, πηγή : ΑΠΘ.
αγκόρτσου (του) : α. το άγριο μπολιασμένο αχλάδι, β. (Παπασιώπης = αγριάχλαδο), γ. Προέλευση : από το βουλγ. gornica, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255.
αγκοουρτσιά : το δένδρο που βγάζει τα αγκόρτσα
αγκουνή (η) : α. η γωνία, β. το σημείο ένωσης δύο τοίχων, γ. Προέλευση : από το ελνστ. αγκωνή, πηγή : Δημητράκος.
αγκούσα (η) : α. δύσπνοια, β. αγκομαχητό, γ. αγωνία, δ. το άγχος, ε. η στενάχωρη διάθεση, στ. η δυσφορία, ζ. η μεγάλη ζέστη – καύσωνας. η. Προέλευση : από το ιταλ. angossa, πηγή : ΑΠΘ, θ. (lias : γιατί όχι από το άγχος ; )
αγλέουρας (ου) : α. αυτός που τρώει όσα και ότι βρει μπροστά του, β. Προέλευση : από το αρχαίο ελλέβορος, πηγή : ΑΠΘ.
αγλίφου : γλύφω
αγνάντιμα (τʼ) : α. παρατήρηση της θέας από ψηλά, β. το παρατηρητήριο, γ. Προέλευση : από το έναντι, πηγή : ΑΠΘ.
αγριάδα (η) : α. τα παράσιτα των χωραφιών, β. οι χοντροκομμένοι τρόποι κάποιου, γ. η επιδείνωση του καιρού, δ. η αγριότητα της έκφρασης κάποιου, ε. χωρικός και ιδιαίτερα ο ορεσίβιος, στ. ο τραχύς, ζ. Προέλευση : από το μσν. αγριάδα<άγριος, πηγή : ΑΠΘ. αγρατσούντστους (επίθ.) : α. αυτός που δεν προσπάθησε, β. αυτός που δεν μόχθησε, γ. ο αχαΐρευτος, δ. Φράση : [/i]«ίιι, αυτήν έχ' τουν απλάτʼς αγρατσούντστου»[/i] = είναι ανοικοκύρευτη, ε. Προέλευση : από το ήχο «γράτσ-γράτς», πηγή : ΑΠΘ. άγριμα (τʼ) : α. νευρίασμα, β. αγρέβου (ρ) = 1. ξύνω και κάνω μία επιφάνεια τραχεία, 2. νευριάζω - είμαι έτοιμος για μάλωμα, γ. επιδείνωση μια κατάστασης, δ. αγρίεμα, ε. Φράση : «άγριψι ου κιρός» = επιδεινώθηκε ο καιρός.
αγρόγκουρτσου (τʼ) : α. το άγριο αχλάδι, β. μετ. άνθρωπος με ιδιότροπους τρόπους, γ. Προέλευση : από το βουλγ. gornic = άγρια αχλαδιά, πηγή : ΑΠΘ, δ. (lias = γιατί όχι από το αγριόκαρπος; )
αγριντιά (η) : α. μακρύ ίσιο καδρόνι που στερέωνε στην κορυφή της σκεπής, β. ο στυλοβάτης, γ. μετ. ψηλός και λεπτός άνθρωπος.
αγροικώ και γρικώ* (ρ.) : α. ξέρω, β. γνωρίζω, γ. σκαμπάζω, δ. καταλαβαίνω. αγρουκόρτσου και αγρόκουρτσου (του) : α. αγοροκόριτσο, β. ατίθασο κορίτσι,.
άγριους (επίθ.) : α. ο πρωτόγονος, ο ανεξημέρωτος (άνθρωπος, ζώο η φυτό), β. ο ατίθασος, ο ακαλλιέργητος, γ. ο δυνατός, ο τραχύς δ. ο σκληρός, ε. Φράσεις : [i]«άγριψι του χιόν'»[/ι] = δυνάμωσε η χιονόπτωση, «άγριους σουβάς» = χοντρό σοφάτισμα του τοίχου, «άγριου ύφασμα» = τραχύ, χοντροπλεγμένο ύφασμα, στ. συνών. αγράδα*.
αγρουτζιόμπανους (ου) : α. άνθρωπος με ταλαιπωρημένη και άσκημη εμφάνιση από την κακουχία και τη στέρηση, β. μετ. ο αγενής, ο ακοινώνητος, γ. αυτός που κατέβηκε από τα βουνά.
αγύρστους (επίθ.) : α. ο διάβολος αλλά και ο θάνατος, (βρισιά : «να παένς στουν αγύρστου» = να πάς στο διάβολο), β. ο ισχυρογνώμων, γ. Φράση : «Εχ(ι) ένα αγύρστου κιφάλʼ» = για τον ισχυρογνώμονα. αδγιάζουμι (ρ.) : α. βιάζομαι, β. αδγιάζου = ευκαιρώ, δ. Φράση : «δεν αδγιάζου τώρα» = δεν ευκαιρώ, ε. Προέλευση : από το αρχαίο βιάζω = ασκώ πίεση, πηγή : ΑΠΘ, (άντε>άι + βιάζομαι ).
αδιάζμους (ου) : α. ο δυόσμος ή το άισμα*, β. Προέλευση : από το ηδύοσμος > εύοσμος.
αδίμʼτου (του) : χοντρό, πυκνοϋφασμένο ύφασμα.
αδιρφουμίρʼ (του) : α. το μερίδιο της περιουσίας κάθε αδελφού, β. (σημ. lias : όχι αδελφής διότι αυτή έπαιρνε προίκα).
αδουκιούμι (ρ.) : α. θυμάμαι, β. αναπολώ, γ. Προέλευση από το αρχαίο δοκώ, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 247, Τσότσος : από το δοκέομαι – δοκεί μοι = μου φαίνεται, νομίζω, σ. 237.
αδράχνου (ρ.) : α. αρπάζω, πιάνω κάτι δυνατά με τα χέρια για μη μου ξεφύγει, β. αρπάζω με βιαιότητα, γ. χουφτώνω, δ. επωφελούμαι, ε. (του) άδραχμα ή δράξιμου = το δυνατό πιάσιμο από κάτι, στ. Φράση : «τουν έδραξα απ΄ τουν λιμό», από το αρχαίο δράσσομαι, Δημητράκος – ΑΠΘ /// Τσότσος : από το μσν. δράχνω.
αδράχτ' (τ΄) : α. μακρουλό στρόγγυλο ξύλο στο οποίο τυλίγεται κατά το γνέσιμο το μαλλί, β. η άτρακτος με την οποία τυλίγουν το νήμα του αργαλειού, γ. Προέλευση : από το ελνστ. άτρακτος – αρχαίο άδρακτος, πηγή : ΑΠΘ.
αδραχτιά (η) : α. η ποσότητα μίας χούφτας, β. το τυλιγμένο νήμα μαλλιού, γ. Προέλευση : από το αρχαίο δραξ, πηγή : ΑΠΘ.
αζμπόρτστους (επίθ.) : α. ο αδιάφορος, β. ο χαβαλέ τύπος ανθρώπου, γ ο ανίδεος, δ. ο ακοινώνητος, ε. ο αμίλητος, στ. ο άνθρωπος που δεν έχει τρόπους (πηγή: anna67@ giapraki.com), ζ. (σερβ. ajbor, πηγή : Μαλούτας).
αζούρστους (επίθ.) : α. ο άνετος, β. ο αεράτος, γ. αυτός που δεν δυσκολεύτηκε, δ. αυτός που βολεύτηκε με μεγάλη προίκα ή καλή κληρονομιά.
αητόςʼ (του) : α. το ξεφτέρι, β. ο ικανός άνθρωπος.
αθέρας (ου) : α. η απείραχτη ακμή του ξυραφιού ή του μαχαιριού, β. το εκλεκτότερο τμήμα ενός είδους, γ. η αφρόκρεμα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο αθήρ, πηγή : ΑΠΘ.
άιντι – άιντι (φράση) : α. με την έκφραση αυτή ο ακροατής μπορεί να εννοήσει αν ειπωθεί «άιντι, άιντι» σημαίνει = άντε, άφησέ τα.
αϊράνʼ (η) : α. το ξινόγαλο, β. η αριάνη, γ. πρόβειο γιαούρτι αραιωμένο με νερό, δ. αραιή διάλυση τσιμέντου για την πλήρωση των τυχόν κενών του κυρίως τσιμέντου, ε. lias : αϊράν ξέρω ότι είναι το νερουλό ξέρασμα κάθε υλικού που συμπιέζεται και συνήθως πετιέται, (όπως το περισσευούμενο νερό από το τσιμέντο, το τυρόγαλο από το τυρί που πήζει κτλ.), στ. Προέλευση : από το τουρκ. ayran, πηγή : ΑΠΘ, ζ. (lias : γιατί όχι από το αήρ;.)
αϊρκό (του) : α. το αερικό, β. το φάντασμα.
αΐσκιουτους (επίθ.) : α. ο ατρόμητος, β. ο άχαρος, γ. ο άνθρωπος που δεν φοβάται, δ. το άτομο χωρίς κύρος και σοβαρότητα, ο ανυπόληπτος, ε. (Χ.Χ. = ο άνθρωπος που τριγυρνάει το βράδυ χωρίς να φοβάται το ίσκιουμα).
α:iτός : χαρταετός
ακουμπέτʼ : (επιφ.) : α. και μετά ; β. τέλος πάντων, γ. πράγματι! δ. Προέλευση : από το τουρ. akibet, πηγή : Χ.Χ.
ακλάγκαθου : 1παρονυχία 2 μολυνση του νυχιού
άκλουθου (του) : α. ο υμένας που τυλίγει το νεογέννητο ζώο, β. ο υμένας.
ακόλλα (η) : α. διπλή κόλλα αναφοράς (πηγή : Νιάνια), β. άριγη κόλλα χαρτιού (πηγή : Χ.Χ.).
ακόπχιαστους (ου) : α. ο ακατάδεχτος, β. ο καλεσμένος που δεν έρχεται.
ακουμπώ (ρ.) α. αγγίζω κάποιον, β. στηρίζομαι κάπου, γ. κοντεύω να πετύχω κάτι, δ. "τς ακουμπώ" = πληρώνω τους λογαριασμούς μου.
ακοινόντστους (επίθ.) : α. ο ακοινώνητος, β. δες και κουνουστώ*.
αλαμπουρνέζʼκα (τα) : τα ακαταλαβίστικα λόγια, λέξεις κτλ.
αλαμπρατσέτα (επίρ.) : α. αγκαζέ, β. με συνοδεία, γ. Φράση : «τουν πήγαν αλά μπρατσέτα» = τον συνέλαβαν και τον πήγαν στο τμήμα πιάνοντάς τον από τα χέρια δύο άτομα.
αλάνʼ (τʼ) : α. το αλητόπαιδο, β. ο αλήτης, γ. αλανιάρς (επίθ.) 1. ο αλητόβιος, 2. το άτομο που προτιμάει την εξωοικογενειακή ζωή.
αλαντάμ-παπαντάμ : α. φράση που σημαίνει το πατροπαράδοτο ( έθιμο, συνήθεια κλπ. ) β. από ανέκαθεν, από απροσδιόριστο χρόνο, γ. πάππου προς πάππον, δ. συν. μπαμπάμ – μπαμπαντάμ.
Αλμπίσκα :λιμπίστικα
αλαντζιάς (ου) : α. χοντροπλεγμένο και ανθεκτικό ύφασμα. (Προέλευση από το τούρκ. alaca [πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256], β. το ρούχο που έγινε με αλατζιά, γ. (Δημητράκος : το βαμβακερό ύφασμα ποικίλων χρωματιστών ραβδώσεων), δ. (ΑΠΘ : βαμβακερό ύφασμα κατώτερης ποιότητας).
αλατζιάκ - βιριτζέκ : (φράση) : α. οι δοσοληψίες, β. το πάρε – δώσε, γ. το αλισβερίσι.
αλάφχιασμα (του) : α. η αναστάτωση, β. το τρόμαγμα.
αλαφρός (επίθ.) : α. ο ελαφρύς, β. ο χαζός, γ. ο ελαφρόμυαλος, δ. αλαφρά = 1. η επιπόλαιη γυναίκα, 2. η γυναίκα με εφήμερους έρωτες, ε. Φράσεις : «αλαφρά γιουρτή» = είναι ελαφρόμυαλος, «ζγιάζʼ απʼ τς αλαφρές» = 1. είναι χαζός, 2. κλέβει στο ζύγισμα με το καντάρι,
αλιάγας (επίθ.) : α. ο ανεπιθύμητος, β. ο διπρόσωπος, γ. αυτό που λέει πολλά αλλά δεν πρέπει να του δίνεται εμπιστοσύνη.
αλιβρίτς (ου) : α. η στοματίτιδα, β. αρρώστια των δημητριακών, γ. (lias : τα στελέχη και τα φύλλα του σιταριού παίρνουν ένα λευκό και χνουδωτό άσπρο χρώμα σαν να αλευρώθηκαν).
αλιμούρα (η) : α. το πλιάτσικο, β. ή βίαιη αρπαγή, γ. Προέλευση : από το λιμός = μεγάλη πείνα.
αλισβιρίσ(ί) : δοσοληξία
αλιχτώ (ρ.) : α. φωνάζω, β. ουρλιάζω, γ. γαβγίζω.
αλμπάνς (ου) : α. ο πεταλωτής β. μετ. ο ατζαμής, ο άπειρος (κουρέας, γιατρός, ράφτης, κτλ.), γ. Προέλευση : από το περσ. nalbant , πηγή : ΑΠΘ.
αλμπίζουμι :λιμπίζομαι
αλοίφου (ρ.) : α. βάφω, β. ασβεστώνω, γ. απλώνω βούτυρο, μαρμελάδα κλπ. σε μία φέτα ψωμιού, δ. πασαλείφω.
άλουγου (του) : α. το παράλογο, β. άλουγους = ο σχιζοφρενής, γ. (lias : δεν υπάρχει άλουγου = άλογο στα Επανομίτικα, τον ίππο, το άλογο δηλαδή, τον λέμε «πράμα»).
αλόυρα (επίρ.) : α. γύρω – γύρω σε κύκλο, β. ολόγυρα, γ. Φράση : «τουν ίφιρα αλόιρα» = τον τύλιξα, τον κατάφερα, τον έπεισα.
αλʼπού (η) : α. η αλεπού, β. πονηρός άνθρωπος, γ. Φράση : «ικατό η αλπού ικατόν δέκα τʼ αλπόπλου» = ο πιτσιρικάς που είναι παντογνώστης ή αντιρισίας.
αλ(ι)πούμι (ρ.) : α. θλίβομαι, β. λυπούμαι, γ. Φράση : «αλπούμι να του φουρλιάξου» = είναι κρίμα να το πετάξω.
αρτιρνώ (ρ.) : επαυξάνω.
άλτσους (ου) : α. χοντρή μεταλλική αλυσίδα, β. οι φουσκάλες του κρασιού στο ποτήρι (όταν είναι φρέσκο το κρασί από το βαρέλι φαίνεται να δημιουργείται αλυσίδα στο τοίχωμα του ποτηριού από τις φυσαλίδες ), γ. Προέλευση : από το βυζ. αλύσιον, πηγή : ΑΠΘ.
(τς) άλ(ι)φουρα (επίρ.) : α. πριν λίγο καιρό, β. τις προάλλες.
αμακατζής (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. αμάκα (επίρ.) = τζάμπα, γ. Προέλευση : από το βενετ. a maca = με έξοδα άλλου, πηγή : ΑΠΘ.
αμανάτ΄ : (του) : α. το ενέχυρο, β. το λάφυρο, γ. η εγγύηση, δ. η παρακαταθήκη, ε. μετ. το γεροντοπαλίκαρο ή η γεροντοκόρη, στ. Προέλευση : από το αράβ. emanet = αντικείμενο για φύλαξη πηγή : ΑΠΘ.
αμασκάλ(ι) : μασχάλη
αμαρκάλτστους (επίθ.) : α. το ζώο που δεν γονιμοποιήθηκε (δες μαρκάλα*), β. μετ. ο άνθρωπος που δεν έχει κάνει ακόμη sex.
αμάχ(η) : έχθρα 
αμίκους (επίθ.) : ο έντονα μελαχρινός (lias : οι νέγροι που πολεμούσαν μαζί με τους Γάλλους κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο).
αμπάρʼ (τʼ) : α. αποθηκευτικός χώρος για τα γεννήματα (και ιδίως του σιταριού) μέσα στο σπίτι που είχε ένα συρταρωτό πορτάκι στο κάτω μέρος τους για την εξαγωγή της απαιτούμενης ποσότητας, β. (τουρ. ambar, πηγή : ΑΠΘ ).
αμπάρα (η) : α. χοντρό κομμάτι ξύλου ή σίδερου που ασφαλίζει από το εσωτερικό μέρος την εξώπορτα του σπιτιού, β. αμπαρώνουμι (ρ.) = καταφεύγω και ασφαλίζομαι μέσα στο σπίτι μου, γ. αμπάρουμα (του) = το ερμητικό κλείσιμο, το σφράγισμα, δ. Προέλευση : από το ιταλ. barra, πηγή : ΑΠΘ.
αμπάρζα (επίρ.) α. ψάχνω παντού χωρίς διάκριση, β. το παιδικό παιχνίδι «σκλαβάκια», γ. παίρνω σβάρνα, δ. Φράση (στο παιδικό παιχνίδι κρυφτούλι) : «φτού! πέρνου αμπάρζα κι βγένου», ε. Προέλευση : από το αλβ. ambares, πηγή : ΑΠΘ.
αμασκάλʼ : (επίρ.) : α. παραμάσχαλα, β. στον κόρφο.
αμπόλιασμα (τʼ) : α. ο εμβολιασμός β. μετ. ο αρραβώνας. (πηγή : Νιάνια), .
αμπόλʼ = μετ. το κολλητήρι, ο άνθρωπος που δεν μπορείς να απαλλαγείς απ΄ αυτόν, δ. Προέλευση : από το ελνστ. εμβόλιον, πηγή : ΑΠΘ.
άμπουρους (ου) : α. ο αχνός του φαγητού, β. ο υδρατμός, γ. η ομίχλη.
αμπράσκους : (επίθ.) : α. ο ασχημάνθρωπος, β. ο ψηλός και άχαρος άνθρωπος.
αμπρέ (επιφ.) : α. σιγά πού …, β. μωρέ, γ. βρε.
αμσίσκα : (ρ.) : α. βαρέθηκα, β. σιχάθηκα, γ. σε μίσησα με την συμπεριφορά σου (Γ. Παφίλης), δ. Προέλευση : από το μισώ, πηγή : Π.Λ.Μπ..
ανάβαλμα (του) : α. η συκοφαντία, β. η διαβολή.
αναβουδίζου (ρ.) : στερεώνω το στημόνι στον αργαλειό.
ανάκαρα : αντοχή
ανάμ(ι) ; σημαντικό γεγονός ,αξέχαστο
ανικούκουρδα (επίρ.) : α. στηρίζομαι στα γόνατά μου, σταυροπόδι, β. σχεδόν οκλαδόν, γ. κάθομαι στα γόνατα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. κλωκυδά<αρχ. οκλαδόν, πηγή : ΑΠΘ.
ανάλαγους (επίθ.) : α. ο ντυμένος με πρόχειρα, καθημερινά ρούχα και δεν μπορεί να επισκεφτεί κάποιον.
αναλύσʼ (η) : α. η ρευστοποίηση στερεών (βουτύρου, κεριού, χιονιού κτλ.) με θερμότητα, β. το λιώσιμο, γ. το διάλυμα (Νινιά), δ. αναλνώ (ρ.) = λυώνω, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αναλύω, πηγή : ΑΠΘ.
αναμμένους (επίθ.) : α. κατακόκκινος από το ζόρι, β. νευριασμένος (φράση : «αναμμένους φούρνους» = άνθρωπος έτοιμος να εκραγεί), γ. αναμούρα (η) = 1. έξαψη, 2. έντονος ερωτικός πόθος, δ. Προέλευση: από το ελνστ. άναμμα = μάζα φωτιάς, πηγή : ΑΠΘ.
απανσ΄ʼζ : (επίρ.) : αναπάντεχα, (ο τόνος στο σίγμα!).
ανασάτʼ (τʼ) : α. η αναφορά, β. η απόδοση λογαριασμού, γ. η απολογία, δ, η επεξήγηση, ε. Φράση : «σιγά μην τουν δώσου ανασάτʼ» = σιγά που θα του δώσω λογαριασμό για ό,τι κάνω.
ανασκούμπτζμα και ανασκούμπουμα (του) : α. μαζεύω τα μανίκια και πιάνω δουλειά με νερό (πλύσιμο πιάτων, ρούχων κτλ.), β. δραστηριοποιούμε για κάποια δουλειά, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ανακομπώ (ανά+κόμπος), πηγή : ΑΠΘ.
ανασκυρνώ (ρ.) : α. συμμαζεύω, β. ευπρεπίζω, γ. συγυρίζω, δ. διευθετώ, ε. τακτοποιώ, στ. ανασκίρσμα (του) = 1. η περιποίηση του σπιτιού, 2. το συμμάζεμα των κλινοσκεπασμάτων, ρούχων κλπ., 3. η τακτοποίηση, ζ. Προέλευση : από το ανά+γύρος, πηγή : Δημητράκος.
αναστόμζμα (του) : α. η ανταπάντηση, β. η αντίρρηση, γ. το άνοιγμα τρύπας (στομίου), δ. Προέλευση : από το ελνστ. αναστόμωσις = έξοδος, πηγή : ΑΠΘ.
ανέδρανι :με χάλασε
άναυλα : ξαφνικά
ανιέδρανι : με χάλασε
ανιμουδούρα (η) : α. η εργασία στην ανέμη, β. άστατος καιρός, ανεμοστρόβιλος, γ. άστατος χαρακτήρας, δ. φουριόζος, ε. Προέλευση : από το άνεμος+δέρνω, πηγή : ΑΠΘ.
ανιμουπύρουμα (τʼ) : ο ερισύπελος, είδος δερματοπάθειας.
ανιμουσούρʼ (τʼ) : α. σωρός σκουπιδιών, πεσμένων φύλλων κλπ. που προήλθε από το φύσημα του αέρα, ο ανεμοστρόβιλος, β. λοφίσκος χιονιού που δημιουργήθηκε με τον αέρα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ανεμόσουρις, πηγή : ΑΠΘ.
ανιτάζω : παραπονιούμαι ,κατηγορώ
ανκώ : (ρ.) νικώ, (πηγή :Κώστας Κοντάνας).
αντάμα (επίρ.) : α. μαζί, β. αντάμουμα (του) = 1. η συνάντηση, 2. η συγκέντρωση φίλων, 3. η συνάθροιση, δ. Φράση : «δεν άφκιν τα δγιό αντάμα» = τα ανακάτεψε όλα, δεν άφησε τίποτε όρθιο, ε. Προέλευση : από την ελνστ. φράση εν τω άμα, πηγή : ΑΠΘ.
αντάρα (η) : α. πυκνή καταχνιά, β. ο θυμός, το νευρίασμα, γ. η συννεφιά, δ. η φούρια, ε. ανταριασμένος (επίθ.) = ο φουρκισμένος, στ. ανταριάζουμι (ρ.) = θυμώνω, ζ. Φράση : «έχου μνιά αντάρα…» = 1. έχω πολύ δουλειά που πρέπει να τελειώσει γρήγορα, 2. έχω πολλά νεύρα, η. Προέλευση : από το αρχαίο αναταράσσω, πηγή : ΑΠΘ.
αντέτʼ (τʼ). η συνήθεια, β. το πρέπον, γ. το έθιμο, δ. Φράσεις : «κοίτα μην σʼ απουμείν αντέτ» = πρόσεξε μη σου μείνει κακή συνήθεια, «έκαμιν όλα τʼ αντέτια» = τήρησε όλα τα έθιμα, ε. Προέλευση : από τον αρχαίο τύπο δέοντα, πηγή : ΑΠΘ.
αντζιάκ' : α. (;) δεν γνωρίζω τι σημαίνει. Το βρήκα στο ΙΝΒΑ, σελ. 256 και έχει προέλευση το τουρκικό ancak β. επί του πιεστηρίου (Καραντάνας) = 1. δεν φτάνει, 2. δεν υπάρχει, γ. Φράση στα τούρκικα : «αντζιάκ αϊράν, αϊράν ουσού».
αντράλα : ζάλη
αντηριούμι (ρ.) : α. ντρέπομαι, β. ψάχνομαι, γ. αναρωτιέμαι, δ. διστάζω, ε. κοιτάζω γύρω - γύρω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο εντηρώ, πηγή : Π.Λ.Μπ.
αντί (τʼ) : α. γερό και μακρύ στρογγυλό ξύλινο εξάρτημα του αργαλειού για το τύλιγμα του υφάσματος, β. Φράση : «Θέλτς μι τʼ αντί» = θες γερό ξύλο, γ. Προέλευση : από το αρχαίο αντίον, πηγή : ΑΠΘ.
αντιρί (τʼ) : α. μακρύ ανδρικό επανωφόρι, β. δες παράρτημα αντρική φορεσιά*, γ. χιτώνας ποδήρης, ένδυμα αντρών (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το τουρκ. anteri<αραβ. entari, πηγή : ΑΠΘ.
αντράλα (η) : α. η ζαλάδα, β. η σκοτοδίνη, γ. αντραλίζουμι (ρ.) = ζαλίζομαι, δ. Προέλευση : από το μονστ. αντραλεύω, πηγή Τσακνάκης, ε. συνών. : θουλούρα, ντουβουρλίγκα.
αντράδιρφους (ου) : ο κουνιάδος, (από το άντρας + αδελφός).
αξάμουμα (του) : α. το πονηρό χάδι σε γυναίκες, β. το χάιδεμα με τα χέρια, το χούφτωμα γ. το πασπάτεμα, δ. το ξάφρισμα ξένου ταμείου, ε. αξαμώνου (ρ.) 1. απλώνω χέρι, 2. βάζω χέρι (πονηρά), στ. Προέλευση : (από το ιταλ. examinare, ΙΝΒΑ, σελ 253), ζ. lias : από το αρχ. ρήμα αξαμώ, πηγή : Π.Λ Μπ.
αξούγκʼ (τʼ) : α. το λίπος των ζώων που συνήθως πετιέται, β. το ξύγκι, γ. Φράση (υποτιμητική για γέρο άνθρωπο) : «όλʼ αξούγκια είνʼ αυτός», γ. Προέλευση : από το αρχαίο οξύγγιον, πηγή : ΑΠΘ .
άξυνους (επιφ.) : α. άκουσε και μη μιλάς, β. σκασμός!, γ. (Χ.Χ. : άξι κι ξινός = μας κούρασε με το πολύ μίλημα).
αόκνιτους (επίθ) : α. ο ακούραστος, β. αυτός που δεν βαριέται, γ. ο ασταμάτητος, δ. αυτός που έχει μεγάλο ζήλο, ε. Προέλευση : από το αρχ. άοκνος = ζηλωτής, πηγή : ΑΠΘ.
αόρστους (επίθ.) : α. ο απρόθυμος, β. το άτομο που δεν δέχεται διαταγές.
άου ! : επιφώνημα μεγάλης (και δυσάρεστης, συνήθως θλιβερής) έκπληξης που επιτείνεται με το χτύπημα των χεριών στους μηρούς.
αούτους (επίθ.) : α. το άτομο ποντιακής καταγωγής ,
απανσούιζʼς (επίθ.) : α. ο βιαστικός (που κάνει μία δουλειά με το έτσι θέλω χωρίς να εξετάσει τις συνέπειες), β. ο προτρέχων, γ. ο ξαφνικός, δ. ο αφασιακός, ε. Προέλευση : από το τουρκικό apaniz, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, /// Χ.Χ. apansiz.
απαντές : (οι) : α. (στον πληθυντικό) : συνεχόμενες, απανωτές και γρήγορες σφαλιάρες, γροθιές, κλωτσιές κλπ. β. Φράση : «άμα ʼρχινίσου τς απαντές !».
απουκάτʼ : (επίρ.) : από κάτω.
απκάζου : (ρ.) : α. συμπεραίνω, β. κατανοώ, γ. καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, δ. μαθαίνω, ε. γνωρίζω, στ. εννοώ, ζ. Προέλευση : από το απεικάζω, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 250.
άπλουμα (τʼ) : α. το κρέμασμα της μπουγάδας στο σκοινί, β. μετ. η αγγαρεία της μπουγάδας, γ. η ξάπλα, δ. η καταπάτηση και ιδιοποίηση μέρους του γειτονικού χωραφιού, ε. Φράση : «όι… άπλουμα κι αυτός!…» = για τον καταπατητή ιδίως χωραφιών.
απουλνώ : ελευθερώνω
απόλτσμα (τʼ) : α. το σχόλασμα, β. το αποτελείωμα, γ. το διώξιμο από τη δουλειά.
απόλυσʼ : (η) : το τέλος του εκκλησιασμού.
απόμνα (ρ. αόρ.) : α . έμεινα ανύπαντρος, β. έμεινα άφραγκος, γ. δεν έχω (ξύλα, τσιγάρα, βενζίνη κτλ ), δ. απουμνάρʼ (τʼ) = το υπόλειμμα.
απόπατους (ου) : α. το αποχωρητήριο, β. το αφοδευτήριο, γ. συνών. χαλές, αναγκαίους κτλ.
απόριγμα (τʼ) : α. το έμβρυο του ανεπιθύμητου μωρού που αποβλήθηκε, β. μεταφ. ο τιποτένιος άνθρωπος, γ. ο κοντοκαμωμένος.
απόσκιπα (τʼ) : α. σκιερά μέρη, β. μυστικά λόγια – λόγια μεταξύ εμπίστων.
απουγίρζμα (τʼ) : ανταπόδοση, (δες : Ηλιαδέλη : «η χαρά»).
Απουκρ(ι)ά : (η) : α. η Κυριακή της Τυρινής, β. απουκρές (οι) = το δωδεκαήμερο από την Τσικνοπέμπτη ως και την Καθαρά Δευτέρα, γ. απουκρέβου (ρ.) = νηστεύω ιδίως από κρέας, απέχω από το κρέας.
απουκρένουμι : (ρ.) : α. απαντώ, β. ανταποκρίνομαι.
απουλνώ (ρ.) : α. αφήνω, β. ξαμολάω (περιστέρια, παμπόρια, πουρδές, του ζνάρʼ κτλ.), γ. Φράσεις : «απόλνα ράμμα» = μη διστάζεις (να κάνεις, να πεις κλπ), «απόλκα τα μπλάρια» = έκανα εμετό.
απόστους : απάγγειο ,μέρος που δεν φυσάει αέρας
απουσταμός (ου) : α. η κούραση, β. απουσταίνου (ρ.) = κουράζομαι, γ. Προέλευση : από τον αρχαίο τύπο αφίστημι, αφ-ίστημι, παρατ. αφίστην, μέλλ. αποστήσω, αόρ. α΄ απέστησα, μέσ. ενεστ. αφίσταμαι, παρατ. αφιστάμην, μέλλ. αποστήσομαι, αόρ. α΄ απεστησάμην, αόρ. β΄ απέστην, .
απουτέτχιους (επίθ.) : (lias : εδώ μπορούμε να εννοήσουμε οποιοδήποτε ουσιαστικό ή επίθετο θέλουμε και δεν επιθυμούμε να το εκστομίσουμε είτε από ντροπή είτε από άγνοια. Όπως λέγοντας «μαραφέτ» εννοούμε κάθε εργαλείο έτσι και με το «απουτέτχιους» μπορούμε να εννοήσουμε τον κίναιδο, το πέος, τον λωποδύτη και πάει λέγοντας), β. (η γιαγιά μου απουτέτχιου εννοούσε το αποχωρητήριο).
αρά (επίρ.) : α. αραιά, β. ρα! (βρε, προσφώνηση σε άνδρες), γ. Φράση : «αρά κι πού» = στη χάση και στη φέξη.
αραβάντς (ου) : α. ο μεταφορέας, β. ο γρήγορος αχθοφόρος, γ. ο τριποδισμός του αλόγου, δ. Φράση : «ντάχτʼ τʼ αραβάνʼ» = κάνε γρήγορα, με γρήγορο τρέξιμο, ε. Προέλευση : από το τουρκικό rahvan, revan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
αράδα (η) : α. η σειρά, β. η σειρά αναμονής, γ. (ως επιρ.) = συνεχώς, δ. Φράσεις : «αράδα συλουγιούμι» = 1. συνεχώς αναρωτιέμαι, 2. συνέχεια θυμάμαι, «μη τουν πέρς αράδα» = μην τον υπολογίζεις, «δεν τουν πέρς αράδα» = δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του κτλ., ε. (lias : τα καράβια που περιμένουν να ξεφορτώσουν έξω από το λιμάνι είναι «άροδο» = σε αναμονή).
αράδιασμα (του) : α. η ταξινόμηση, β. η λεπτομερής και κουραστική αφήγηση ασήμαντων ή και ανύπαρκτων γεγονότων, γ. η παράταξη.
αραδίζου (ρ.) = ψαχουλεύω τα ρούχα.
αραθμούμι : (ρ.) : α. νοσταλγώ, β. αραθίμσα = α. πεθύμησα έντονα κάτι, γ. θυμήθηκα.
αραθμους (επίθ.) : α. ο τεμπέλης, β. ο ράθυμος, γ. ο κακότροπος, δ. ο παλιοχαρακτήρας.
αραλίκʼ (τʼ) : α. το μπαλκόνι (στεγασμένος ανοιχτός χώρος στα παλιά σπίτια), β. το χουζούρι, γ. η τεμπελιά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. aralik = διακοπή – παύση, πηγή : ΑΠΘ # Δημητράκος λέει αραλίκι = ευρυχωρία, άπλα.
αραμνιά ; θάμνος
αργαλιά (τα) : το εργαστήριο των γυναικών όπου γινόταν η επεξεργασία του μαλλιού και η ύφανσή του. Στον πληθυντικό γιατί συνήθως υπήρχε και δεύτερος αργαλειός στο σπίτι.
άργασμα (του) : α. η ζύμωση και ωρίμανση (π.χ. του αλευριού, του ψωμιού κτλ.), β. η επεξεργασία με τα χέρια, γ. άργαστους (επίθ.) = 1. ο ανώριμος, 2. ο ακατέργαστος, δ. αργασμένους (επίθ.) = 1. ο ώριμος, 2. ο κατεργασμένος, ε. Προέλευση : από το αρχαίο οργάζω, πηγή : ΑΠΘ.
αριάνʼ : δες αϊράνʼ.
αρίδα (η) : α. χειροκίνητο τρυπάνι, β. εργαλείο για την εξαγωγή κομματιού κολοκύθας σε πλέγμα για την παρασκευή γλυκού του κουταλιού (κουλουκθάτου), γ. η γάμπα, δ. η ωραία κορμοστασιά, το μπόι, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αρίς, πηγή ΑΠΘ.
αρίτσιους (ου) : α. ο σκαντζόχειρος, β. μετ. ο έχων σκληρά μαλλιά και δεν χτενίζονται, γ. δεικτικό πειραχτήρι, δ. αρίτσιουμα (του) = ο μεγάλος θυμός, ε. αριτσιώνουμι (ρ.) = εξαγριώνομαι, στ. Προέλευση : από το λατιν. : ericeus, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253.
άρκλα (η) : α. το σεντούκι, β. η κασέλα, γ. χώρος φύλαξης του ψωμιού.
αρμάζου (ρ.) : α. κερδίζω σε τυχερό παιχνίδι χρήματα κυρίως, β. Προέλευση : από το ρημάζω ή το αρπάζω,
αρμόζμους (ου) : α. το ζουμί της αρμιάς, β. ο «αέρας» του σχοινιού του χαρταετού.
αρμινούδι : χαμόμηλλο
αρναυούτς (επίθ.) : α. ο πεισματάρης, β. ο άξεστος, γ. Αρβανίτης.
αρνίθα : κότα ( από το όρνιθα)
αρρουστκό (τʼ) : α. προσφορά φρούτων ή γλυκών σε άρρωστο, β. Φράση : «ίφιρις κάνα αρουσκό;» = ειρωνική έκφραση σε τρακαδόρο, τσαμπατζή.
αρουκάνστους : ο αδέξιος ,ο αμαθης,ο αγράμματος,
αρτιρμάς και αρτμάς (ου) : α. άλμα εις μήκος ( Παπασιώπης ), β. lias : ήταν παιχνίδι που πηδούσαν τα παιδιά άλμα εις μήκος ή άλμα τριπλούν χωρίς να παίρνουν φόρα.
αρτιρνώ (ρ.) : α. επαυξάνω, β. περισσεύω, γ. εξοικονομώ, δ. Προέλευση : από το μνστ. άρτιος Φράση : «μουνό δεν φτάνʼ!, ζυγό αρτιρνάει».
αρτιρμάς (ου) : α. το περίσσευμα της διανομής (που έμεινε άρτιο, δηλ. ολόκληρο και προορίζεται για εμάς ).
άρτσιουμα : ανατριχίλα ,ξεσήκωμα ,
αρχιδουκρέμασʼ (η) : α. ειρ. έως υβρ. άχρηστος και ανίκανος άνθρωπος για εργασία, β. ο γέρος που «κατέθεσε» τα γενετήσια όπλα, γ. η κήλη (ασθένεια).
αρχινώ : αρχίζω
ασιγούριφτους (επίθ) : α. ο ανήσυχος, β. ο τελειομανής, που ψάχνει και την παραμικρή λεπτομέρεια, γ. αεικίνητος που δεν εννοεί να καθίσει ήρεμος έστω και για λίγο, δ. ο ανασφαλής.
ασικλέτστους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν χολοσκάει, β. ο άνθρωπος που δεν νοιάζεται εύκολα.
άσκαστους (επίθ.) : ο ανέμελος, αυτός που δεν αγχώνεται.
ασιούρστους (επίθ.) : α. ο άπειρος, β. ο αφελής, γ. Φράση : «ασιούρστου πλί» = το άπειρο μικρό παιδί, δ. (Μαλούτας : πουλί που δεν κελάηδησε ακόμη, νεοσσός), ε. Προέλευση : από το ελνστ. συρίζω, πηγή: ΑΠΘ.
ασκένουμι (ρ.) : α. σιχαίνομαι, β. απεχθάνομαι, γ. Προέλευση : από το ελνστ. σικχαίνω, πηγή : ΑΠΘ.
άσκουλτσούν : α. φράση επιδοκιμασίας : μπράβο λεβέντη μου!, β. μπράβο για την επιτυχία σου παλικάρι μου!, γ. συγχαρητήρια!
ασλάντς (ου) : α. ο μάγκας, β. το παλικάρι (όχι ο νταής), γ. ο ατρόμητος, δ. το λιοντάρι (Δημητράκος), ε. Προέλευση : από το τουρκικό aslan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
άσουτους (επίθ.) : α. ο ανεξάντλητος, β. ο σπάταλος, γ. Φράσεις : «είνι άσουτους άσουτους» = άνθρωπος που σπαταλά συνέχεια (ατελείωτος άσωτος), «πίνʼ ( ή ρίχνʼ ) άσουτις» = για μεγάλο πότη.
άσπρα (τα) : α. βυζαντινά και τούρκικα νομίσματα μικρής αξίας.
αστουχώ (ρ.) : α. ξεχνώ, β. αστουχμένους και ξιαστουχμένους (επίθ.) = 1. ο αφηρημένος, 2. ο ξεχασιάρης, γ. αστουχνώ = πάσχω από άνοια, δ. δεν βρίσκω στόχο, ε. (από το ξεχνώ).
αστράφτου (ρ.) : α. λάμπω ολόκληρος, β. γυαλίζω τα ασημικά, υαλικά κλπ. που μοιάζουν με καινούρια, γ. χαστουκίζω με δύναμη κάποιον αναπάντεχα.
αστρέχα (ρ.) : α. υδρορροή, β. το αυλάκι που σχηματίζεται με τα νερά της βροχής που πέφτουν από τα κεραμίδια, (σημ. lias: προσωπικό βίωμα = παλαιότερα χωροθετούσαν τα όρια του οικοπέδου του σπιτιού), γ. το γείσο των κεραμιδιών όπου συγκεντρώνονται τα νερά για να καταλήξουν στο λούκι, δ. Προέλευση : από το σύνθετο ας+τρέχει.
ασφίρστους (επίθ) : α. ο άξεστος, β. αυτός που δεν έχει καλούς τρόπους, γ. αυτός που δεν χαμπαρίζει τίποτα, δ. ο αδέξιος, ε. ο χοντροκομμένος, στ. ο άψητος στη ζωή, ζ. ο ακοινώνητος.
ατζέμʼ (επίθ.) : α. περσικός, , β. (Μαλούτας : ατζέμʼ πιλάφʼ = πιλάφι μαγειρεμένο με την περσική συνταγή), γ. (lias : ατζέμ πιλάφ το λένε οι άσχετοι. Προέλευση : από το τουρκ. acem = περσικός, πηγή : ΑΠΘ.
ατσούμπαλους (επίθ.) : α. ο αδέξιος και ζημιάρης, β. ο ασουλούπωτος, γ. ο απεριποίητος, δ. Προέλευση: από το ελνστ. σιπαλός = άμορφος, πηγή : ΑΠΘ.
ατσκιά ; λουλούδι
αφαλός (ου) : α. ο ομφαλός, β. μεταφ. το κέντρο της πίτας, του κιχιού ή της μπουγάτσιας (μεγάλο στρόγγυλο ψωμί) κτλ. (lias : θεωρούνταν το εκλεκτότερο μέρος).
αφέντς (ου) : α. ο παπάς, β. το αφεντικό, γ. ο έχων το πρόσταγμα λόγω πείρας, ηλικίας ή αξιώματος, δ. ο μεγαλύτερος άνδρας στην οικογένεια (ο παππούς ή ο μπαμπάς), ε. Προέλευση : από το αρχ. αυθέντης = ο εξουσιάζων.
αφηρέθκα : ξεχάστηκα 
αφιόνʼ (του) : α. το όπιο, β. (Παπασιώπης : το ναρκωτικό, κάθε τι που φέρνει νάρκη : όπιο, μάκους κτλ.), γ. μετ. τα πολύ άγουρα φρούτα (κορόμηλα, μήλα, αχλάδια κτλ. που είναι πολύ ξινά και στυφά αν τα φας άγουρα).
άφιρτους : (επίθ.) : α. ακοινώνητος, β. άνθρωπος χωρίς τρόπους, γ. ο αγενής.
άφκιμι : (σύνθ. λ.) : α. άσε με στην ησυχία μου, β. ελευθέρωσέ με (σε χωροφύλακα), γ. απάλλαξέ με.
αφκρούμι (ρ.) : α. κρυφακούω, β. στήνω αυτί, γ. αφκράζουμι (ρ.) = κάνω ησυχία για να ακούσω καλά κάποιο θόρυβο, δ. αφκριέτι (ρ.) = μετ. πηδιέται (ο κίναιδος), ε. Φράσεις : «αφκριέτι του χώμα» = στήνει αυτί στο χώμα και λόγω στάσης προβάλει τα οπίσθια προκαλώντας να γα**θεί, «αφκριέτι τουν κάτʼ τουν κόσμουν» = είναι ετοιμοθάνατος, στ. Προέλευση : από το ελνστ. αφουκράζομαι, πηγή : Δημητράκος.
αφουκάλτστους (επίθ.) : α. ο ακάθαρτος χώρος, β. ο χώρος που δεν σκουπίστηκε.
αφριά (η) : α. ο αφρός, β. η εκλεκτότερη ποσότητα ενός πράγματος, γ. το σύνολο των φυσαλίδων βράζοντος ή ζημώμενου υγρού (ο αφρός απ' το κρέας, το γάλα κλπ.), δ. η κορυφή, η «πέτσα» του παραδοσιακού γιαουρτιού, ε. πηχτό και με φουσκάλες σάλιο, στ. άφρισιν (ρ.) = έσκασε από το κακό του, ζ. αφρατεύου (ρ.) = χτυπώ κάτι για να γίνει αφράτο (π.χ. τα αυγά), η. αφράτους (επίθ.) = ο παχουλός, θ. Προέλευση : από το αρχαίο αφρός, πηγή : ΑΠΘ.
αφκριούμι : αφουγκράζωμαι
αφτός (αντων.) : α. αυτός, β. αφνούς = αυτουνούς (Παπασιώπης).
αχαμνός : (επίθ.) : α. κατώτερος, ο κακός, β. ο αδύνατος και αδύναμος, γ. αχαμνά ( τ' ως ουσ.) = οι όρχεις, (ως επίρ.) = άσχημα (φράση : «μί ρθιν αχαμνά» = αισθάνθηκα άσχημα [αηδίασα, ανακατεύτηκε το στομάχι μου κτλ.]) δ. Προέλευση : από το αρχ. χαύνος = πορώδης, αδύναμος, πηγή : ΑΠΘ.
άχαρους (επίθ.) : α. ο ασουλούπωτος, ο χωρίς χάρη, β. ο δυσάρεστος ρόλος, γ. ο ανιαρός, δ. ο κακομοίρης, ε. (σημ. lias : για την α ερμηνεία = σπάνια έχει αυτή την έννοια για τον Επανομίτη γιατί έχει βρεί χίλια-δυό κοσμητικά επίθετα :ανουστους, ξιντράχλιαβους* κτλ. κτλ.), στ. Προέλευση : από το αρχαίο άχαρις, πηγή : ΑΠΘ.
αχιλώνα (η) : η χελώνα.
αχμάκς (επίθ.) : α. ο κουτός, β. ο απονήρευτος, γ. ο αγαθός, δ. ο βραδύνους, ο μπουμπούνας, ε. μετ. ο βλάκας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. ahmak, πηγή : ΑΠΘ .
αχνάτους (επίθ.) : α. αεράτος, β. ο ξένοιαστος, γ. Φράση : «αχνάτους – παχνάτους» = για τον ευδιάθετο που δεν βιάζεται να κάνει κάποια δουλειά.
αχούρʼ (τ΄) : α. ο στάβλος, β. ο αχερώνας, γ. ο ακατάστατος και βρώμικος χώρος, δ. (Προέλευση : από το άχαρος+χώρος και γιατί όχι από το άχυρο (lias : στο αχούρι αποθηκεύονται οι μπάλες του άχυρου), ε. Προέλευση : από το τουρκ. ahur< περσ. axir, πηγή : ΑΠΘ.
αχράντς (επίθ.) : α. ο αθυρόστομος, β. ο αχρείος (στα λόγια και στους τρόπους), γ. ο απότομος στους τρόπους, δ. ο ανικανοποίητος.
άχρηστους (επίθ.) : α. ο ανίκανος, β. μετ. το πέος, γ. μετ. ο αγροφύλακας.
αχυρόβουλου (του) : α. ξύλινο εργαλείο, αντί για γάντι, για την προστασία της παλάμης κατά τον θερισμό, β. Προέλευση από το άχυρο+βάλω.
αχώρια (επίρ.) : α. χωριστά, β. ξεχωριστά, γ. εκτός από… δ. Φράση : «πέντι φράγκα του σακί κι αχώρια τʼ αγώι» ), ε. Προέλευση : από το αρχαίο χωρίς, πηγή : ΑΠΘ.
αψύς (επίθ.) = ο οξύς, ζ. Φράση «αψιά ρακή» = έντονη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου