Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

χ

Χ

χαβαλές (ου) : α. το ενοχλητικό ή υπερβολικό βάρος και συνεπώς η φασαρία από κάποιον ή κάτι, β. η τεμπέλικη συμπεριφορά, γ. η ατέρμονη ή άσκοπη συζήτηση, δ. Προέλευση : από το αραβ. havale = μετάθεση υπόθεσης, πηγή : ΑΠΘ.
χαβάς (ου) : α. η μελωδία του τραγουδιού, β. το δροσερό αεράκι, η αύρα, γ. το κελάδημα του πουλιού, δ. Φράση : «τουν είπα να μην πααίνʼ! τουν χαβάτʼ αυτός» = για τον εγωιστή που θέλει να κάνει το δικό του, ε. Προέλευση : από το αραβ. hava= αέρας, μελωδία, πηγή : ΑΠΘ., στ. (lias : γιατί όχι από το αύρα; σημαίνει σχεδόν το ίδιο).
χαβούζʼ (του) : α. φυσικό πέτρινο κοίλωμα όπου συγκεντρώνεται νερό, β. η δεξαμενή, γ. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. havuz = μικρή τεχνητή λίμνη, πηγή : ΑΠΘ.
χάβρα (η) : α. θερμή ατμόσφαιρα σε κλειστό χώρο, β. πολύβουη συγκέντρωση όπου μιλούν όλοι συγχρόνως και δεν καταλαβαίνεις τίποτε, γ. Προέλευση : από το χάβρα που είναι η Συναγωγή των Ιουδαίων.
χαδιάρς : χαϊδεμένος ,κανακάρης
χάζʼ (του) : α. η ευχαρίστηση, β. το γούστο, γ. η απόλαυση, δ. το χάζεμα θεάματος χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ε. Προέλευση : από το τουρκ. haz, πηγή : ΑΠΘ.
χαζέλια (τα) : α. οι βλακείες, β. τα αστεία, γ. οι ανοησίες, δ. χαζίτκα και χαζά (τα) = 1. οι βλακώδεις πράξεις, 2. οι χαζομάρες.
χαϊάτʼ (του) : α. το στεγασμένο μπαλκόνι, β. υπόστεγο στην πρόσοψη του σπιτιού (Παπασιώπης), γ. Προέλευση : από το τούρκ. hayat = σκεπασμένη αυλή, πηγή : ΑΠΘ., δ. δες Κουζιανιώτκου σπίτʼ*.
χαϊβάνʼ (του) : α. πολύ κουτός άνθρωπος, β. οικόσιτο ζώο, γ. τετράποδο ζώο, δ. (Χ.Χ. = γαϊδούρι), ε. Προέλευση : από το περσ. hayvan, πηγή : ΑΠΘ.
χαϊνια : σπαρίλα ,αναισθησία
χαϊρλούθκα (επιφ.) : α. ευχή για όφελος και προκοπή κάποιου μετά την υπογραφή της συμφωνίας, β. γουρλίδικα, γ. χαΐρʼ (του) = η προκοπή, δ. χαϊρλούθκους (επίθ.) = γουρλίδικος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. hayir, πηγή : ΑΠΘ.
χαϊρσιούσκους και ουρσούσʼσκους (επίθ.) : α. ο αχαΐρευτος, β. ο άχρηστος, γ. ο ανεπρόκοπος, δ. ο ανοικοκύρευτος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. hayirsiz = άχρηστος,, πηγή : Χ.Χ.
χαϊρουιζς : κάτοικος Τριλόφου
χάλʼ (του) : α. η κατάντια, β. η άσχημη κατάσταση, γ. (Χ.Χ.) : η επιληψία, δ. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. hal = κατάσταση, πηγή : ΑΠΘ.
Χαλίπα : νύστα
χαλές (ου) : α. το αποχωρητήριο, β. μετ. χυδαίος άνθρωπος, γ. χαλιαμάς (ου) = ο αθυρόστομος, δ. Φράση : [i]«ιού χαλέ άπλιτι…»[/b] = άντε φύγε βρομιάρη, ε. Προέλευση : από το αραβ. hale, πηγή : ΑΠΘ.
χαλκουδαίμουνας (ου) : α. ο διαβολεμένος άνθρωπος, β. ο ενοχλητικός πιτσιρικάς, γ. ΧΧ. Ο ανάποδος.
χάλκουμα (του) : α. μεγάλο χάλκινο σκεύος, μικρότερο από το καζάνι, β. χαλκώματα (τα) = το σύνολο των χάλκινων σκευών.
χαμάλς (ου) :  ο αχθοφόρος, δ. χαμαλίκʼ (του) = 1. η αγγαρεία, 2. η βαριά χειρονακτική δουλειά, ε. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. hamal = αχθοφόρος, πηγή : ΑΠΘ.
Χάμαρα : τα απαραλίτητα εργαλεία για να ζευτεί το άλογο στο κάρο
χαμόρακας (ου) : α. ο τυφλοπόντικας, β. Προέλευση : από το συνθ. χάμω+όρυγμα, γ. (lias : άκουσα να τον λένε και χάμουργκα).
χαμπάρʼ (του) : α. η είδηση, το νέο, το μαντάτο, β. χαμπέρας (επίθ.) = 1. ο κουτσομπόλης, 2. ο περίεργος, γ. χαμπαρίζου (ρ.) = 1. αντιλαμβάνομαι, 2. υπολογίζω, δ. χαμπάρια (τα) = 1. οι σαχλαμάρες, 2. μετ. οι όρχεις, ε. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. haber, πηγή : ΑΠΘ.
χαμορακας : Τυφλοπόντικας
χάνα : α. υποθετικό θα = [i]«άμα μʼ άκουγιν δεν χάνα πάθʼ…»[/b] = εάν … δε θα , β. παρά λίγο.
χαντακώνουμι (ρ.) : α. υπονομεύομαι, β. καταστρέφομαι, γ. ξεφτιλίζομαι δ. χαντακουμένους (επίθ.) = 1. ο ριγμένος, 2. ο κατεστραμμένος, 3. ο κακόμοιρος, 4. ο δύστυχος, ε. χαντάκουμα (του) = η μεγάλη ζημιά, στ. Προέλευση από το αρχαίο χάνδαξ = τάφρος, πηγή : Δημητράκος.
χαντόλιας (επίθ.) : α. ο ανόητος, β. ο βλάκας, γ. ο χάχας, δ. ο ελαφρόμυαλος, ε. Προέλευση : από το ομηρικό επίρρημα χανδόν = με ανοιχτό στόμα, πηγή : Π.Λ.Μπ.
χαντούμς (ου) : α. ο σεξουαλικά ανίκανος, β. μετ. αυτός που δεν έχει το σθένος (τα αρχ**ια) για κάτι, γ. κυριολ. ο έχων κομμένους όρχεις, ο ευνούχος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. hadim, πηγή : ΑΠΘ.
χαρά (η) : α. ο γάμος, (σημ. lias : εννοείται : οι προετοιμασίες για την τελετή και η τελετή και όχι ο θεσμός που λέγεται παντριά* ) β. το ευχάριστο συναίσθημα, η χαρά,
χαραΐ (η) : α. το χάραμα, η χαραυγή, β. το πρωί, γ. χαραϊάτʼκα = πρωί – πρωί.
Χαραπάτ(ι) : διαλυμένος ,( ..τουν όρμησε μια γάτα κι τουν έκανε τα μούτρα χαρπατ(ι) )
χαραειέτ(ι) : ζόριζμα
χαρλαχάμς (επίθ.) : ο χαζός.
χαρλιμές (ου) : α. ο χαραμοφάης, β. (Μαλούτας : άνθρωπος άδικος, παράνομος κτλ. [χαράμι+λεμές]).
χάρου (του) : το φέρετρο.
χαρτούδια : μικρά χαρτάκια ,η τράπουλα (..ίσι να πα να πάίξουμε χαρτούδια ;)
χάρτσʼ (του) : α. το πρώτο και χοντρό χέρι του τριβιδιού στο σοβάτισμα, β. το σγουρό σοβάτισμα, γ. το μείγμα μπαχαρικών, λαχανικών κτλ. για μαγείρεμα (π.χ. γεμιστά, λουκάνικα κτλ.).
χαχάλʼ (του) : α. το λειρί του κόκορα, β. διακόσμηση σε καπέλο, γ. το δαντελωτό τελείωμα ενός εργόχειρου.
χαρχάλου (η) : α. άσχημη μεγαλοκοπέλα, β. γυναίκα με κρεμασμένα μάγουλα, γ. ανήθικη γυναίκα
χάσκα (η) : α. αποκριάτικο έθιμο της Επανομής (lias : μετά τη «συγχώρεση» και πριν πάνε στο χωρό ο γεροντότερος δένει ένα αυγό ένα λουκούμι η ένα χαλβαδάκι σε μια κλωστή και το κρεμάει στον κλώστη ενώ τα παιδιά προσπαθούν να το αρπάξουν έχοντας το στόμα ανοιχτό (απαγορεύονται τα χέρια), β. Προέλευση : από το αρχ. χάσκω = ανοίγω πολύ το στόμα, πηγή : ΑΠΘ.
χάσκους (επίθ.) : ο ατόφιος, β. ο καθαρός, γ. ο εκλεκτός.
χασμίσια (τα) : α. τα κάθε είδους φαγώσιμα, β. η ποικιλία εδεσμάτων, γ. γενικά όλα τα μικρά γλυκά, καραμέλες, ξηροί καρποί κτλ. για προσφορά στα μικρά ή για να περνάει η ώρα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. χάσμησις, πηγή : Χ.Χ.
χασμέρʼ (του) : α. το πείραγμα, β. το κορόιδεμα, γ. η ειρωνεία, δ. (Παπασιώπης : Κοροϊδίες, ανοησίες ), ε. χασμιρέβου (ρ.) = 1. ειρωνεύομαι, 2. πειράζω, 3. σατιρίζω, στ. κασμέρας (επίθ.) = ο χασμέρς*= αυτός που κοροειδεύει,  Προέλευση : από το τουρ. kasmer, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256.
κασμιρτζής (επίθ.) : α. το πειραχτήρι, β. ο πλακατζής.
χατάς (ου) : α. ο απρόσμενος μπελάς, β. το σφάλμα, γ. η νίλα, δ. η φασαρία, ε. η ζημιά, στ. Προέλευση : από το τουρκ. hata = σφάλμα, πηγή : ΑΠΘ.
χατζηλούκʼ (του) : α. η στέψη κάποιου ως χατζή, β. ο τίτλος του χατζή, γ. το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, δ. χατζής (επίθ.) = το άτομο που προσκύνησε τρεις φορές ους Αγίους Τόπους, ε. Προέλευση : από το τουρκ. haci = μωαμεθανός προσκυνητής της Μέκκας, πηγή : ΑΠΘ.
χάφτου (ρ.) : α. τρώω λαίμαργα, β. μετ. πιστεύω εύκολα σε όσα ακούω, γ. χαψιά (η) = 1. η μπουκιά, 2. η ποσότητα τροφής που χωράει το στόμα, δ. χάφταρς (επίθ.) = ο ευκολόπιστος, ε. Προέλευση : από το αρχαίο κάπτω = καταπίνω με βουλιμία, πηγή : ΑΠΘ.
χάχα – μπάχα (επιφ.) : α. γέλια και γλέντια, β. αστεία και γέλια, γ. οι διασκεδάσεις
χαχαλ΄ : το λυρί της κότας
Χαψάρουμα : γρήγορο καλό φαγητό ( λεγετε περιπεκτικά γιαυτούς που συμμετέχουν σε γεύματα λαθραίοι )
Χειμουνκό: πεπόνι
χιλιάρα (η) : α. μπουκάλι 2 ½ οκάδων ( και άρα 1.000 δραμιών ), β. μεγάλη βαρέλα χωρητικότητας 1.000 κρασιού.
χιριά (η) : η ποσότητα που μπορεί και πιάνει το χέρι (από στάχυα στο θέρισμα, από κληματσίδες για προσάναμμα κτλ.
χιριτίματα (τα) : α. χαιρετώ κάποιον μέσω άλλου (φράση : «δώσι χιριτίματα στου…» ), β. στη φράση : «αν δε σι πλήρωσʼ κι σήμιρα… χιριτίματα» = αλίμονο αν δεν πληρωθείς σήμερα, θα χάσεις τα λεφτά σου, γ. χιρέτσμα (του) = προσκύνημα εικόνας, σταυρού ή άλλου εκκλησιαστικού συμβόλου.
χιριτώ : ασπάζωμαι κάτι ιερό ,όπως μια εικόνα ,τον σταυρό κτλ
χιρόβουλου (του) : α. είδος ξύλινου γαμψού γαντιού που φορούσαν οι θεριστές για να ξεχωρίσουν μία δέσμη σιταριών αλλά και να προστατεύουν τα χέρια τους από το κόψιμο του δρεπανιού, β. ποσότητα θερισμένου σιταριού που αποτελείται από μερικές χεριές (Ντίνας), γ. Προέλευση : από το αρχ. χείρ+βάλω, πηγή : Π.Λ.Μπ.
χιρότχια (τα) : α. τα γάντια, β. Προέλευση : από το βυζ. χειρόκτιον, πηγή : Π.Λ.Μπ.
χλιάμτας (επίθ.) : α. ο κοιμισμένος, β. ο βαριεστημένος, γ ο αδιάφορος.
χλιαπατώ (ρ.) : α. καταβροχθίζω, τρώω με λαιμαργία, β. χλιαπατιάης (επίθ.) = 1 ο φαγάς, 2. αυτός που τρώει πολύ φαγητό με λαιμαργία, γ. χλιαπάτζμα (του) = λαίμαργη κατάποση του φαγητού.
χλιάρʼ (του) : α. το κουτάλι, β. χλιαρά (η) = η κουταλιά, γ. χλιάρα (η) = 1. η κουτάλα σερβιρίσματος, 2. υβρ. η γλωσσού (ιδίως γυναίκα), δ. χλιαράκʼ (του) = το κουταλάκι, ε. Προέλευση : από το αρχαίο κοχλίας, πηγή : ΑΠΘ.
χλιαρούδʼ (του) : το κάτω χείλος του στόματος.
χλιαρουθήκ΄: κουταλοθήκη
χλιμπουνιάρς (επίθ.) : α. ο κιτρινιάρης, β. ο χλωμός, γ. ο άρρωστος από ελονοσία, δ. χλιμπόνα (η) = η κιτρινάδα, ε. Προέλευση : από το χλωμός, πηγή : Π.Λ.Μπ.
χλιώνου (ρ.) : α. ζεσταίνω τα χέρια μου με την ανάσα μου, β. χλιαρώνω κάποιο ζεστό ρόφημα φυσώντας το, γ. χουχουλίζω, δ. χλιούτσʼκου (επίθ.) = το χλιαρό.
χνέρʼ (του) : α. το πάθημα, β. η εξαπάτηση, γ. το ρεζιλίκι, δ. η γκάφα, ε. το «χοντρό» πείραγμα, στ. Προέλευση : από το τούρκ. huner = δεξιοτεχνία, πηγή : ΑΠΘ.
χνούμʼ (του) : α. Το πολύ λεπτό άχυρο που 'αφηνε η πατόζα όταν αλώνιζε
χόβουλʼ (η) : α. ζεστή στάχτη, β. η θρακιά.
χουζμέτχια (τα) : α. οι καθημερινές δουλειές του σπιτιού, β. οι φροντίδες, γ. οι εξυπηρετήσεις, δ. (Δημητράκος : οι υπηρεσίες), ε. χουζμικιάρς (ου) = ο υπηρέτης (για τη φροντίδα των ζώων, στ. χουζμέτας (επίθ.) = ο εξυπηρετικός άνθρωπος, ζ. χουζμιτέβου (ρ.) = φροντίζω κάποιον που δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί (γέροντα, παιδάκι, άρρωστο κτλ.), βέβαια είχε και άλλη ένια η Φράση : [i]«ιέλα να φκιάσουμι του χουσμέτʼ»[/b] = έλα να κάνουμε έρωτα.
χουζούρʼ (του) : α. το τεμπέλιασμα, β. η τεμπέλικη ξεκούραση σε κρεβάτι, γ. η απόλαυση, δ. Προέλευση : από το αραβ. huzur, πηγή : ΑΠΘ.
χούι (του) : α. συνήθεια που ενοχλεί τους άλλους, β. η ιδιορρυθμία, γ. το ελάττωμα του χαρακτήρα, δ. χουιλούς (επίθ.) = 1. αυτός που έχει ιδιότροπες συνήθειες, 2. μετ. ο πούστης, ε. Προέλευση : από το τουρκ. huy, πηγή : ΑΠΘ.
χουλιάζου (ρ.) : α. μαλώνω, επιτιμώ κάποιον, β. φωνάζω για να διώξω τα σκυλιά μακριά, γ. επιπλήττω κάποιον μεγαλόφωνα, δ. Προέλευση : από το σλαβ. hujati, πηγή : ΑΠΘ.
χουλʼκό (του) : α. χοντρό σπυρί με πύο ή χωρίς, β. ο καλόγερος αλλά και κάθε είδους δερματικό απόστημα, γ. μετ. βάσανο που δεν μπορώ να το ξεφορτωθώ.
χουλνιώ : θυμώνω ,χουλιαζμένους =Θυμωμένος
χουργιάτς (επίθ) : α. ο κάτοικος του χωριού, β υβρ. ο υπόδουλος, ο κατώτερος άνθρωπος, γ. ο αγροίκος, δ. (lias : με το σύνταγμα των Νεότουρκων το 1908 υποχρεώθηκαν οι ραγιάδες να καταταγούν στον τούρκικο στρατό και να υπογράψουν αποδοχή του νέου συντάγματος (=χουριέτ). Οι Τούρκοι είχαν υποχρεώσει τους Επανομίτες να τους χαιρετούν στο δρόμο με τη φράση «Χιασασίν Χουριέτ» = Ζήτω το Σύνταγμα, αντί για καλημέρα, καλησπέρα κτλ.
χουρχουλιάζου (ρ.) : α. βράζω, β. κοχλάζω, γ. μετ. γ**ώ.
χούχλʼ (επίρ.) : α. το υπερβολικά χωνεμένο φαγητό (λόγω του υπερβολικού βρασίματος ή του πολύωρου ψησίματος), β. τα παραγινωμένα φρούτα, (φράση : «του καρπούζʼ ίνι χούχλʼ»), γ. κάθε τι λιωμένο ή χωνεμένο φαγώσιμο δ. (Μαλούτας : από το χόχλος = βρασμός)
χούχλάτζμα (του) : α. το κόχλασμα, β. το βράσιμο, γ. ο βρασμός ψυχής, δ. η πικρία, ε. ο βασανισμός.
Χουχλάκίζ(ει) : βραζει δυνατά
χράμʼ και ιχράμʼ (του) : α. υφαντό στρωσίδι από χοντρό μαλλί, β. χοντρό κλινοσκέπασμα, γ. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. ihram, πηγή : ΑΠΘ.
χραπαλνώ (ρ.) : τρώω λαίμαργα με τα χέρια.
χραπαλίζ΄: τρίζει πολύ σαν διαλυμένο
χρέα (τα) : α. οι κοινωνικές υποχρεώσεις β. τα καθήκοντα, γ. όλες οι ενέργειες που γίνονται για να βγούμε ασπροπρόσωποι (σε αρραβώνα, σε γάμο αλλά και σε θάνατο ή μνημόσυνο).
Χριστούιννα και Χριστούιννα (τα) α. τα Χριστούγεννα).
Χτάζου : βλέπω
χτένʼ (του) : α. το εξάρτημα του αργαλειού, β. χτένα με αραιά δόντια για το ξέπλεγμα των μαλλιών των γυναικών.
χτί και κτί (του) : το κουτί.
χτινάκʼ (του) : α. μικρή χτένα, η τσατσάρα, β. κόκαλο του κάτω μέρους του στήθους, γ. το παϊδάκι, δ. οι κατωτέρω μεσοπλεύριοι μύες, δ. Προέλευση : από το κτένα, πηγή : Δημητράκος.
χτισνός (επίθ.) : α. ο μπαγιάτικος, β. μετ. ο άβγαλτος, γ. ο χτεσινός, δ. ο αδιάθετος μετά από υπερβολική κούραση, μέθη, ξενύχτι κτλ. κατά την προηγούμενη βραδιά, ε. δες ψισνός*.
χτικιάρς : φθισικός ,ο πλύ αδύνατος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου